Όταν ένας έχει και δίνει ελεημοσύνη, δεν μπορείς να καταλάβεις αν έχει αγάπη ή όχι, γιατί μπορεί να δίνει όχι από αγάπη, αλλά για να ξεφορτωθεί κάποια πράγματα. Όταν στερείται και δίνει, τότε φαίνεται η αγάπη του. Πιστεύω, ας υποθέσουμε, ότι έχω αγάπη· ο Θεός, για να δοκιμάσει την αγάπη μου, μου στέλνει έναν φτωχό. Αν έχω λ.χ. δύο ρολόγια, ένα καλό και ένα λίγο χαλασμένο και δώσω το χαλασμένο στον φτωχό, σημαίνει ότι η αγάπη μου είναι δευτέρας ποιότητος. Αν έχω πραγματική αγάπη, θα δώσω το καλό στον φτωχό. Μπαίνει όμως η βλαμμένη λογική και λέμε: «Τί, το καλό θα δώσω; Γι’ αυτόν, αφού δεν έχει κανένα ρολόϊ, καλό είναι και το παλιό» και δίνω το παλιό. Αλλά, όταν δίνεις το παλιό, ζει ο παλαιός άνθρωπος ακόμη μέσα σου· αν δίνεις το καινούργιο, είσαι αναγεννημένος άνθρωπος. Κολάσιμη κατάσταση είναι, όταν κρατάς και τα δύο και δεν δίνεις κανένα. Ο πιστός άνθρωπος, στον πλησίον βλέπει το πρόσωπο του Χριστού και επομένως όταν δίνει ελεημοσύνη στον άλλον, δίνει το καλύτερο.
Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης
