Dogma

Ο όσιος Πορφύριος και οι νέοι

Τον όσιο Πορφύριο συνάντησα για πρώτη φορά το 1974 στο μονύδριο του Αγίου Νικολάου στα Καλλίσια, όπου εγκαταβιούσε τα χρόνια εκείνα, μέχρι το έτος 1978.

Η μορφή του και οι λόγοι του με συγκλόνισαν και έκτοτε επί σειρά ετών έγινε ο πνευματικός μου πατέρας. Αναπολώ τη «χρυσή εποχή» της επικοινωνίας με τον Γέροντα στα Καλλίσια κατά τα χρόνια της νεότητάς μου, η οποία –με τη Χάρη του Θεού– συνετέλεσε τα μέγιστα στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς μου, στο γάμο μου με πνευματική του κόρη, στην ανατροφή των τέκνων, τα οποία μας χάρισε ο Θεός, στην πανεπιστημιακή μου διακονία και μάλιστα στην ποιμαντική μου διακονία, όπου μαζί με τους αγίους Γέροντες Ιάκωβο Τσαλίκη και Παΐσιο Αγιορείτη αποτελούν τα πρότυπα και τους οδηγούς μου με τις υπέροχες υποθήκες, τις οποίες μου κατέλειπαν.

Πολλές φορές θαύμασα για τις απαντήσεις του αγάμου, που είχε όμως την άνωθεν σοφία, οσίου Πορφυρίου σε θέματα γάμου, συζυγικών σχέσεων, τεκνογονίας κλπ. Δεν ήταν απαντήσεις «κλισέ», άτεγκτες, σκληρές, μονοκόμματες, «αντικειμενικές». Ήταν απαντήσεις μεστές αληθείας, αγάπης, στοργής και διακρίσεως, ανάλογες με την κατάσταση, τη χρεία και τη δεκτικότητα του κάθε ανθρώπου τη δεδομένη στιγμή. Αποβλέποντας στη σωτηρία των ανθρώπων, δεν επιδίωκε να βάλει αυτούς σ’ ένα «καλούπι» και να δημιουργήσει ομοιόμορφα άτομα, αλλ’ ως άνθρωπος πλήρης Πνεύματος Αγίου χειραγωγούσε τον καθένα κατά το θέλημα του Χριστού, του δίδοντος «εκάστω … κατά το μέτρον της δωρεάς», προς το συμφέρον της ψυχής του.

Στο σημείο αυτό επιθυμώ να αναφερθώ σ’ ένα περιστατικό, το οποίο μαρτυρεί για την εξατομικευμένη διακριτική ποιμαντική που ασκούσε, την ελευθερία και την ευρύτητα του πνεύματος του οσίου Γέροντα. Μια μέρα, την εποχή που εγκαταβιούσε στον Άγιο Νικόλαο Καλλισίων, είχε πάει με κάποιο πνευματικό του παιδί στο παρακείμενο δάσος και συνομιλούσε μαζί του. Εν τω μεταξύ, ήλθαν και μπήκαν στην εκκλησία για να προσκυνήσουν ένας νέος και μία νέα που φορούσαν σορτς. Καθώς ο Γέροντας επέστρεφε από το δάσος, τους συνάντησε την ώρα που έβγαιναν έξω από τη σιδερένια πόρτα της αυλής, τους χαιρέτησε και στάθηκε εκεί αρκετή ώρα συνομιλώντας μαζί τους με πολλή στοργή και αγάπη. Δεν άκουσα τι τους είπε, αλλά το ευλαβικό χειροφίλημά τους ήταν πολύ εύγλωττο για την εντύπωση και τα αισθήματα που τους προκάλεσε η στάση και τα λόγια του.

Σεβόμενος ο όσιος Γέροντας την κλήση του Θεού και την κλίση κάθε ανθρώπου, μακριά από κάθε ιδεοληψία ή προκατάληψη, υποδείκνυε στα πνευματικά του τέκνα τον γάμο ή τον μοναχισμό αντιστοίχως ως οδούς αγιασμού, με την προϋπόθεση «αξίως περιπατήσαι έκαστον της κλήσεως ης εκλήθη» με υπομονή, μέχρι τέλους.

Στο πρόβλημα του ψυχαναγκασμού, της καταστάσεως δηλαδή εκείνης, κατά την οποία ο άνθρωπος ασκεί καταναγκασμό στον εαυτό του, προκειμένου να κάνει πράγματα τα οποία ούτε πιστεύει ούτε θέλει, ο όσιος Γέροντας Πορφύριος συμβούλευε το πλήθος των δεσμίων αυτού του πάθους να το θεραπεύουν με την αφοσίωση στον Θεό, την καρδιακή προσευχή, την προσφυγή σε διακριτικό πνευματικό και την κατά το θέλημα του Θεού εκκλησιαστική βιοτή.

Στο κρίσιμο θέμα των σχέσεων γονέων και παιδιών, παρότρυνε τους πρώτους να μη παροργίζουν τα τέκνα τους, να τα αντιμετωπίζουν με διάκριση και να μη τα καταπιέζουν, δημιουργώντας σ’ αυτά ψυχικές στρεβλώσεις. Κατέληγε δε επί λέξει με τη συμβουλή: «Στην οικογένεια βρίσκεται μεγάλο μέρος απ’ την ευθύνη για την πνευματική κατάσταση του ανθρώπου. Για να απαλλαγούν τα παιδιά από διάφορα εσωτερικά προβλήματα, δεν είναι αρκετές οι συμβουλές, οι εξαναγκασμοί, η λογική και οι απειλές. Μάλλον γίνονται χειρότερα. Η διόρθωση γίνεται με τον εξαγιασμό των γονέων. Γίνετε άγιοι και δεν θα έχετε κανένα πρόβλημα με τα παιδιά σας».

Στους δασκάλους όλων των βαθμίδων της εκπαίδευσης συνιστούσε τη θεανθρώπινη παιδαγωγική. Συμβούλευε να επιζητούν τον θείο φωτισμό, να φέρονται στους μαθητές με αγάπη και αυστηρότητα, διότι «χαλεπόν η νεότης, ότι ευρίπιστον, ευεξαπάτητον, ευόλισθον και σφοδροτέρου δείται του χαλινού», και για όσους έχουν σοβαρά προβλήματα συμπεριφοράς ή μάθησης, να προστρέχουν και να επιζητούν τη θεία αρωγή, δίνοντας τα ονόματα αυτών στην προσκομιδή.

Έλεγε χαρακτηριστικά σε νεοδιορισθείσα καθηγήτρια: «Όταν θα πηγαίνεις προς το σχολείο, να λέγεις την ευχή “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με”. Όταν θα μπαίνεις στην τάξη, να αισθάνεσαι ότι μπαίνεις στην εκκλησία. Να αντιμετωπίζεις τα παιδιά με αγάπη και αυστηρότητα. Αυτά επειδή θα αισθάνονται την αγάπη σου, θα κατανοούν την αυστηρότητά σου και θα σε αγαπούν. Και εάν κάποιο παιδί παρουσιάζει ιδιαίτερα προβλήματα και δημιουργεί δυσάρεστες καταστάσεις, να δίνεις το όνομά του στον ιερέα να το μνημονεύει στην προσκομιδή».

Ο όσιος Πορφύριος είχε όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά, τα οποία τον έκαναν εράσμιο, επιθυμητό και ικανό να ελκύει τους ανθρώπους, και μάλιστα τους νέους, σαν μαγνήτης. Και αυτό δεν γινόταν κατά ένα τρόπο μαγικό, αλλά ακριβώς επειδή είχε εκείνα τα χαρακτηριστικά που λαχταρά να έχει ο κάθε άνθρωπος, διότι αυτά ανακαλούν σε όλους μας την αρχική κατ’ εικόνα Θεού πλάση και τον σκοπό, για τον οποίο είμαστε πλασμένοι, το «καθ’ ομοίωσιν», δηλαδή τον αγιασμό, την κατά χάρη θέωση.

 

Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Χρ. Ευθυμίου

τ. Επίκουρος Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Ε.Κ.Π.Α.