Dogma

Χριστουγεννιάτικα έθιμα: από το παρελθόν στο παρόν

Του Δρος Μ. Βαρβούνη

Το κείμενο δημοσιεύθηκε στην έντυπη εφημερίδα «Κιβωτός της Ορθοδοξίας», που κυκλοφορεί πανελλαδικά κάθε Πέμπτη

Το Δωδεκαήμερο αποτελεί μια από τις πιο αγαπητές περιόδου του ετήσιου εορτολογικού κύκλου. Ήδη από το αγροτοκτηνοτροφικό παρελθόν των προβιομηχανικών και προνεωτεριστικών κοινωνιών μας, αυτών που συνοπτικά αποκαλούμε «παραδοσιακές», ο Δεκέμβριος ήταν μήνας εορταστικός, λόγω και του ότι οι γεωργικές, κτηνοτροφικές και ναυτικές εργασίες είχαν κατά κανόνα διακοπεί από τις αντίξοες καιρικές συνθήκες, και λαϊκοί άνθρωποι φρόντιζαν να περνούν βίο εορταστικό, ανανεωτικό των οικογενειακών και των κοινοτικών δεσμών, και παρηγορητικό για την επερχόμενη σκληρή εργασιακή πραγματικότητα της άνοιξης και του καλοκαιριού.

Με τις κυριότερες γεωργικές ασχολίες, όπως η σπορά και η ελαιοσυγκομιδή, να έχουν τελειώσει, οι άνθρωποι εόρταζαν τους αγίους τους, αναθέτοντάς τους την προστασία των κυριότερων βιολογικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων τους, και προετοιμάζονταν για το Δωδεκαήμερο, γεγονός που δίνει στον Δεκέμβριο εντελώς ιδιαίτερη θέση μέσα στον παραδοσιακό ετήσιο εορτολογικό κύκλο του λαού μας. Διότι συνδυάζει την θαλπωρή με την ελπίδα, και την οικογενειακή ατμόσφαιρα με την ευωχία, πνευματική και υλική, των τριών μεγάλων εορτών του, των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς και των Φώτων.

Συνήθως όταν μιλάμε για τα χριστουγεννιάτικα έθιμα αναφερόμαστε, με κάποια δόση νοσταλγίας σε αυτά, τα παλιά αγροτοκτηνοτροφικά έθιμα, τα οποία αναγνωρίζουμε ως «παράδοσή» μας, και ως κομμάτι των «πολιτισμικών ριζών» μας. Ωστόσο σήμερα, στους αντίστοιχους πανηγυρικούς εορτασμούς έχουν παρεισφρήσει πολλά νέα και νεωτεριστικά στοιχεία, κάποτε εισαγόμενα από ξένες παραδόσεις, τα οποία εφαρμόζουμε ή τελούμε, κάνοντάς τα κομμάτι της παραδοσιακής καθημερινότητάς μας, χωρίς όμως να τα αναγνωρίζουμε πλήρως ως την κατεξοχήν «παράδοσή μας». Για τα έθιμα αυτά θέλουμε να διατυπώσουμε ορισμένα σχόλια, με την ευκαιρία των εορταστικών περιστάσεων του φετινού Δωδεκαημέρου.

Εν προκειμένω τίθεται το ερώτημα αν λ.χ. το χριστουγεννιάτικο δέντρο, οι πανηγυρικοί στολισμοί, η μορφή του κοκκινοντυμένου «Άι-Βασίλη», οι πανηγυρικές εκδηλώσεις δήμων και φορέων, οι κοπές βασιλόπιτας και οι άλλες συναφείς εορταστικές εκδηλώσεις που μας έχουν έρθει από ξένες χριστουγεννιάτικες εθιμοταξίες, αλλά έχουν υιοθετηθεί από τον ελληνικό λαό μπορούν ή όχι να θεωρηθούν πλέον μέρος και της δικής μας σύγχρονης χριστουγεννιάτικης παράδοσης. Αν δηλαδή μπορούμε πλέον να τα θεωρούμε και «δικά μας» έθιμα, ή αν οριστικά θα ανήκουν στα ξένα, τα οθνεία, τα επείσακτα.

Η απάντηση στο ερώτημα αυτό σχετίζεται άμεσα με την αντίληψη που έχουμε για το τι είναι παράδοση και πώς αυτή κινείται ή διαμορφώνεται στο πέρασμα του χρόνου. Για την επιστήμη της Λαογραφίας η παράδοση δεν είναι ένα σύνολο πεποιθήσεων και εθιμικών πρακτικών ακίνητο, αλλά μια δυναμική διαδικασία, στα πλαίσια της οποίας πολλά νέα στοιχεία υιοθετούνται από τον λαό, συχνότατα μεταπλασμένα και προσαρμοσμένα στις εκάστοτε συνθήκες, και άλλα παλαιότερα απορρίπτονται και χάνονται, πάντοτε σύμφωνα με τις ανάγκες, υλικές ή συμβολικές, πραγματικές ή ψυχολογικές του λαού. Διότι η ομαδικότητα, η από κοινού αποδοχή και εκτέλεσή τους στα πλαίσια της κοινότητας, αποτελεί την ουσιαστικότερη προϋπόθεση για την αναγνώρισή τους ως «λαογραφικών φαινομένων».

Από τα παραπάνω καταλαβαίνουμε τόσο ότι είναι επόμενο συχνά να υιοθετούνται από τον λαό ξένα πολιτισμικά πρότυπα, ιδίως λόγω των ευκαιριών που δίνονται και των ευκολιών που παρέχονται στην εποχή μας για επικοινωνία, μέσω του διαδικτύου, της τηλεόρασης και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, όσο και ότι αυτά κατά κανόνα προσαρμόζονται στις ανάγκες και στα πολιτισμικά δεδομένα κάθε λαού, και εφαρμόζονται ή τελούνται πάντα με ένα τοπικό χρώμα, που διαφοροποιεί και την παρουσία τους από λαό σε λαό. Και βέβαια, ότι ο λαός δημιουργεί πάντα δικές του πολιτισμικές συνθέσεις, με το δικό του αισθητήριο, χωρίς να λαμβάνει υπόψη υποδείξεις ή συμβουλές, αλλά ανάλογα με τις ανάγκες που έχει, τα ερεθίσματα που δέχεται, τις ψυχολογικές ή άλλες αναζητήσεις και ανάγκες του και την ιδιαίτερη κάθε φορά αισθητική του.

Συνεπώς στο ερώτημα αν το χριστουγεννιάτικο δένδρο είναι «δικό μας» ή «ξένο», η σωστή, κατά την άποψή μου, απάντηση είναι ότι ήταν ξενόφερτο, αλλά τώρα πια είναι δικό μας, δεδομένου μάλιστα ότι και αναγνωρίσιμο χριστουγεννιάτικο σύμβολο είναι, αλλά και ότι, όπως η έρευνα έχει δείξει, έχει στηριχθεί πάνω σε μια παλαιότερη παράδοση χριστουγεννιάτικων στολισμών με φυτά και δένδρα μικρά, ανατολικής προέλευσης και καταγωγής, η οποία ήταν σε χρήση ήδη στα βυζαντινά χρόνια, πριν εμφανιστούν τα γνωστά μας χριστουγεννιάτικα δένδρα των αστικών αρχικά και στη συνέχεια των πανελλήνιων στολισμών μας.

Το ίδιο ισχύει και για όλα τα άλλα έθιμα των ημερών αυτών, που μπορεί να είναι ξενόφερτα, υιοθετήθηκαν όμως ήδη από τον λαό μας και τελούνται σε ετήσια βάση και με λαϊκή αποδοχή. Ας δούμε ως ενδεικτικό παράδειγμα τις εορταστικές – κατά κανόνα αλλά όχι και αποκλειστικά – δωδεκαημερίτικες ευχές που μοιάζουν με λαϊκές ή λαϊκότροπες μαντινάδες, και συνήθως αντλούνται από αντίστοιχες και κατάλληλες κατά την εορταστική περίσταση – κυρίως για τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά και το Πάσχα – ιστοσελίδες του διαδικτύου. Ήρθαν να υποκαταστήσουν τις τηλεφωνικές ευχές, που με τη σειρά τους διαδέχθηκαν τις έντυπες κάρτες, οι οποίες ακολούθησαν τις προφορικά διατυπωμένες εορταστικές ευχές του παλαιότερου προφορικού λαϊκού πολιτισμού.

Με την εισαγωγή της εγγραμματοσύνης, την μεγαλύτερη δηλαδή πρόσβαση στα αγαθά της γραφής και της ανάγνωσης, για μεγάλο μέρος του λαού, οι ευχές έγιναν από προφορικές και γραπτές, ή κάποτε αποκλειστικά γραπτές, όταν οι μεγάλες και αγεφύρωτες αποστάσεις, ιδίως όπως τις διαμόρφωνε ο ξενιτεμός και η αποδημία, απέκλειαν την προσωπική και ζωντανή επικοινωνία. Οι ευχές άρχισαν να περιλαμβάνονται σε επιστολές και κάρτες εορταστικές, κατόπιν έγιναν μήνυμα κινητού τηλεφώνου ακόμη και μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Παραλλήλως, η ανάπτυξη νέων τεχνολογικών μέσων που διευκόλυναν τη ζωντανή επικοινωνία σε μεγάλες αποστάσεις, όπως των τηλεφώνων, σταθερών και κινητών, και μετά νέων σχετικών ηλεκτρονικών τεχνολογιών – όπως για παράδειγμα οι συνδέσεις μέσω skype – έφεραν και πάλι στο προσκήνιο την ζωντανή επικοινωνία των εορταστικών ημερών, και μαζί με αυτή και την προσωπική και ζωντανή εκφορά των εορταστικών ευχών, με την σχετική ψυχολογική αμεσότητά της.

Πρόκειται για νεωτερικές μορφές έντυπης και γραπτής λαϊκής ποίησης, που τυποποιούν ανάλογες ελεύθερες μορφές ποιητικής έκφρασης και επικοινωνίας, όπως αυτές συνηθίζονταν σε περιοχές με ιδιαίτερη ποιητική παράδοση, όπως η Κρήτη, τα Δωδεκάνησα, ορισμένα νησιά των Κυκλάδων κ.λπ. Αλλά μήπως και οι εορταστικές κάρτες ξένο πολιτιστικό στοιχείο δεν ήταν, που εισήλθε στην ελληνική παράδοση και επικράτησε σταδιακά, για να αντικατασταθεί με τη σειρά του από την ηλεκτρονική ευχετική επικοινωνία;

Φυσικά, άλλο πράγμα είναι να συνθέτεις έμμετρες ευχές, και άλλο να τια αναπαράγεις από δοσμένα και ξένα πρότυπα, τα οποία απλώς αντιγράφεις. Κι εδώ βρίσκεται η βασική διαφορά ανάμεσα στην παραγωγή και την αναπαραγωγή ή την χρήση των δεδομένων του λαϊκού και λαϊκότροπου σύγχρονού μας πολιτισμού. Κι εδώ επίσης βρίσκεται ο νεωτερισμός που ταχύτατα εισάγεται στον σύγχρονό μας λαϊκό πολιτισμό, τον οποίο κάποτε επιμένουμε να παραβλέπουμε, αλλά ο οποίος οπωσδήποτε συνιστά τη σύγχρονη μορφή παράδοσης, είτε αυτό ανταποκρίνεται προς τα στερεότυπά που παραδεχόμαστε και αποδεχόμαστε, είτε όχι.

Ας μην ξεχνούμε ότι η ανταλλαγή εορταστικών ευχών αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό του ελληνορθόδοξου Δωδεκαημέρου με τους τρεις μεγάλους σταθμούς του, τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά και τα Φώτα, όπως και σε όλους τους μεγάλους ελληνικούς λαϊκού εορτολογικούς σταθμούς. Οι ευχές, μας διδάσκει η κλασική ανθρωπολογική θεωρία της ανταλλαγής δώρων όπως την διατύπωσε ο Mar. Mauss, αποτελούν άυλα δώρα για μια παραδοσιακή κοινωνία, και ως τέτοια έχουν ιδιαίτερη τελεστική σημασία, αλλά και απαιτούν ανταπόδοση. Γι’ αυτό και είναι εθιμικά καθιερωμένο κάθε ευχή να ανταποδίδεται, και να ακολουθείται από μια επίσης εθιμικά καθορισμένη αντευχή, που αποτελεί και την ουσιαστική ολοκλήρωσή της, την ολοκλήρωση δηλαδή της ευχετικής τελετουργία που προϋποθέτει.

Ξέρουμε από την παράδοση ότι υπάρχουν πολλά είδη ευχών, όλα όμως είναι εθιμικά καθιερωμένα. Εννοώ με αυτό ότι οι ευχές έχουν τόπο, χρόνο και τρόπο εκφώνησης, αλλά και συγκεκριμένες περιστάσεις, εκφωνητές και αποδέκτες στην εθιμική χρήση τους. Το περιεχόμενο των ευχών εκφράζει όχι μόνο το ιδανικό για το λαό μας, σε κοινωνικό, οικονομικό, πνευματικό, πολιτισμικό, ακόμη και εμφανισιακό επίπεδο, αλλά και την λαϊκή ιδέα για την απαρασάλευτη κοσμική τάξη, η συνοχή και η ισχύ της οποίας πρέπει τελετουργικά να ενισχύεται σε οριακές και διαβατήριες στιγμές, όπως οι μεγάλες εορτές του ετήσιου εορτολογικού κύκλου, και, φυσικά, οι εορτές του Αγίου Δωδεκαημέρου.

Συνεπώς, ούτε η ρητορεία περί παράδοσης, ούτε οι υποδείξεις περί του τι είναι παραδοσιακό μπορούν να λειτουργήσουν προς την κατεύθυνση της διατήρησης των παλαιότερων μορφών και του αποκλεισμού των νεότερων. Μοιραία και ο λαϊκός πολιτισμός εξελίσσεται, και μάλιστα με ρυθμούς ανάλογους της ταχύτητας των τεχνολογικών εξελίξεων και αλλαγών. Και στην εξέλιξή του αυτή ενσωματώνει πάντα νέα στοιχεία, που σε συνδυασμό με τα παλαιότερα συναποτελούν κάθε φορά την λαϊκή πολιτισμική σύνθεση, που ανταποκρίνεται στην δυναμική της παράδοσης, τόσο σε διαχρονικό, όσο και σε συγχρονικό επίπεδο.

Κι έτσι, μία και μόνο αρχή μπορεί να θεωρηθεί ως ισχύουσα και διαχρονική: λαϊκό είναι ό,τι ο λαός αποφασίζει ή ενεργεί, και όχι ότι οι λόγιοι, οι λαογράφοι ή οι ασχολούμενοι με τον πολιτισμό θεωρούν παραδοσιακό. Κι αυτό βέβαια κατεξοχήν ισχύει για τις εορτές των Χριστουγέννων και τις παραδοσιακές τελετουργικές και κοινωνικές εκδηλώσεις τους, τις οποίες τόσο πολύ ο λαός αγαπά, εορτάζει και χαίρεται.