Dogma

«Διάλογος Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν»

«Τον δάκτυλον επί τον τύπον των ήλων» στο σοβαρότατο ζήτημα του Θεολογικού Διαλόγου, θέτει με βαρυσήμαντο άρθρο του ο μητροπολίτης Ναυπάκτου – Τι ήρθη το 1965, τα αναθέματα ή η ακοινωνησία; 

ΙΕΡΟΘΕΟΣ Μητροπολίτης Ναυπάκτου

Ὁ ὁμότιμος καθηγητής τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Θεσσαλονίκης Ἀντώνιος Παπαδόπουλος, γνωστός μου ἀπό τά φοιτητικά μου χρόνια, μέ τόν ὁποῖο διατηροῦμε συχνή ἐπικοινωνία καί ἀνταλλάσσουμε θεολογικές ἀπόψεις, μοῦ ἔστειλε τήν εἰσήγησή του τήν ὁποία ἔκανε πρόσφατα στήν συνάντηση «Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν» στήν Μονή Βλατάδων Θεσσσαλονίκης, ἡ ὁποία ἔχει τίτλο: «Ὁ Διάλογος Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν ὁδεύει πρός καταλλαγή;». Στήν εἰσήγηση αὐτή διερευνᾶ καί ἐξετάζει, ὅπως φαίνεται ἀπό τό ἐρωτηματικό πού θέτει, ἄν ὁ διάλογος αὐτός ὁδηγῆται πρός τήν καταλλαγή, τήν συμφιλίωση τῶν δύο πλευρῶν.

Τό κείμενο τῆς εἰσηγήσεως εἶναι ἐνδιαφέρον, γιατί ἀφ’ ἑνός μέν κάνει μιά συνοπτική ἱστορική ἀναδρομή τοῦ θέματος αὐτοῦ, ἀφ’ ἑτέρου δέ περιέχει σημαντικά σημεῖα, τά ὁποῖα κανείς πρέπει νά ἀνατρέξη σέ πολλές πηγές γιά νά τά βρῆ. Γιά μένα ἦταν γνωστά τά στοιχεῖα αὐτά ἀπό τίς μελέτες μου, ἀλλά χάρηκα πού τονίζονται καί ἀπό τόν καθηγητή. Ἡ εἰσήγηση, ὅπως μέ πληροφόρησε ὁ ἴδιος, θά μεταφρασθῆ στά Ἰταλικά καί θά δημοσιευθῆ ἀργότερα μαζί μέ τίς ἄλλες εἰσηγήσεις πού ἔγιναν στήν συνάντηση αὐτή.
Στήν συνέχεια, θά παρουσιάσω τό διάγραμμα τῆς εἰσηγήσεως αὐτῆς καί θά τονίσω μερικά ἐνδιαφέροντα σημεῖα της.

1. Τό περιληπτικό διάγραμμα τῆς εἰσηγήσεως

Ὁ καθηγητής Ἀντώνιος Παπαδόπουλος στήν ἀρχή τῆς εἰσηγήσεώς του ὁριοθετεῖ τό θέμα του, ὁρίζοντας τόν ὅρο «καταλλαγή». Γράφει:

«Καταλλαγή δέ σημαίνει ἀκατάσχετη ἀγαπολογία οὔτε ἐναγκαλισμοί μέ ὑπερβάλλουσα ἁβρότητα, καί πρό πάντων πυρετώδη διπλωματία. Καταλλαγή, ὅρος ἄκτιστος, σημαίνει μέθεξη τῆς δόξης καί τῆς λαμπρότητος τοῦ Κυρίου τῆς δόξης, τόν ὁποῖο ἐσταύρωσαν (Α’ Κορ. 2,8). Δόξα, λαμπρότητα, δύναμη, ἐνέργεια-ἐνέργειες οὐσιώδεις, εἶναι ρήματα πού μᾶς μεταφέρουν στήν ἄκτιστη πραγματικότητα, τήν ὅραση τοῦ ἐνυποστάτου φωτός. Ὁδεύει, λοιπόν, ὁ διάλογος Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν πρός μέθεξη τῆς δόξης τοῦ Κυρίου, ὅς ἐσταυρώθη καί ἀνεστήθη, καί κάθεται στά δεξιά τοῦ Πατρός ἄφθαρτος καί ἀθάνατος καί κατά τήν ἀνθρώπινη φύση του;».

Θά δοῦμε στήν συνέχεια ὅτι αὐτή ἡ θέση εἶναι σημαντική καί ἀποτελεῖ τήν θεολογική ἀρχή τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας καί τῶν μελῶν της, πού οὐσιαστικά δηλώνει τήν ἑνότητα τῶν Ἀποστόλων καί τῶν θεουμένων στό μυστήριο τῆς Πεντηκοστῆς. Δέν πρόκειται γιά μιά ἑνότητα κοινωνική, ἠθική, ἀλλά κατ’ ἐξοχήν θεολογική.

Στό κείμενο τοῦ 1965 πού ἀνακοινώθηκε, στήν μέν ἑλληνική γλώσσα γίνεται λόγος γιά ἄρση τῶν ἀναθεμάτων, στό δέ λατινικό κείμενο γίνεται λόγος γιά ἄρση ἀκοινωνησίας…. Τό θέμα εἶναι σοβαρό, γιατί ἄλλο εἶναι τά ἀναθέματα τοῦ 1054 καί ἄλλο εἶναι ἡ ἀκοινωνησία τοῦ 1009.

Στήν συνέχεια ἀναφέρεται στό πῶς ἄρχισε ὁ διάλογος μέ τίς δύο ἐγκυκλίους (1902-1904) τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἰωακείμ τοῦ Γ’, στίς ὁποῖες ἀντιμετωπίζονται ποικίλα θέματα καί κυρίως ἡ προσέγγιση μέ τούς ἑτεροδόξους, οἱ ὁποῖοι χαρακτηρίζονται «ἀναδενδράδες» τοῦ Χριστιανισμοῦ τῆς Δύσεως, καί ἐπίσης γίνεται λόγος γιά τήν διεργασία τῶν ὀρθοδόξων «πρός τήν ἀντιμετώπιση ποικίλων καί σοβαρῶν προβλημάτων» καί αὐτό ἔγινε μέ τά συνέδρια πού ἔλαβαν διάφορες ὀνομασίες μέχρι τίς ἡμέρες μας.

Ἀκολούθως, γίνεται λόγος γιά τήν ἀναγνώριση τῶν Μυστηρίων τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ἀπό τήν Σύνοδο τοῦ Βατικανοῦ (1962-1965), τήν συνάντηση τοῦ Πάπα Παύλου ΣΤ’ μέ τόν Πατριάρχη Ἀθηναγόρα στά Ἱεροσόλυμα (1964), τήν ἄρση τῶν ἀναθεμάτων (1965), καί τίς «ἐγκάρδιες συναντήσεις Πάπα-Πατριάρχου ἀντιστοίχως στήν Κωνσταντινούπολη-Ρώμη».

Ἔπειτα, ἀναφέρεται στούς δύο τρόπους πού ἐπελέγησαν γιά τήν «ἕνωση μεταξύ τῶν δύο Ἐκκλησιῶν», ἤτοι «τόν «διάλογο τῆς ἀγάπης» «καί τόν διάλογο τῆς ἀληθείας», ἤ «θεολογικό διάλογο».

Ὁ «διάλογος τῆς ἀγάπης» πού προηγήθηκε ξεκίνησε ἀπό τήν σκέψη ὅτι «τό σχίσμα καί ἡ διακοπή τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας» ἀποδίδεται «σέ πολιτικούς λόγους καί στήν ἔλλειψη ἀγάπης ἑκατέρωθεν», ἐνῶ οἱ δογματικές διαφορές θεωρήθηκαν «ἀμελητέες» καί ὅτι γιά νά ἀποκατασταθῆ ἡ ἑνότητα ἦταν ἀπαραίτητο νά γίνη «ἡ ἄρση τοῦ σχίσματος» καί «νά ἀγαπηθοῦμε». Ὁ «διάλογος τῆς ἀληθείας» πού ἀκολούθησε γίνεται σέ δογματικά καί ἐκκλησιαστικά θέματα καί πρός τόν σκοπό αὐτόν ἔγιναν διάφορες συναντήσεις (Μόναχο τό 1982, Μπάρι τό 1987, Νέο Βάλαμο τό 1988, Ραβέννα τό 2007) καί ἐγκρίθηκαν διάφορα κείμενα πού φέρουν τό ὄνομα τοῦ τόπου πού γίνονταν οἱ συναντήσεις. Ἐνδιάμεσα συζητήθηκε τό θέμα τῆς Οὑνίας (Freising 1990 καί Balamand 1993).

Στήν συνέχεια ὁ καθηγητής θέτει τήν βασική ἄποψή του ὅτι ὁ διάλογος αὐτός πρέπει νά γίνη μέ βάση τήν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. «Τό πρόβλημα, λοιπόν, πρός ἄρση τοῦ σχίσματος εἶναι νά γνωρίσουν Ὀρθόδοξοι καί κυρίως Ρωμαιοκαθολικοί τόν Ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, καί δι’ αὐτοῦ νά συζητοῦμε». Μάλιστα σημειώνει ὅτι «ἡ θεολογία τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ εἶναι ὄχι μόνο θαυμαστή, ἀλλά καί ἐπίκαιρη καί καμία ἄλλη τακτική δέν μπορεῖ νά τήν ἀντικαταστήσει γιατί εἶναι καθολική καί πατερική». Μέ τήν εὐκαιρία αὐτή ἀναφέρει τίς ἀπόψεις διαφόρων ἑτεροδόξων γιά τήν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, οἱ ὁποῖοι ἐν πολλοῖς τήν παρερμηνεύουν.

Καί καταλήγει ὅτι στόν θεολογικό διάλογο ἤ «διάλογο ἀλήθειας» πρέπει νά τεθῆ τό θέμα τῆς ἀκτίστου Χάριτος τοῦ Θεοῦ, ὁπότε ὁ διάλογος μέ τούς «Ρωμαιοκαθολικούς» πρέπει νά ὁδηγήση «στήν πολυπόθητη καταλλαγή, τῆς μεθέξεως ἀκτίστου δόξας τοῦ Κυρίου καί τῆς Ἁγίας Τριάδος», τήν ὁποία προϋποθέτει ἡ ἀρχιερατική προσευχή τοῦ Χριστοῦ «ἵνα ὦσιν ἕν, καθώς καί ἡμεῖς ἕν ἐσμέν». Κλείνοντας δέ τήν εἰσήγησή του ἐκφράζει «τήν βεβαία ἐλπίδα» «ὅτι ὁδεύουμε βραδέως μέν, ἀλλά θετικῶς δέ πρός καταλλαγή».

Γενικά, ὁ καθηγητής Ἀντώνιος Παπαδόπουλος μέ τήν εἰσήγησή του θέτει βασικά θέματα, τονίζει τά προβλήματα πού ὑπάρχουν, ἀλλά ὑπογραμμίζει καί τά θετικά σημεῖα τοῦ διαλόγου, ἐκφράζοντας τίς ἀπόψεις του μέ νηφαλιότητα, χωρίς φανατισμό, καί μέ καλή διάθεση, πάντοτε ὅμως μέσα σέ θεολογική προοπτική.

2. Παρατηρήσεις σέ σημαντικά σημεῖα τῆς εἰσηγήσεως

Τό περιληπτικό διάγραμμα τῆς εἰσηγήσεως πού προηγήθηκε δείχνει τήν πορεία τῆς σκέψεως τοῦ καθηγητοῦ, κατά τήν ἀνάπτυξη τοῦ θέματός του, ἀλλά στήν συνέχεια εἶναι σημαντικό νά ἐντοπισθοῦν καί μερικά βασικά σημεῖα πού θίγονται στήν εἰσήγηση αὐτή καί νά γίνουν μερικές παρατηρήσεις, γιατί εἶναι μιά εἰσήγηση πού πρέπει ἰδιαιτέρως νά προσεχθῆ ἀπό πλευρᾶς Ὀρθοδόξου.

α) Πολιτικές σκοπιμότητες καί ἀντιδράσεις

Σέ κάποιο σημεῖο τῆς εἰσηγήσεώς του ὁ καθηγητής κάνοντας λόγο γιά τόν οἰκουμενικό διάλογο γράφει γιά τίς πολιτικές δυνάμεις πού ἐνδιαφέρονται γι’ αὐτόν. «Παρατηρήθηκε ἀκόμη ὅτι στήν ἴδια λογική κινεῖται καί ἡ σπουδή τῶν δυτικῶν πολιτικῶν δυνάμεων γιά τήν ἐνίσχυση τοῦ οἰκουμενικοῦ διαλόγου καί τήν σύσφιγξη τῶν σχέσεων μεταξύ τῶν Ἐκκλησιῶν Ἀνατολῆς καί Δύσεως».

Εἶναι φυσικό σέ διάφορες τέτοιες θρησκευτικές καί ἐκκλησιαστικές ἐνέργειες νά ἔχουν ἐνδιαφέρον καί οἱ πολιτικές δυνάμεις πού κυριαρχοῦν στόν κόσμο, γιατί μέσα ἀπό αὐτές θέλουν νά περνοῦν τά σχέδιά τους, ἀλλά αὐτό ἐξαρτᾶται ἀπό τόν τρόπο πού μετέρχονται τά πράγματα οἱ ἐκκλησιαστικοί ἡγέτες, οἱ ὁποῖοι πρέπει νά ἐνδιαφέρονται κυρίως γιά τό καλό τῆς Ἐκκλησίας.

Τά κείμενα αὐτά ὑπογράφονται ἀπό τούς ἀντιπροσώπους τῶν Τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν μέ τήν προοπτική τοῦ ad referendum, δηλαδή τήν ἔγκρισή τους ἀπό τίς Τοπικές Ἐκκλησίες. Ὅμως, τοὐλάχιστον ἀπό ὅ,τι γνωρίζω ἀπό τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, κανένα ἀπό τά κείμενα αὐτά δέν ἦλθε πρός ἔγκριση στήν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας.

Ἀναφέρεται ἡ ἄποψη τοῦ π. Δημητρίου Στανιλοάε ὅτι «δημιουργεῖται ἀκόμη καί μία διπλωματική συμβιβαστική νοοτροπία, πού νομίζει πώς μπορεῖ νά θεμελιώνει μέ ἀμοιβαῖες ὑποχωρήσεις, δογματικές θέσεις ἤ γενικότερες καταστάσεις πού κρατοῦν τίς Ἐκκλησίες μονιασμένες».

Στήν εἰσήγηση αὐτή ὁ καθηγητής δέν ἀρκεῖται σέ μιά τυπική ἀνάπτυξη τοῦ θέματός του, ἀλλά παρουσιάζει καί ὀνόματα καθηγητῶν καί γενικά θεολόγων πού ἐξέφρασαν ἀντιρρήσεις σέ διάφορες φάσεις τοῦ «διαλόγου τῆς ἀγάπης» ἤ τοῦ «διαλόγου τῆς ἀληθείας». Ἁπλῶς ἐδῶ ἀναφέρω τά ὀνόματα ὅσων καταγράφονται οἱ ἀπόψεις, ἤτοι τοῦ π. Δημητρίου Στανιλοάε, τοῦ π. Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου, τοῦ π. Θεοδώρου Ζήση, τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη, τοῦ π. Γεωργίου Καψάνη, τοῦ Ἐπισκόπου πρώην Ζαχουμίου καί Ἐρζεγοβίνης Ἀθανασίου, τοῦ π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ. Στίς παραπομπές τοῦ κειμένου του ἀναφέρονται καί ἄλλοι θεολόγοι τῶν ὁποίων τά κείμενα ἔλαβε ὑπ’ ὄψη του ὁ καθηγητής γιά τήν σύνταξη τῆς εἰσηγήσεώς του.

β) Ἄρση ἀναθεμάτων ἤ ἄρση ἀκοινωνησίας;

Τό 1965 ἀνακοινώθηκε ὅτι ἔγινε ἡ ἄρση τῶν ἀναθεμάτων πού δόθηκαν τό 1054 μεταξύ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Πάπα καί τοῦ Μιχαήλ Κηρουλαρίου. Ὁ καθηγητής παρατηρεῖ ὅτι στό κείμενο τοῦ 1965 πού ἀνακοινώθηκε, στήν μέν ἑλληνική γλώσσα γίνεται λόγος γιά ἄρση τῶν ἀναθεμάτων, στό δέ λατινικό κείμενο γίνεται λόγος γιά ἄρση ἀκοινωνησίας. Γράφει:

«Τό κείμενο τῆς ἄρσεως τῶν ἀναθεμάτων ἔχει τόν ὅρο excommunication ὁ ὁποῖος στήν ἐπίσημη μετάφραση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου μεταφράζεται ὡς «ἀναθέματα». Τό κείμενο, δηλαδή, μιλοῦσε γιά «ἄρση τῆς ἀκοινωνησίας». Οἱ New York Times μετέδωσαν τήν ἀπό κοινοῦ ἀγγελία τοῦ Βατικανοῦ καί τοῦ Φαναρίου τῆς 7ης Δεκεμβρίου 1965 διά τήν ἄρση τοῦ excommunication (τῆς ἀκοινωνησίας τοῦ Λατινικοῦ κειμένου) εἰς τήν πρώτη σελίδα, ὡς τό τέλος τοῦ σχίσματος τοῦ 1054 καί ὡς τήν ἐπανάληψη τῆς μυστηριακῆς κοινωνίας πού εἶχε τότε διακοπεῖ. Φαίνεται πλέον σαφῶς ὅτι τό Ἑλληνικό κείμενο πού ἀναγγέλλει τήν «ἄρση τῶν ἀναθεμάτων» ἦτο τεχνηέντως παραπλανητικόν. Φαίνεται ὅτι εἶχε σκοπόν νά ἀμβλύνη ἐνδεχομένας ἀρνητικάς ἀντιδράσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας»».

Τό θέμα εἶναι σοβαρό, γιατί ἄλλο εἶναι τά ἀναθέματα τοῦ 1054 καί ἄλλο εἶναι ἡ ἀκοινωνησία τοῦ 1009. Ὑφίσταται ἕνα πρόβλημα, ἐπειδή στό πρωτότυπο γαλλικό κείμενο πού διάβασε ὁ πάπας Παῦλος στήν τελευταία δημόσια συνεδρίαση τῆς Β΄ Βατικάνειας Συνόδου (7-12-1965) καί στό ἀγγλικό κείμενο, πού ἔχω στήν διάθεσή μου, γίνεται λόγος γιά ἄρση ἀκοινωνησίας καί ὄχι ἄρση ἀναθεμάτων.

Ὅπως εἶναι γνωστόν τά ἀναθέματα ἔγιναν τό 1054, ὅταν οἱ ἐκπρόσωποι τοῦ Πάπα (Οὐμβέρτος, Φρειδερίκος καί Πέτρος) ἀναθεμάτισαν τόν Πατριάρχη Μιχαήλ Κηρουλάριο, τόν Ἀχρίδος Λέοντα καί τούς ὁμόφρονες του, καί στήν συνέχεια ὁ Πατριάχης Μιχαήλ Κηρουλάριος ἀναθεμάτισε τούς συντάκτες τοῦ ἐγγράφου τοῦ ἀναθεματισμοῦ, αὐτούς πού τό ἐπέδωκαν καί ὅσους συνήργησαν σέ αὐτό, δηλαδή καταδικάσθηκε μιά συγκεκριμένη πράξη. Δηλαδή, τά ἀναθέματα δόθηκαν γιά συγκεκριμένα πρόσωπα καί δέν εἶχαν γενική ἐφαρμογή. Ὅμως, τῶν ἀναθεμάτων προϋπῆρχε ἡ ἀκοινωνησία, ἡ ὁποία ἐπιβλήθηκε τό 1009, ὅταν ὁ Πάπας Σέργιος Γ΄ χρησιμοποίησε τό filioque στήν ὁμολογία τῆς πίστεως, ὁριστικῶς δέ τό 1014 ὅταν ὁ Πάπας Βενέδικτος ΙΗ’ εἰσήγαγε τό filioque στό Σύμβολο τῆς Πίστεως. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ ἄρση τῶν ἀναθεμάτων δέν σημαίνει καί ἄρση τῆς ἀκοινωνησίας καί δέν μπορεῖ νά γίνεται σύγχυση.


Ἄν δέν ἐντοπισθῆ αὐτό τό πρόβλημα, δηλαδή ἡ διαφορά μεταξύ πατερικῆς καί σχολαστικῆς θεολογίας, μεταξύ ἀκτίστου καί κτιστῆς Χάριτος, δέν εἶναι δυνατόν νά γίνεται λόγος γιά πρόοδο πρός τήν ἕνωση, ὅσα κείμενα καί ἄν ὑπογραφοῦν.

Τελικά, πρέπει νά δευκρινισθῆ γιά τό τί ἔγινε τό 1965, ἄρση τῆς ἀκοινωνησίας ἤ ἄρση τῶν ἀναθεμάτων. Ἄν ἔγινε ἄρση τῶν ἀναθεμάτων, ὅπως γράφεται στό ἑλληνικό κείμενο, τότε ὑφίσταται ἡ ἀκοινωνησία, παρά τό ὅτι γράφεται στό λατινικό καί γαλλικό κείμενο ὅτι ἤρθη. Ἄν ἔγινε ἄρση τῆς ἀκοινωνησίας, ὅπως γράφεται στό λατινικό καί γαλλικό κείμενο, τότε γιατί γίνεται ὁ θεολογικός διάλογος προκειμένου νά ἀρθῆ ἡ ἀκοινωνησία; Τό ἐρώτημα πού τίθεται εἶναι: γιατί νά ὑφίσταται αὐτή ἡ σημαντική διαφορά στό κείμενο τοῦ 1965, πού εἶναι γραμμένο σέ διαφορετικές γλῶσσες, καί ποιό σκοπό ἤ σκοπιμότητα ἐξυπηρετεῖ;

Το γεγονός εἶναι ὅτι οἱ Παπικοί ἰσχυρίζονται σέ διάφορες συζητήσεις πού ἔχω κάνει μαζί τους ὅτι ἔγινε ἡ ἄρση τῆς ἀκοινωνησίας τό 1965, γι’ αὐτό καί προσέρχονται στούς Ὀρθοδόξους Ναούς γιά νά κοινωνήσουν τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι, κατ’ αὐτούς, ἤρθη ἡ ἀκοινωνησία, γι’ αὐτό δέν μποροῦν νά καταλάβουν γιατί τούς ἀπαγορεύεται ἀπό μερικούς «φανατικούς», ὅπως τούς χαρακτηρίζουν, νά κοινωνήσουν ἀπό τό ὀρθόδοξο ἅγιο ποτήριο ἕως ὅτου καταλήξει θετικῶς ὁ διάλογος τῆς ἀληθείας.

γ) Τά θεολογικά κείμενα τῶν συναντήσεων

Ὁ θεολογικός διάλογος παρήγαγε μερικά κείμενα γιά τά ὁποῖα ἔγιναν διάφορες συζητήσεις, καί τονίσθηκαν τά ἀρνητικά καί τά θετικά σημεῖα τους.

Στό Μόναχο τό 1982 ἐγκρίθηκε τό κείμενο «τῆς Μικτῆς Διαχριστιανικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Διαλόγου Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν» μέ θέμα: «Τό μυστήριον τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς Εὐχαριστίας ὑπό τό φῶς τοῦ μυστηρίου τῆς Ἁγίας Τριάδος». Στό Μπάρι τό 1987 ἐγκρίθηκε τό κείμενο: «Πίστις, μυστήρια καί ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας». Στό Νέο Βάλαμο τῆς Φιλανδίας τό 1988 ἐγκρίθηκε τό κείμενο: «Τό μυστήριον τῆς Ἱερωσύνης ἐν τῇ μυστηριακῇ δομῇ τῆς Ἐκκλησίας καί ἰδίᾳ ἡ σπουδαιότης τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς διά τόν ἁγιασμόν καί τήν ἑνότητα τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ». Στήν Ραβέννα τό 2007 ἐγκρίθηκε τό κείμενο μέ θέμα «Ἐκκλησιολογικαί καί κανονικαί συνέπειαι τῆς μυστηριακῆς φύσεως τῆς Ἐκκλησίας. Ἐκκλησιαστική κοινωνία, συνοδικότης καί αὐθεντία». Ὅπως γράφει ὁ καθηγητής Ἀντώνιος Παπαδόπουλος «στό κείμενο τῆς Ραβέννας ἀναφέρεται ὅτι οἱ Ἐκκλησίες βρέθηκαν ἕνα βῆμα πιό κοντά στήν ἕνωση». «Μιά τέτοια ἑνότητα ὅμως μέ πλήρη κοινωνία ἀπό τή μιά καί διαφορετικότητα στό δόγμα ἀπό τήν ἄλλη, ἐμφορεῖται ἀπό ὁποιοδήποτε ἄλλο πνεῦμα ἐκτός ἀπό τό πνεῦμα τῆς ἀληθείας».

Στό ἐνδιάμεσο διάστημα μεταξύ τοῦ Νέου Βάλαμου καί τῆς Ραβέννας οἱ ἀντίστοιχες ἐπιτροπές ἀσχολήθηκαν μέ τό θέμα τῆς Οὑνίας. Στό Freising τό 1990 δηλώθηκε, ὕστερα ἀπό διάφορες διασκέψεις, ὅτι «ἀπορρίπτομεν αὐτήν τήν οὑνία ὡς μέθοδον ἀναζητήσεως τῆς ἑνότητος, διότι εἶναι ἀντίθετος πρός τήν κοινήν παράδοσιν τῆς Ἐκκλησίας», ἐνῶ στό Balamand τό 1993, κατά τούς θεολόγους, ἤρθη ἡ καταδίκη τῆς Οὑνίας πού ἔγινε στό Freising καί δόθηκε «πληρότητα καί γνησιότητα εἰς τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ρώμης», ἀφοῦ ὁ ὅρος «ἀδελφές Ἐκκλησίες» δέν χρησιμοποιεῖται ὡς φιλοφρόνηση, «ἀλλά προσλαμβάνει ἐκκλησιολογικό περιεχόμενο μέ συνέπεια νά εὐνοεῖται ὁ οὑνιτισμός».

Βέβαια, γιά τήν ἀλήθεια τοῦ θέματος πρέπει νά διευκρινισθῆ ὅτι ἡ ἀπόφαση γιά τήν Οὑνία ἐξακολούθησε νά συζητῆται μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων καί τελικά στήν Η’ Γενική Συνέλευση πού ἔγινε στήν Βαλτιμόρη ἡ διορθόδοξη Ἀντιπροσωπεία δήλωσε, μεταξύ τῶν ἄλλων: «Τά ἐν Balamand γενόμενα βήματα ὑποχωρητικότητας ἔναντι τῶν Οὑνιτῶν δέον νά θεωρηθοῦν τώρα ὡς μή γενόμενα, ἐφ’ ὅσον δέν ἐξετιμήθησαν δεόντως ὑπό τῆς Ρώμης. Συνεπῶς ἐπί τοῦ γνωστοῦ ἀκανθωδεστάτου θέματος τῆς Οὑνίας ἐπιστρέφομεν καί πάλιν εἰς μηδενικήν βάσιν». Ἀργότερα, γιά νά ἐξακολουθήση «ὁ διάλογος τῆς ἀλήθειας» παρακάμφθηκε ἡ συζήτηση γιά τήν Οὑνία καί θά συνεζητεῖτο κατά τήν πορεία τοῦ διαλόγου στά ἐκκλησιολογικά θέματα.

Τό σημαντικό, ὅμως, εἶναι ὅτι τά κείμενα αὐτά ὑπογράφονται ἀπό τούς ἀντιπροσώπους τῶν Τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν μέ τήν προοπτική τοῦ ad referendum, δηλαδή τήν ἔγκρισή τους ἀπό τίς Τοπικές Ἐκκλησίες. Ὅμως, τοὐλάχιστον ἀπό ὅ,τι γνωρίζω ἀπό τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, κανένα ἀπό τά κείμενα αὐτά δέν ἦλθε πρός ἔγκριση στήν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας. Κατά καιρούς ἔγιναν διάφορες συζητήσεις, ἀλλά δέν ἐλήφθησαν ἀποφάσεις γιά τά συγκεκριμένα αὐτά κείμενα, ἀντίθετα μάλιστα μέ τήν ἀπόφαση τῆς Ἱεραρχίας τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ ἔτους 2009 δηλώθηκε σαφέστατα:

«Τό κείμενο τῆς Ραβέννας καί τό κείμενο πού πρόκειται νά συζητηθεῖ στήν Κύπρο τελοῦν ὑπό τόν ὅρον τῆς ἀναφορᾶς καί ἐγκρίσεώς τους ἀπό τίς κατά τόπους Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες, ἑπομένως καί ἀπό τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, Συνοδικῶς διασκεπτομένης. Αὐτό πρακτικῶς σημαίνει ὅτι δέν θά ὑπάρξουν τετελεσμένα γεγονότα, χωρίς Συνοδική Ἀπόφαση τῆς Ἱεραρχίας. Οἱ Ἱεράρχες εἶναι φύλακες τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως, ὅπως ὁμολόγησαν κατά τήν εἰς Ἐπίσκοπον χειροτονία τους».

δ) Ἡ διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ στόν διάλογο

Ἡ βασική πρόταση τοῦ καθηγητοῦ εἶναι ὅτι ὁ θεολογικός διάλογος πρέπει νά γίνη μέ βάση τήν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. Γράφει:

«Ἔχει λεχθεῖ ὅτι ἀπό τίς ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰώνα, μέ τήν πατριαρχική Ἐγκύκλιο τοῦ 1920, ἄρχισε νά παραμερίζεται ἡ σύσταση τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ πρός τούς Ρωμαιο-καθολικούς καί νά υἱοθετοῦνται ἄλλες προϋποθέσεις γιά τόν θεολογικό Διάλογο μέ τούς ἑτεροδόξους. Ἔτσι φάνηκε ὅτι ἐγκαινιάστηκε μιά ἄλλη μή πατερική πορεία μέ συνέπεια νά πηγαίνουμε ἀλλοῦ, χωρίς νά τό καταλαβαίνουμε. Ἴσως τό κείμενο τῆς Ραβέννας ἔδωσε τήν ἐντύπωση αὐτή. Δέν εἶναι δυνατόν νά ἀγνοηθεῖ ὁ Παλαμᾶς διότι ἡ θεολογική προσέγγιση δέν μπορεῖ νά γίνει χωρίς τήν διδασκαλία τῶν Πατέρων, τήν ὁποία ἐκφράζει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς».

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ὁμίλησε γιά τήν ἄκτιστη Χάρη τοῦ Θεοῦ καί γιά τόν ἡσυχασμό πού εἶναι ἡ μόνη μέθοδος πού ὁδηγεῖ τόν ἄνθρωπο στήν μέθεξη τῆς ἀκτίστου δόξης τοῦ Θεοῦ. Ὅπως εἶναι γνωστόν ὁ ἅγιος Γρηγόριος ἀντιμετώπισε τόν Βαρλαάμ καί τούς ἀντιησυχαστές πού ἔκαναν λόγο γιά τήν κτιστή Χάρη τοῦ Θεοῦ, γιά τό κτιστό φῶς στό Θαβώρ, γιά τά γινόμενα καί ἀπογινόμενα. Καί ὁ Παπισμός ἐξακολουθεῖ νά πιστεύη ὅτι ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ εἶναι κτιστή, ὅτι τό φῶς εἶναι κτιστό, ὅτι οἱ ἐμφανίσεις τοῦ Θεοῦ γίνονται μέ γινόμενα καί ἀπογινόμενα, καί ἀποδέχεται τόν σχολαστικισμό καί τίς ἀπόψεις τοῦ Θωμᾶ τοῦ Ἀκινάτη.

Στήν πραγματικότητα ὑπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ ἀφ’ ἑνός μέν τῆς πατερικῆς θεολογίας, ὅπως ἐκφράστηκε ἀπό τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, τόν ἅγιο Μᾶρκο τόν Εὐγενικό καί ἄλλους Πατέρας, καί ὁμολογεῖται στό Σύμβολο τῆς Πίστεως, ἀφ’ ἑτέρου δέ τῆς θεολογίας πού διδάσκεται ἀπό τούς σχολαστικούς θεολόγους τῆς Δύσεως, δηλαδή ὑφίσταται μεγάλη διαφορά μεταξύ τῆς σχολαστικῆς θεολογίας καί τῆς πατερικῆς θεολογίας. Γιά τό θέμα αὐτό ἔχω ἑτοιμάσει μιά ὀγκώδη μελέτη ἡ ὁποία θά δημοσιευθῆ προσεχῶς. Ἑπομένως, ἄν δέν ἐντοπισθῆ αὐτό τό πρόβλημα, δηλαδή ἡ διαφορά μεταξύ πατερικῆς καί σχολαστικῆς θεολογίας, μεταξύ ἀκτίστου καί κτιστῆς Χάριτος, δέν εἶναι δυνατόν νά γίνεται λόγος γιά πρόοδο πρός τήν ἕνωση, ὅσα κείμενα καί ἄν ὑπογραφοῦν.

Ὁ καθηγητής στήν εἰσήγησή του δίνει μερικά παραδείγματα θεολόγων ἀπό τόν προτεσταντικό, «ρωμαιοκαθολικό», ἀγγλικανικό καί ὀρθόδοξο κόσμο πού ἑρμηνεύουν ποικιλοτρόπως τήν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ γιά τίς ἄκτιστες ἐνέργειες καί γιά τόν ἡσυχασμό. Ὑπάρχουν μερικά θετικά σημεῖα, ἀλλά τά περισσότερα εἶναι ἀρνητικά. Μάλιστα, παρατηρεῖται σήμερα μιά προσπάθεια «νά συνδυάσουν τόν Ἀκινάτη μέ τόν Παλαμᾶ, ὄχι μόνον μή Ὀρθόδοξοι, ἀλλά καί Ὀρθόδοξοι».

ε) Τό θεολογικό νόημα τῆς φράσεως «ἵνα ὦσιν ἕν»

Ὅπως εἴδαμε προηγουμένως ὁ καθηγητής Ἀντώνιος Παπαδόπουλος ἐπιμένει στό ὅτι ἡ καταλλαγή θά γίνη μόνον στήν μέθεξη τῆς ἀκτίστου δόξης τοῦ Θεοῦ. Ἀναφερόμενος στήν «ἔντονη ἀγαπολογία», στίς «ἔνθερμες ἐκδηλώσεις μέ ἐναγκαλισμούς, ἀσπασμούς, μέ ἁβρότητα μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν» γράφει:

«Ὁ ὁμιλῶν δέν κατακρίνει τίς ἐκδηλώσεις αὐτές, διότι πιστεύει ὁ Κύριος τῆς Ἱστορίας εἶναι ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος μᾶς προσφέρει τή δόξα Του. Ἡ συμμετοχή μας στή δόξα τοῦ Κυρίου πραγματοποιεῖται μέ τήν ἄσκηση καί τήν προσευχή. Πιστεύω ὅτι οἱ μετέχοντες στούς διαλόγους, καί ἰδιαίτερα μέ Ρωμαιοκαθολικούς, μετέχουν κυρίως γιά νά τονίσουν, ἐκτός τῶν ἄλλων, ὅτι ἡ δόξα εἶναι ἄκτιστη».

Ὅμως, ἐπειδή γνωρίζει τήν ὀρθόδοξη θεολογία καί τήν σύγχρονη πραγματικότητα, ὡς εὐσυνείδητος ἐπιστήμονας καί ὄχι «φανατικός», παρατηρεῖ ὅτι τό κείμενο τῆς Ραβέννας, ἐνῶ ἀναφέρεται στούς λόγους τοῦ Κυρίου «ἵνα ἕν ὦσι, καθώς σύ, πάτερ, ἐν ἐμοί κἀγώ ἐν σοί, ἵνα καί αὐτοί ἐν ἡμῖν ἕν ὦσιν, ἵνα ὁ κόσμος πιστεύσῃ ὅτι σύ μέ ἀπέστειλας» (Ἰω. 17, 21), ἐν τούτοις «ἡ συμφωνία ἐπί τοῦ κειμένου αὐτοῦ παραμένει μετέωρη. Καί τοῦτο, διότι ἐπιχειρεῖται ἡ συμφωνία νά θεμελιωθεῖ στήν προσευχή τοῦ Χριστοῦ «ἵνα πάντες ἕν ὦσιν» ἐνῶ τό βιβλικό κείμενο τῆς προσευχῆς προϋποθέτει τήν κοινωνία καί μετοχή τῶν πιστῶν στήν ἄκτιστη δόξα Του. Καί ἐδῶ ὑπάρχει διαφορά ἑρμηνείας. Ὁ π. Ρωμανίδης ἀπορρίπτει τή μυστηριακή «συγκοινωνία». Ἔτσι χαρακτηρίζει τήν μυστηριακή κοινωνία Ὀρθοδόξων-Ρωμαιοκαθολικῶν μέ συνέπεια νά ἀγνοεῖται ἡ ἄκτιστος δόξα».

Πρέπει νά γίνωνται οἱ θεολογικοί διάλογοι μεταξύ «Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν», καθώς ἐπίσης εἶναι ἀνάγκη νά γίνωνται οἱ συναντήσεις, τοὐλάχιστον σέ ἐπίπεδο κορυφῆς, γιατί δέν μποροῦμε νά ζοῦμε σέ ἕναν κόσμο ἀπομονωτισμοῦ.

Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, στόν ὁποῖο ἀναφέρεται ὁ καθηγητής ἐπανειλημμένως, ἔχει ὑπογραμμίσει ὅτι ὁ λόγος αὐτός τοῦ Χριστοῦ πού ἐλέχθη στήν ἀρχιερατική Του προσευχή, πρό τοῦ πάθους Του, σαφῶς ἐκπληρώθηκε τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, ἀφοῦ οἱ Ἀπόστολοι ἔλαβαν τό Ἅγιον Πνεῦμα καί διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἔφθασαν στήν μέθεξη τῆς ἀκτίστου δόξης τοῦ Θεοῦ καί ἔγιναν μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ. Ἑπομένως, τό «ἵνα ὦσιν ἕν» δέν συνιστᾶ μιά ἠθική καί κοινωνική ἕνωση, ἀλλά ἕνωση τῶν θεουμένων πού ἀνέρχονται στήν θεοπτία ἤ θεωρία τοῦ Θεοῦ, μέ τήν μέθεξη τῆς ἀκτίστου Χάριτός Του.

Τό σημαντικό εἶναι ὅτι αὐτήν τήν ἑρμηνεία ἔκανε καί ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος στήν σημαντική ὁμιλία του πού ἐκφώνησε ἐνώπιον τοῦ Καρδιναλίου τῶν Παρισίων Jean Marie Lustiger στήν Παναγία τῶν Παρισίων τό 1995, προσδιορίζοντας τό πῶς θεωρεῖ «τήν ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν».

Γι’ αὐτό, ἐπί τέλους, θά πρέπει νά σταματήση νά γίνεται κατάχρηση τοῦ χωρίου αὐτοῦ τῆς ἀρχιερατικῆς προσευχῆς τοῦ Χριστοῦ, νά χρησιμοποιῆται δηλαδή γιά μιά ἕνωση πού θά γίνη στό μέλλον καί μάλιστα σέ ἐξωτερικό ἐπίπεδο, καί ὄχι μέ τήν ἀληθινή του ἔννοια ὡς ἕνωση στήν θεοπτική ἐμπειρία, ὅπως τονίζει καί ὁ καθηγητής Ἀντώνιος Παπαδόπουλος.

Τό συμπέρασμα εἶναι ὅτι πρέπει νά γίνωνται οἱ θεολογικοί διάλογοι μεταξύ «Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν», καθώς ἐπίσης εἶναι ἀνάγκη νά γίνωνται οἱ συναντήσεις, τοὐλάχιστον σέ ἐπίπεδο κορυφῆς, γιατί δέν μποροῦμε νά ζοῦμε σέ ἕναν κόσμο ἀπομονωτισμοῦ. Ὅμως, οἱ διάλογοι καί οἱ συναντήσεις πρέπει νά γίνωνται σέ καθαρά θεολογικά καί ἐκκλησιαστικά πλαίσια, νά μήν ὑπονομεύωνται οἱ ἀποφάσεις τῆς Ἐκκλησίας, καί τό κυριότερο εἶναι ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι πού συνέρχονται σέ αὐτές τίς συναντήσεις πρέπει νά ἔχουν σαφῆ κατεύθυνση ἀπό τίς Τοπικές Ἐκκλησίες καί τά ἀποτελέσματα αὐτῶν τῶν διαλόγων, δηλαδή τά κείμενα πού ὑπογράφονται ἀπό τούς ἀντιπροσώπους τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, πρέπει ὁπωσδήποτε νά ἔρχωνται στίς Ἱεραρχίες τῶν Ἐκκλησιῶν γιά τήν τελική ἔγκρισή τους. Πρίν ἐγκριθοῦν τά κείμενα αὐτά ἀπό τίς Ἱεραρχίες τῶν κατά τόπους Ἐκκλησιῶν δέν μποροῦν νά χαρακτηρίζωνται ὡς ἔγκυρα καί δεδομένα κείμενα, γιατί διαφορετικά θά βρίσκωνται ἔξω ἀπό τήν διδασκαλία τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Ἁγίων.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα έχουν γίνει από την σύνταξη του dogma.gr