Dogma

Κυθήρων Σεραφείμ: Εις τιμήν και μνήμην του αειμνήστου Μητροπολίτου Αιτωλίας και Ακαρνανίας κυρού Κοσμά

Ο Κυθήρων Σεραφείμ για τον μακαριστό Μητροπολίτη Αιτωλίας κυρό Κοσμά

Του Δημητρίου Λυκούδη, θεολόγου

Στον μακαριστό Μητροπολίτη Αιτωλίας κυρό Κοσμά αναφέρθηκε με κείμενό του, ο Μηρτροπολίτης Κυθήρων κ. Σεραφεί, εν όψει του 6μηνου μνημοσύνου υπέρ αναπαύσεως του μακαριστού Ιεράρχη, ο οποίος εκοιμήθη αιφνιδίως από κορωνοϊό.

Ο κ. Σεραφείμ, ο οποίος στο παρελθόν είχε κληθεί από τη Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, μαζί με τον μακαριστό κυρό Κοσμά, να δώσει εξηγήσεις για την όλη στάση του στον καιρό της πανδημίας, η οποία συγκρουόταν και απειθούσε τις γενικές απογορεύσεις και προτροπές της Πολιτείας και της επίσημης Εκκλησίας για την τήρηση των μέτρων κατά του κορωνοϊού, αναφερόμενος στον μακαριστό ιεράρχη, μεταξύ άλλων, τόνισε: «Δεν θα αναφερθώ εις το ποιμαντικόν, πνευματικόν, φιλανθρωπικόν, κοινωνικόν και κατηχητικόν έργον της Ιεράς αυτού Μητροπόλεως, διότι είναι τοις πάσι γνωστά και διότι «θα εκόμιζον γλαύκα εις Αθήνας». Και παρ’ ότι επολεμήθη έσωθεν και έξωθεν διά τας πνευματικάς αρχάς του και το αθόρυβον αγωνιστικόν του πνεύμα δεν εκάμπτετο, αλλά κατά τον Παύλειον λόγον «τα πάντα ίσχυε εν τω ενδυναμούντι αυτόν Χριστώ».

Τα «πυρά» ενετάθησαν, όταν τελευταίως, κατά παραχώρησιν Κυρίου, έπεσε εις την κλίνην της αδυσωπήτου ασθενείας του μεταλλαχθέντος ιού, εξ ης και εξ ενδονοσοκομειακής λοιμώξεως παρέδωκε το πνεύμα του εις τον «της ζωής και του θανάτου κυριεύοντα» Κύριον και Θεόν ημών. Κληρικοί, δυστυχώς, και λαικοί, αντί να ίδουν συμπαθώς την δοκιμασίαν αυτήν του πάσχοντος Αδελφού και Συλλειτουργού ημών εξετόξευσαν τα πεπυρωμένα βέλη της κακίας των, με αποτέλεσμα και δι’ αυτού του τρόπου να εξαγνισθή και εξαγιασθή ο πολύκλαυστος και αλησμόνητος Επίσκοπος της Αιτωλίας και Ακαρνανίας κυρός Κοσμάς».

Ακολουθεί ολόκληρο το κείμενο του κ. Σεραφείμ:

Του Μητροπολίτη Κυθήρων & Αντικυθήρων κ. Σεραφείμ

Ἕνα ἑξάμηνο μετά τήν πρός Κύριον ἐκδημίαν τοῦ προσφιλεστάτου μου Ἀδελφοῦ καί Συλλειτουργοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Αἰτωλίας καί Ἀκαρνανίας κυροῦ Κοσμᾶ αἰσθάνομαι τήν ὑποχρέωσι νά χαράξω τίς παρακάτω γραμμές εἰς τιμήν καί μνήμην τοῦ φιλτάτου αὐτοῦ συνεπισκόπου μου.

Διατελέσας συμφοιτητής μου εἰς τήν Θεολογικήν Σχολήν τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης καί ὁ ἀμέσως ἑπόμενος «κρίκος» εἰς τήν Ἀποστολικήν Διαδοχήν τοῦ Ἐπισκοπικοῦ Καταλόγου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, εἴχομεν ἄρρηκτον πνευματικόν δεσμόν φιλίας καί Ἀρχιερατικοῦ φιλαδέλφου συνδέσμου.

Τί πρῶτον καί τί ὕστερον νά σημειώσω διά τόν πεφιλημένον Ἀδελφόν; Τό ἱερατικόν του ἦθος καί τό ἐκκλησιαστικόν του φρόνημα; Τήν καθαρότητα τοῦ βίου του καί τήν ἁπλότητα εἰς τήν καθημερινήν του ζωήν;

Τήν θεοσέβειαν καί τήν ἐπιμέλειάν του εἰς τάς διδαχάς τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου καί τήν Παράδοσιν τῆς Ἁγιωτάτης ἡμῶν Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας; Τήν θυσιαστικήν ἀγάπην του πρός τό Ποίμνιόν του καί τόν λαόν τοῦ Θεοῦ τόν ἅγιον;

Τήν ἰδιαιτέραν ἀγάπην του πρός τά «ἀρνία τοῦ Χριστοῦ», τά παιδιά καί τούς νέους τῆς ποιμαντικῆς του εὐθύνης, τούς σπουδαστάς καί φοιτητάς;

Τήν ἰδιάζουσαν καί ἔκδηλον χαράν καί εὐφροσύνην του διά τήν ἀνάδειξιν ἀξίων καί ἐναρέτων Ἱερέων καί Ἀρχιερέων καί τήν πνευματικήν πρόοδον καί ἄνοδον τοῦ Χριστεπωνύμου Πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας μας, τῆς Μιᾶς καί Μόνης Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας;

Τήν βαθεῖαν λύπην του καί ἀνησυχίαν διά τά ἐπικίνδυνα καί σκανδαλώδη ἀνοίγματα τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί τήν καταλυτικήν δρᾶσιν τοῦ ρεύματος τῆς πανθρησκείας καί τῆς παγκοσμιοποίησης, τῆς «νέας ἐποχῆς» καί τῆς «νέας τάξης πραγμάτων»;

Δι’ ὅλα αὐτά ἐμερίμνα καί ἠγωνίζετο σθεναρῶς καί ἀθορύβως ὁ μακαρίᾳ τῇ λήξει γενόμενος Ἐπίσκοπος Κοσμᾶς. Δέν ἔδιδε πολλάκις «ὕπνον τοῖς ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ καί τοῖς βλεφάροις αὐτοῦ νυσταγμόν», συμμεριζόμενος τά προβλήματα τῆς Ἁγίας μας Ἐκκλησίας καί τοῦ φιλοχρίστου ποιμνίου του.

Δέν θά ἀναφερθῶ εἰς τό ποιμαντικόν, πνευματικόν, φιλανθρωπικόν, κοινωνικόν καί κατηχητικόν ἔργον τῆς Ἱερᾶς αὐτοῦ Μητροπόλεως, διότι εἶναι τοῖς πᾶσι γνωστά καί διότι «θά ἐκόμιζον γλαύκα εἰς Ἀθήνας». Καί παρ’ ὅτι ἐπολεμήθη ἔσωθεν καί ἔξωθεν διά τάς πνευματικάς ἀρχάς του καί τό ἀθόρυβον ἀγωνιστικόν του πνεῦμα δέν ἐκάμπτετο, ἀλλά κατά τόν Παύλειον λόγον «τά πάντα ἴσχυε ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντι αὐτόν Χριστῷ».

Τά «πυρά» ἐνετάθησαν, ὅταν τελευταίως, κατά παραχώρησιν Κυρίου, ἔπεσε εἰς τήν κλίνην τῆς ἀδυσωπήτου ἀσθενείας τοῦ μεταλλαχθέντος ἰοῦ, ἐξ ἧς καί ἐξ ἐνδονοσοκομειακῆς λοιμώξεως παρέδωκε τό πνεῦμα του εἰς τόν «τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου κυριεύοντα» Κύριον καί Θεόν ἡμῶν. Κληρικοί, δυστυχῶς, καί λαϊκοί, ἀντί νά ἴδουν συμπαθῶς τήν δοκιμασίαν αὐτήν τοῦ πάσχοντος Ἀδελφοῦ καί Συλλειτουργοῦ ἡμῶν ἐξετόξευσαν τά πεπυρωμένα βέλη τῆς κακίας των, μέ ἀποτέλεσμα καί δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου νά ἐξαγνισθῇ καί ἐξαγιασθῇ ὁ πολύκλαυστος καί ἀλησμόνητος Ἐπίσκοπος τῆς Αἰτωλίας καί Ἀκαρνανίας κυρός Κοσμᾶς.

Θά ἠδυνάμεθα νά προσαρμόσωμεν καί εἰς τήν περίπτωσιν τοῦ ἀοιδίμου Μητροπολίτου Κοσμᾶ αὐτό, τό ὁποῖον ἀναφέρεται εἰς τήν ᾈσματικήν Ἀκολουθίαν τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Σπυρίδωνος Ἐπισκόπου Τριμυθοῦντος τοῦ θαυματουργοῦ, Προστάτου καί Πολιούχου τοῦ Ἱεροῦ Μητροπολιτικοῦ Ναοῦ τῆς Ἱερᾶς Πόλεως τοῦ Μεσολογγίου˙ «…αὐτοῦ μιμησώμεθα τό πρᾷον, τό ἄκακον, τό ἀγαθόν καί φιλάνθρωπον, τό περί πάντας σῶφρον…».

Τοῦ μακαριστοῦ καί ἀλησμονήτου Μητροπολίτου Αἰτωλίας καί Ἀκαρνανίας κυροῦ Κοσμᾶ ταπεινοῦ, πράου, ἀγαθοῦ, καλοῦ καί φιλοπροβάτου Ποιμένος αἰωνία καί μακαρία ἡ μνήμη.