Dogma

Μητροπολίτης Ναυπάκτου: Το ιστορικό και εθνολογικό μόρφωμα της Ουκρανίας

Μέσα σε αυτήν την ελεύθερη Πατρίδα πρέπει να ζη­σουν με δημοκρατικό τρόπο, και οι Ρώσοι που βρίσκονται στην Ουκρανία. Έτσι γίνεται σε όλα τα σύγχρονα δημοκρατικά Κράτη, αφού οι κάτοικοί τους αισθάνονται ότι άλλο είναι η εθνότητα κάθε ανθρώπου και άλλο η ταυτότητα του πολίτη στην χώρα την οποία ζει.

Του Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιεροθέου

Παρακολουθούμε με θλίψη τον τελευταίο καιρό τον σκληρό πο­­λεμο μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας, ο οποίος εξελίσσεται με με­γα­λύτερη σκληρότητα, που δεν δικαιολογείται αν υποτεθή ότι έχουν κοινή καταγωγή και είναι ένας λαός.

Υπάρχουν Ρώσοι που ισχυρίζονται ότι πρόκειται για αδελ­φο­πόλεμο, δηλαδή πόλεμο μεταξύ ενός και του αυτού λαού. Αυτό, όμως, δεν μπορεί να εξηγηθεί από το μίσος που υπάρχει μεταξύ τους, αφού οι Ουκρανοί θέλουν την ανεξαρτησία τους και αγω­νι­ζονται σκληρά, και οι Ρώσοι προβαίνουν σε σκληρές ενέργειες προ­κειμένου να κάμψουν την αντίσταση των Ουκρανών.

Το θέμα αυτό, δηλαδή το μίσος που υπάρχει μεταξύ τους, με απασχόλησε και με απασχολεί και προσπαθώ να βρω κάποια αιτία. Βέβαια, πριν λίγο καιρό με άλλο κείμενό μου αναφέρθηκα στο ότι οι Ουκρανοί είναι ένας άλλος λαός, με δική του γλώσσα, δικά του ήθη και έθιμα, και πάντοτε τα τελευταία χρόνια αναζητούσε την αυτο­νομία του και κυρίως την ανεξαρτησία του (Βλ. Μητροπολίτου Ναυ­πάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου «Ρωσία και Ουκρα­νία» Εκκλησιαστική Παρέμβαση Ιεράς Μητροπόλεως Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου). Όμως, ήθελα να βρω περισσότερα στοιχεία για την ιστορία μεταξύ των δύο λαών, Ρώσων και Ουκρανών, και με το παρόν άρθρο θα παραθέσω μερικά ενδεικτικά στοιχεία.

Κατ’ αρχάς είναι γνωστόν ότι οι Ρως είναι ένας Σκανδιναβικός λαός, και στους Ανατολικούς Ρωμαίους ήταν γνωστοί με το όνομα Βάραγ­γοι. Γίνεται, όμως, συ­ζήτηση κατά πόσον οι Ρως είναι Βα­ραγ­γοι ή Σλάβοι. Άλλοι υποστηρίζουν ότι οι Ρως είναι Σκανδιναβοί, και άλλοι ότι είναι Σλάβοι.

Εκείνο που επικρατεί στην ιστορία είναι ότι στον χώρο μεταξύ της Βαλτικής θάλασσας και της Μαύρης θάλασσας, πριν τον 9ο μ.Χ. αιώνα που εμφανίσθηκαν οι Ρως, κατοικούσαν ανατολικές σλαβικές φυλές και μετά την εμφάνισή τους αναμείχθησαν οι δύο λαοί. Οι πρώτοι Σλάβοι κάτοικοι της περιοχής κάλεσαν τους Ρως να κυβερ­νήσουν μαζί τους την περιοχή, και οι ίδιοι οι Ρως αυτοχαρα­κτη­ρι­ζονταν ως Σκανδιναβοί Βίκινγκς.

Πως, όμως, εξελίχθηκαν τα πράγματα στην ιστορία ως προς τις σχέσεις μεταξύ Ουκρανών και Ρώσων;

Αναζητώντας ένα επιστημονικό κείμενο μελέτησα το βιβλίο της Γιάννας Κατσόβσκα-Μαλιγκούδη με τίτλο «Η αυτοκρατο­ρική Ρωσία (1613-1917)», μέσα στο οποίο βρήκα ενδιαφέροντα στοι­χεία για το θέμα αυτό. Η κ. Γιάννα Κατσόβσκα-Μαλιγκούδη «σπούδασε Σλαβική Φιλο­λογία και Ιστορία της Ανατολικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης στα Πανεπιστήμια της Πράγας και του Münster. Είναι καθηγήτρια Ιστο­ρίας και Πολιτισμού Σλαβικών Λαών στο Αριστοτέλειο Πανεπι­στη­μιο Θεσσαλονίκης».

Στο βιβλίο της με τίτλο «Η αυτοκρατο­ρική Ρωσία (1613-1917)» κάνει μια επισκόπηση των τριών αιώνων της Αυτοκρατορίας της Ρωσίας. Σε αυτούς τους τρεις αιώνες διακρίνονται τρεις ενδιάμεσοι σταθμοί, ήτοι πρώτον ο 17ος αιώνας από το 1613-1689, δεύτερον από τα τέλη του 17ου αιώνα μέχρι τον Κριμαικό πόλεμο, δηλαδή το 1689 έως το 1856 και τρίτον από τον Κριμαικό πόλεμο έως την Οκτωβριανή Επανάσταση, δηλαδή από το 1856 έως το 1917.

Σε κεφάλαιο του βιβλίου αυτού βλέπει κανείς και ενδιαφέ­ρον­τα στοιχεία για την Ουκρανία και το «Κράτος του Κιέβου» σε σχέση με τους Ρώσους και τους Πολωνούς – Λιθουανούς. Μερικά από αυτά θα παρουσιασθούν στην συνέχεια.

Γράφεται ότι «ο γεωγραφικός χώρος της σημερινής Ουκρανίας αποτελούσε, από το δεύτερο μισό του 9ου έως τον 13ο αιώνα, μέρος εκείνου του μεσαιωνικού ρωσικού κράτους που είναι γνωστό στην ιστοριογραφία με την ονομασία ως “Κράτος του Κιέβου”, “Ρωσία του Κιέβου” ή “Κιεβική Ρωσία”. Το κράτος αυτό είχε πληθυσμό πολυε­θνικό με σαφή όμως υπεροχή του σλαβικού στοιχείου.

Ωστόσο, οι Σλάβοι αυτοί δεν αποτελούσαν ακόμη διαμορφωμένα έθνη, τα έθνη των σημερινών Ρώσων, Ουκρανών ή Λευκορώσων. Συνεπώς η ιστο­ρία του κράτους του Κιέβου αποτελεί μια κοινή ιστορική περίοδο και για τους τρεις αυτούς σλαβικούς λαούς.

Η διάκρισή τους και η δια­μόρφωση σε Ρώσους, Ουκρανούς και Λευκορώσους αντίστοιχα έγινε αργότερα, κατά τους 14ο – 17ο αιώνες για τους δύο πρώτους, από τον 19ο αιώνα για τους Λευκορώσους» (Γιάννα Κατσόβσκα-Μαλιγκούδη, Η Αυτοκρατορική Ρωσία (1613-1917), Gutenberg Αθήνα, 2008, σελ. 65).

Το απόσπασμα αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό. Πριν τον 9ο αιώνα μ.Χ. στην περιοχή της σημερινής Ουκρανίας κατοικούσαν διά­φορα σλαβικά φύλα, κατέρ­χονταν από την Σκανδιναβία οι Ρως και ανεμείχθησαν μεταξύ τους. Από τον 9ο έως τον 13ο αιώνα σχη­ματίζεται ένα Κράτος με κέντρο το Κίεβο που είχε «πολυεθνικό πληθυσμό» με «υπεροχή του σλαβικού στοιχείου». Οι Σλάβοι δεν αποτελούσαν τότε τρία διαμορφωμένα Έθνη ήτοι Ρώσοι, ή Ουκρανοί ή Λευκορώσοι, πράγμα που έγινε αργότερα.

Αυτό «το Κράτος του Κιέβου διαλύθηκε κάτω από τις επιθέσεις των μογγολο-ταταρικών στρατευμάτων κατά τα έτη 1234/1240» (Ενθ. αν. σελ. 65). Τότε τα μογγολο-ταταρικά στρατεύματα κατέ­κτη­σαν την πόλη του Κιέβου, κατέστρεψαν τα κεντρικά και ανα­τολικά τμήματα του Κράτους αυτού, με αποτέλεσμα να ερημώσουν οι περιοχές αυτές από ανθρώπους, οι οποίοι κατέφυγαν στην Βο­ρειο­α­νατολική Ρωσία ή προς τα νοτιδυτικά, στην Επαρχία Γαλικία-Βαλανία (Ενθ. αν. σελ. 65).

Στην συνέχεια από το δεύτερο μισό του 13ου αιώνος το Δου­κάτο της Λιθουανίας προσέλαβε «ένα μεγάλο μέρος των εδαφών του διαλυμένου πλέον κιεβικού κράτους, ενώ το υπόλοιπο προσαρ­τήθηκε στην Πολωνία, η περιοχή της Γαλικίας-Βολονίας, γεωγραφικά στα άκρα ως προς την Πολωνία, την Λιθουανία και αργότερα τη Ρω­σία και την Οθωμανική αυτοκρατορία, άρχισε να ονομάζεται Ου­κρανία (δηλαδή “ακριτική περιοχή”) και να έχει χωριστή από τους Ρω­σους εξέλιξη, που οδήγησε στη δημιουργία του σλαβικού έθνους των Ουκρανών με δική του γλώσσα και ιστορική συνείδηση» (Ενθ. αν. σελ. 65-66).

Και το απόσπασμα αυτό είναι ενδεικτικό της ιστορικής εξέλιξης της περιοχής της Ουκρανίας. Δηλαδή, μετά την κατάλυση του Κρα­τους του Κιέβου από τα μογγολο-ταταρικά στρατεύματα τον 13ο αιώνα οι κάτοικοι της περιοχής αυτής διασπάσθηκαν, άλλοι έφυγαν στην Βορειοανατολική Ρωσία και συνέβαλαν στην διαμόρφωση του Κρα­τους της Μόσχας, και άλλοι προσαρτήθηκαν στην Λιθουανία και την Πολωνία τον 14ο αιώνα.

Στα γεωγραφικά άκρα μεταξύ Λιθου­ανίας – Πολωνίας, Ρωσίας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αποτελέ­σθηκε η Ουκρανία που σημαίνει «ακριτική περιοχή» και δημιουρ­γείται το σλαβικό Έθνος των Ουκρανών με ιδιαίτερη γλώσσα και συνείδηση, που διαφέρει από την Ρωσία.

Στην συνέχεια τον 15ο αιώνα «όταν η μεγάλη μογγολο-τατα­ρι­κη αυτοκρατορία άρχισε να εξασθενεί» αυτό το σλαβικό έθνος, «δια­σπάστηκε σε πολλά τμη­ματα» και βέβαια αυτό «επέτρεψε στο κράτος της Μόσχας να απα­λαγεί το 1480 από τον μογγολικό ζυγό και στη συνέχεια να κατακτά παραμεθόριες ουκρανικές (και λευκορω­σικές) περιοχές από το πολωνο-λιθουανικό κράτος» (Ενθ. αν. σελ. 66-67).

Στα τέλη του 15ου αιώνος στις «παραμεθώριες περιοχές της Ου­­κρανίας άρχισαν να εμφανίζονται ομάδες ελεύθερων πολεμι­στων, οι λεγόμενοι Κοζάκοι». «Η λέξη κοζάκοι/κοζάκος είναι τουρκο-ταταρικής προέλευσης. Πραγματικά οι πρώτοι Κοζάκοι ήταν Τατάροι και Τούρκοι. Ωστόσο, τον 16ο αιώνα μεγάλο μέρος των Κοζάκων ήταν πλέον σλαβικής καταγωγής ή πρώην αγρότες ή άλλοι φυγάδες από τα φτωχότερα στρώματα των πόλεων, οι οποίοι, εγκατέλειψαν τον γαιοκτήμονα ή τον ιδιοκτήτη τους και μετοίκησαν στο εδαφος των Κοζάκων, ζώντας ως ευκαιριακοί αγρότες, ψαράδες, κτηνο­τρο­φοι ή κυνηγοί» (Ενθ. αν. σελ. 67).

Οι Κοζάκοι ήταν εμπειροπόλεμοι και «υπηρετούσαν οργανω­μένοι σε βοη­θητικά στρατιωτικά σώματα είτε ως μισθοφόροι στα πολωνικά, κρατικά ή ιδιωτικά στρατεύματα είτε συμμαχούσαν με τους Τατάρους της Κριμαίας». Επεδίωκαν την ε­ξα­­­σφάλιση των προ­νομίων τους και επέκταση των εδαφών τους και «αποτελούσαν ένα στοιχείο βίαιο, ανεξέλεγκτο και αναξιόπιστο, και συνήθιζαν να συμ­πλη­ρώνουν τα έσοδά τους με ληστρικές επιθέσεις στα γειτονικά κρα­τη» (Ενθ. αν. σελ. 68).

Στα εδάφη των Κοζάκων της Νότιας και Νοτιοανατολικής σήμε­ρα Ουκρανίας, από τις αρχές του 17ου αιώνος αυξήθηκε η εισ­ροή αγροτών από την Πολωνία και άρχισαν διενέξεις μεταξύ τους. «Την κοινωνική ένταση αύξανε και το γεγονός ότι οι Κοζάκοι άρχισαν να εμφανίζονται ως προστάτες της ορθοδοξίας, επομένως του ου­κρα­νικού ορθοδόξου πληθυσμού έναντι των ρωμαιοκαθολικών Πο­λω­νων, και αντίστοιχα η προσπάθεια της Πολωνίας να ελέγξει τους Κοζάκους περιορίζοντας έως έναν βαθμό τα παλαιά προνόμιά τους» (Ενθ. αν. σελ. 69).

Στην συνέχεια οι Κοζάκοι εξεγέρθησαν εναντίον των Πολωνών τους οποίους νίκησαν και ένα μέρος της Ουκρανίας οργανώθηκε σε ανεξάρτητο κρατικό μόρφωμα. Αυτό έγινε το 1648. «Οι Κοζάκοι και αγρότες ξεσηκώθηκαν και επέφεραν στον πολωνικό στρατό βαριά ήττα. Χιλιάδες Πολωνοί γαιοκτήμονες ευγενείς και υπάλληλοί τους, που ήταν συνήθως Εβραίοι, καθώς και καθολικοί ιερείς βρήκαν το θάνατο. Η επιτυχής έκβαση της εξέ­γερ­σης σήμαινε ότι ένα μέρος της Ουκρανίας οργανώθηκε σε ανε­ξαρ­τητο κρατικό μόρφωμα το οποίο στην ιστοριογραφία ονομάζεται συ­νη­θως αταμανάτο (= hetmanat)» (Ενθ. αν. σελ. 69).

Όμως, αυτό το «ανεξάρτητο ιστορικό μόρφωμα» των Κοζάκων στην Ουκρανία, κάτω από τις διαταγές του Χμελνίτσκι, δεν μπο­ρούσε εύκολα να διατηρήση την ανεξαρτησία του, γι’ αυτό ο ατα­μάνος Χμελνίτσκι ζήτησε προστασία από την Μόσχα. Στην αρχή ο Τσάρος Αλέξιος «δίσταζε να ανταποκριθεί στις πολλαπλές του παρα­κλήσεις, φοβούμενος έναν πόλεμο με την Πολωνία – Λι­θουα­νία».

Όμως, το 1654 «ενέδωσε ο Τσάρος και δέχθηκε τον όρκο πι­στης και υποταγής των Κοζάκων και του Κρατιδίου τους (= του ατα­μανάτου), για το οποίο το Κράτος της Μόσχας χρη­σιμοποίησε στην συνέχεια την ονομασία “Μικρή Μόσχα”». «Μεταξύ των ετών 1667-1764 το ατα­­μανάτο κατόρθωσε να διατηρήσει μια σχετική αυτο­νο­μία στο πλαίσιο του Κράτους της Μόσχας» (Ενθ. αν. σελ. 70).

Με τον θάνατο του ηγέτη τους του Χμελνίτσκι υπήρξαν δια­μάχες μεταξύ των Κοζάκων του Κρατιδίου αυτού αν θα ήταν «φιλο­ρωσικό» «ή αν θα ήταν σκοπιμότερη η επιλογή της πολωνικής ή και οθωμανικής προστασίας» που θα τους εξασφάλιζε περισ­σότερα προ­­­­νόμια και εδάφη (Ενθ. αν. σελ. 71-72).

Οι διαμάχες των Κοζάκων για τα αξιώματα και για την πολιτική, για τον προσανατολισμό του Κρατιδίου οδήγησαν τελικά στην διχο­τόμηση της Ουκρανίας. Η εξέλιξη του θέματος είναι ενδιαφέ­ρου­σα.

«Η Ρωσία και η Πολωνία – Λιθουανία, οι οποίες βρίσκονταν σε πο­­λεμική συγ­κρουση από το 1654, συνομολόγησαν το 1667 στο χωριό Ανδρούσοβο ανακωχή και μοίρασαν την Ουκρανία. Η Ρωσία κράτησε το αταμανάτο της ανατολικής πλευράς του Δνείπερου, καθώς και την πόλη του Κιέβου στην αριστερή ακτή του ποταμού και η Πολωνία – Λιθουανία πήρε ένα μεγάλο μέρος της Ουκρανίας δυ­τικά από τον Δνείπερο.

Μία άλλη περιοχή της σημερινής Νότιας Ουκρανίας, εκείνη η “Ζάποροτσκα Σιτς”, δηλαδή “η περιοχή πέραν των καταρρακτών”, που αποτελούσε το κέντρο της κοζακικής ζωής και δύναμης, έγινε προτεκτοράτο και των δύο χωρών. Ο χωρισμός αυτός της Ουκρανίας μεταξύ Πολωνίας και Ρωσίας κράτησε περίπου τα επόμενα τριακόσια χρόνια.

Η συμφωνία της ανακωχής του 1667 επιβεβαιώθηκε με τη συνθήκη ειρήνης του 1686, με την οποία όμως περιήλθε αποκλειστικά στη ρω­σική επικυριαρχία και η “περιοχή πε­ραν των καταρρακτών”, δηλαδή η “Ζάποροτσκα Σιτς”.

»Το αταμανάτο διατήρησε την κάπως περιορισμένη αυτονομία του στο πλαίσιο της Ρωσικής αυτοκρατορίας για ακόμη έναν αιώνα, όπως ήδη αναφέρθηκε ενώ η Ζάποροτσκα Σιτς διατήρησε τη σχετική αυτονομία της έως το 1709. Στη συ­νε­χεια οι δύο αυτές αυτόνομες οντότητες ενσωματώθηκαν απολύτως διοικητικά στη Ρωσική αυτο­κρατορία και οι Κοζάκοι έγιναν τακτικά μέλη του ρωσικού στρατού.

Στην πολωνική Ουκρανία τα στρατεύματα των Κοζάκων διαλύθηκαν το 1699 και εδώ η περιοχή ενσωματώθηκε στη διοίκηση του πολω­νο-λιθουανικού κράτους. Νέα διχοτόμηση της Ουκρανίας έγινε στα τέλη του 18ου αιώνα, όταν η Πολωνία – Λιθουανία μοιράστηκε ανά­με­­σα στην Πρωσία, την Αυστρία και τη Ρωσία» (Ενθ. αν. σελ. 72-74).

Από τα προηγούμενα φαίνεται καθαρά ότι ο γεωγραφικός χω­ρος της σημερινής Ουκρανίας κατοικείτο στο παρελθόν από Σλα­βους, Ρως – Σκανδιναβούς – Ρώσους, Λευκορώσους, ήταν ένας «πο­λυε­θνικός πληθυσμός» στον οποίο υπερείχε το σλαβικό στοιχείο. Κατά καιρούς διεκδικείτο από τους Μογγόλους – Τατάρους, τους Λι­θουα­νούς, τους Πολωνούς, τους Κοζάκους και τους Ρώσους. Ήταν ένας χώρος διαρκών πολέμων και διεκδικήσεων. Μετά την κατάρ­ρευση των Κοζάκων τον 17ο αιώνα η Ουκρανία χωρίστηκε μεταξύ της Ρωσίας και της Πολωνίας – Λιθουανίας.

Παλαιότερα, σε κείμενο που μνημόνευσα στην αρχή του αρ­θρου αυτού με τι­τλο «Ρω­σία-Ουκρανία», έχοντας ως αναφορά το βιβλίο της Anne Applebaun με τίτλο «κόκκινος λιμός», σημείωσα το πως η σημερινή Ουκρανία τον 18ο έως τον 20ο αιώνα ανήκε στην Ρωσική Αυτο­κρατορία, ενώ προηγουμένως τα εδάφη της ανήκαν στην Πολωνία και μάλιστα στην Πολωνολιθουανική Ένωση, και ότι το Ουκρανικό Έθνος είναι ένα «εναλλακτικό έθνος από την Ρωσία, και κατά και­ρούς τόσο οι Πολωνοί όσο και οι Ρώσοι επεδίωκαν να υπονο­μεύσουν ή να αρνηθούν την ύπαρξη του ουκρανικού έθνους». Γι’ αυτό η Τσαρική Αυτοκρατορία επιδίωκε με ποικίλους τρόπους να εκρωσίση την ουκρανική ταυτότητα. Αυτό συνεχίσθηκε και μετά την πτώση της Τσαρικής Αυτοκρατορίας.

Μάλιστα, όταν το 1917 κατέρρευσε η Ρωσική Αυτοκρατορία και το 1918 κατέρρευσε και η Αυστροουγγαρική Αυτοκρατορία οι Ουκρανοί θέλησαν να εγκαθιδρύσουν ένα ανεξάρτητο Ουκρανικό Κράτος και ήλθαν σε αιματηρές συγ­κρούσεις με τους Πολωνούς και τους Ρώσους.

Την 1 Απριλίου του έτους 1917 το ουκρανικό εθνικό κίνημα έκανε μια μεγάλη διαδήλωση με κεντρικό σύνθημα «ελεύθε­ρη Ουκρανία σε μια ελεύθερη Ρωσία», με το οποίο σαφέστατα ζη­τούσε μια αυ­το­νομία. Όμως, αυτήν την προσπάθεια την κατέλυσε ο κόκκινος Στρατός, οι Μπολσεβίκοι.

Αργότερα, και συγκεκριμένα το 1991 η Ουκρανία κήρυξε την ανεξαρτησία της και σχηματίσθηκε το ελεύθερο Ουκρανικό Κράτος. Όμως, η Ρωσία δεν αφήνει να ορθοποδήσει αυτό το Κράτος με απο­τέλεσμα να βλέπουμε όσα συμβαίνουν σήμερα στον χώρο της Ου­κρανίας.

Η σύντομη αυτή ιστορική διαδρομή καταρρίπτει πολλούς «μυ­θους» που διαδίδονται στις ημέρες μας.

Πολλοί Ρώσοι, και μάλιστα υψηλόβαθμοι, ισχυρίζονται ότι «οι Ουκρανοί είναι Ρώσοι, είναι αδελφοί μας». Όμως, οι Ουκρανοί είναι ένα άλλο Έθνος με διαφορετικά ήθη και έθιμα, γλώσσα και παρα­δόσεις με αναμείξεις πολλών λαών. Το Κίεβο χαρακτηρίστηκε ως «Μικρή Ρωσία» τον 17ο αιώνα, όταν οι Κοζάκοι δήλωσαν όρκο και υποταγή στους Ρώσους και δεν ονομάζονταν έτσι από τον 9ο αιώνα.

Έπειτα, ο γεωγραφικός χώρος της σημερινής Ουκρανίας δεν ήταν από την αρχή Ρωσικός, αλλά ήταν ένας χώρος στον οποίο ζούσαν πολλές λαότητες, ήτοι Σλάβοι, Σκανδιναβοί, Πολωνοί, Λι­θουα­­νοί, Μογγόλοι, Τάταροι, Κοζάκοι κ. α. Ακόμη, ο γεωγραφικός αυτός χώρος διεκδικείτο από πολλούς, κυρίως ήταν χώρος διαμάχης μεταξύ Ουκρανών και Ρώσων, μεταξύ Ουκρανών και Πολωνών – Λιθουανών, μεταξύ Πολωνών κάι Ρώσων, και σημαντικό ρόλο έπαιξαν οι Μογγόλοι, οι Τάταροι και οι Κοζάκοι.

Η ιστορία, η οποία ερευνάται από επιστήμονες, καταρρίπτει ιδε­ο­λογίες, μυ­θους, σκοπιμότητες, προπαγάνδες και αποκαθιστά τα πράγματα στην θέση τους. Οι Ουκρανοί είναι ένας βασανισμένος λαός που υπέφερε διά μέσου των αιώνων και υποφέρει στις ημέρες μας. Έτσι, δικαιολογείται το μίσος τους εναντίον των Ρώσων, αφού θε­λουν να ζήσουν επί τέλους ελεύθεροι σε μια ελεύθερη και ανεξάρ­τητη Πατρίδα.

Μέσα σε αυτήν την ελεύθερη Πατρίδα πρέπει να ζη­σουν με δημοκρατικό τρόπο, και οι Ρώσοι που βρίσκονται στην Ουκρανία. Έτσι γίνεται σε όλα τα σύγχρονα δημοκρατικά Κράτη, αφού οι κάτοικοί τους αισθάνονται ότι άλλο είναι η εθνότητα κάθε ανθρώπου και άλλο η ταυτότητα του πολίτη στην χώρα την οποία ζει.