Dogma

Η Παναγία υπήκοος μέχρι θανάτου

Οι άνθρωποι δυσκολευόμαστε πολύ όταν στη ζωή μας γίνεται λόγος για υπακοή, είτε αυτή έχει να κάνει με πρόσωπα, θεσμούς και νόμους, είτε με ιδέες, είτε με την καθημερινότητά μας. Η έννοια της υπακοής φαίνεται ότι έρχεται σε αντίθεση μ’ αυτό που ονομάζουμε «θέλημα», αυτό που πηγάζει από τη βούλησή μας να αισθανόμαστε ελεύθεροι και να το δείχνουμε.

Η υπακοή προϋποθέτει ένταξή μας σε αυτό που ονομάζουμε κοινωνία, είτε με την μορφή της μικρότερης κοινότητας (οικογένεια, χώρος εργασίας, διαπροσωπικές σχέσεις, σχολείο), είτε με την ευρύτερη μορφή της (θρησκεία, κράτος, πατρίδα, οικουμένη). Η υπακοή προϋποθέτει την αποδοχή κάποιων ευρύτερης σημασίας αξιών, που εκφράζονται μέσω του θελήματος των θεσμών ή σημαντικών προσώπων και που αποσκοπεί στην παιδαγωγία, στην συνύπαρξη και στην ποιότητα της προσωπικής ζωής, η οποία γίνεται κτήμα για την σύνολη κοινωνία. Η υπακοή προϋποθέτει «εκκοπή», θυσία του ιδίου θελήματος, πνεύμα μαθητείας, αλλά και σταθερή απόφαση υπέρβασης των όποιων αντιξοοτήτων. Τα αποτελέσματά μας όμως δεν είναι πάντοτε ευχάριστα. Μπορεί η υπακοή να κρύβει θάνατο, ακόμη κι αν αυτός γίνεται ζωή.
Στο αποστολικό ανάγνωσμα της εορτής της Κοιμήσεως της Υπεραγίας Θεοτόκου η Εκκλησία μας αναφέρεται στο πρόσωπο του Χριστού, ο Οποίος έλαβε σάρκα από την Παναγία Μητέρα Του, επέλεξε ο Ίδιος για τον Εαυτό Του την ταπείνωση, όχι μόνο κατά την κένωση -πρόσληψη της ανθρώπινης φύσης, αλλά και κατά την ανάπτυξή Του κατά άνθρωπον, και υπάκουσε στο θέλημα του Θεού «γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού»(Φιλιπ. 2, 7-8). Τα πάντα στο Χριστό ήταν υπακοή στο θέλημα του Πατρός. Η υπακοή του Χριστού δεν ήταν αποτέλεσμα εξαναγκασμού, ούτε ιδεολογική επιλογή, επειδή αυτό θα ήταν το καλύτερο για Εκείνον και για τον κόσμο, αλλά η μέγιστη έκφραση της αγάπης προς τον Πατέρα από την μία, και η μέγιστη έκφραση της αγάπης προς το ανθρώπινο γένος από την άλλη. Μέσα από την υπακοή ο Χριστός σηματοδότησε μία οδό αιώνιου νοήματος και αιώνιας κοινωνίας για την ανθρώπινη ύπαρξη. Όποιος επιλέγει την υπακοή της αγάπης στο θέλημα του Πατρός από την μία και την υπακοή της αγάπης στη δίψα για σωτηρία κάθε ανθρώπινης ύπαρξης από την άλλη, νικά ακόμη και το θάνατο, ακόμη κι αν περάσει από το θάνατο.
Ο δρόμος του Χριστού ακολουθήθηκε και από την Παναγία Μητέρα Του. Μόνο που ο Χριστός, επειδή ήταν τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, είχε τελικά την δύναμη, μέσα από την κοινωνία με την θεότητα, να νικήσει το θάνατο, να αναστηθεί και να οδηγήσει την ανθρώπινη φύση συνολικά στην υπέρβαση του θανάτου και την αιώνια κοινωνία με το Θεό. Η Παναγία δεν είχε αυτή τη δύναμη από μόνη της. Την έλαβε όμως ως δωρεά μέσα από τη σχέση με τον Υιό της και έτσι κατέστη «μετά θάνατον ζώσα», το τέλος έγινε Πάσχα για εκείνην, αξιώθηκε να δει και να βιώσει και την μετάσταση του σώματός της στον ουρανό, όπου ζει ως σύνολη ύπαρξη την αιωνιότητα. Η δωρεά αυτή ήρθε ως μέγιστη απάντηση στην επιλογή της Παναγίας να υπακούσει στο θέλημα του Θεού, καθόλη της τη ζωή.
Η Παναγία είχε, όπως όλοι οι άνθρωποι, θέλημα. Η επιλογή της υπακοής δεν ήταν αυτόματη, μηχανιστική διαδικασία. Πάλεψε με τον εαυτό της, με το λογισμό της, με τη φύση της, με ό,τι γνώριζε για τον άνθρωπο και τις δυνατότητές του. Όμως δε νικήθηκε από το θέλημά της. Επέλεξε να είναι μέλος της κοινότητας που γεννά η σχέση με το Θεό, ακόμη κι αν αυτή η σχέση θα την έφερνε σε ρήξη με τον περίγυρό της, τις μικρότερες ή μεγαλύτερες κοινότητες στις οποίες και εκείνη ήταν ενταγμένη. Δεν ήταν μία ιδεολογική προτίμηση η επιλογή της Παναγίας να υπακούσει στο θέλημα του Θεού. Δεν ήταν αποδοχή κάποιων αξιών ή εξαναγκασμός. Ήταν η κατάφαση στην κλήση του Θεού να γίνει η Μητέρα του Υιού Του. Γιατί η σχέση στο βάθος δεν είναι τίποτε άλλο παρά το ΝΑΙ του ανθρώπου στο κάλεσμα του Θεού ή/και του συνανθρώπου για κοινωνία. Και η αποδοχή της κλήσης λειτουργεί ως «δρόσος» που καταλαμβάνει την σύνολη ανθρώπινη ύπαρξη και την κάνει να μην μπορεί να ζήσει αλλιώς. Η υπακοή δεν είναι συμμόρφωση, αλλά ελεύθερη και συνεχής ανταπόκριση στο κάλλος του Θεού. Στην αγάπη του Θεού. Στο Πρόσωπο του Θεού. Μπορεί ο άνθρωπος να ζήσει χωρίς το Θεό. Να επιλέξει τον εαυτό του, τις μέριμνές του, την καταξίωσή του, την ανάπτυξη του «εγώ» του. Όμως ζει την κένωση της παραίτησης από όλα αυτά, γιατί είναι ατελεύτητη η χαρά της κοινωνίας με το Θεό, που όλα γίνονται σκύβαλα.
Η υπακοή της Παναγίας δεν ήταν μία στατική επιλογή, που κράτησε στιγμιαία. Όλη της η ζωή ήταν μία επιβεβαίωση αυτής της υπακοής, η οποία καλλιεργήθηκε μέσα από την εμβάθυνση στην παιδαγωγία που την συνοδεύει. Κρατούσε στην καρδιά της τα λόγια του Υιού της. Ζητούσε από τον Υιό της, χωρίς να απαιτεί. Εμπιστευόταν. Ακολούθησε τον Υιό της, εγκαταλείποντας το σπίτι της, όσα είχε, μη δίδοντας σημασία στην επιβίωσή της. Τον είδε να απογαλακτίζεται από αυτήν και να λέει ότι «δεν είναι μόνο μακαρία η κοιλία η βαστάσασα Αυτόν», αλλά «μακάριοι είναι οι ακούοντες τον λόγον του Θεού και φυλάσσοντες αυτόν» (Λουκ. 11, 27) και δεν άφησε τον εαυτό της να παρασυρθεί από την αίσθηση της κτητικότητας, ότι δηλαδή μόνο για εκείνην υπήρχε ο Υιός της. Αποδέχθηκε ότι ήταν ο Υιός σύνολου του ανθρώπινου γένους. Τον είδε να υποφέρει και να πεθαίνει, πόνεσε, αλλά δεν έχασε την εμπιστοσύνη της. Πορεύθηκε στο μνημείο και έλαβε τη χαρά της Ανάστασης ως δώρο ζωής. Και έδειξε, με την συμμετοχή της στη ζωή της Εκκλησίας, ότι η υπακοή δεν γεννά υπερηφάνεια ή αυτάρκεια, αλλά ένταξη στη ζωή του κόσμου και μαρτυρία σωτηρίας και αιωνιότητας. Και ακόμη και μετά το θάνατο παραμένει η «μεσίτρια προς τον φιλάνθρωπον Θεόν» για τον καθένα που το ζητά. Η υπακοή της αναθερμαινόταν και καλλιεργούνταν συνεχώς. Και την καθιστά μέτοχο της αιώνιας κοινωνίας με το Θεό.
Η υπακοή της Παναγίας γέννησε στην ίδια και τη ζωή του κόσμου χαρά ανεκλάλητη. Την καταξίωσε ως Μητέρα, ως Γυναίκα, ως Άνθρωπο. Μέσα από την υπακοή μας δείχνει το αληθινό νόημα της συνύπαρξης, που έγκειται πρώτα στην αποκατάσταση του κατ’ εικόνα Θεού εντός μας και στη συνέχεια στη θέασή του στο πρόσωπο του κάθε ανθρώπου. Όταν επιλέγουμε την οδό της θέωσης κατά χάριν, σ’ αυτή την οδό χωρούν και οι άλλοι, όσοι ελεύθερα το επιθυμούν. Γι’ αυτό και η συνάντηση μαζί τους αποτελεί αφορμή μοναδικής χαράς. Αλλά ακόμη κι αν οι άλλοι δεν το θέλουν, ούτε το επιζητούν, η υπακοή γεννά τόση αγάπη που γίνεται προσευχή, δάκρυ, μνημόνευση στο Θεό και για εκείνους. Γι’ αυτό και η Εκκλησία λειτουργεί όπως η Παναγία. Διασώζοντας την υπακοή στο θέλημα του Θεού, όπως αυτό αποτυπώνεται στο Ευαγγέλιο και την παράδοση ανά τους αιώνες, ακολουθώντας την οδό της συνεχούς επανεβαίωσης εν παιδαγωγία και ζώντας την συνύπαρξη της αγάπης για τους άλλους, μέχρι θανάτου. Και, τελικά, ο θάνατος γίνεται ανάσταση και ζωή, ως δωρεά για το κάθε μέλος της Εκκλησίας.
Ζούμε σε μία εποχή ανυπακοής και αποστασίας από το θέλημα του Θεού. Συνήθως προσπαθούμε να προσαρμόσουμε το θέλημά Του στο δικό μας θέλημα, δυσανασχετούμε με τις παιδαγωγίες που υφιστάμεθα, δεν μας συνέχει η δίψα για συνεχή κοινωνία μαζί Του, αλλά δίδουμε ένα μικρό μέρος του χρόνου μας σ’ Εκείνον στην καλύτερη των περιπτώσεων, επιλέγοντας θρησκευτικά και όχι αφιερώνοντας την καρδιά μας, και σταθμίζουμε τις ανθρώπινες χαρές ως σημαντικές. Γι’ αυτό και δυσκολευόμαστε να αγαπήσουμε και να συνυπάρξουμε. Να μοιραστούμε και να συμπαρασταθούμε. Ο πολιτισμός και ο κόσμος στον οποίο ζούμε θεοποιεί την ελευθερία και την αυτοδιάθεση ως ιδέα, μόνο όμως σε ό,τι αφορά στην ικανοποίηση του ιδίου θελήματος και στη δικαίωση των παθών. Αρνείται την υπακοή στο Θεό και επιβάλλει άλλες υπακοές, οι οποίες τελικά οδηγούν τον άνθρωπο στη μεγαλύτερη υποδούλωση: την ήττα της ψυχής από την επιβίωση και την θεοποίηση των αγαθών που καθιστούν το θάνατο κυρίαρχο.
Η Παναγία μας υπενθυμίζει την κλήση του Θεού, η οποία μας δίδει ζωή και εν τω παρόντι και εν τω μέλλοντι αιώνι. Και μεσιτεύει για τον καθένα μας να λάβει, εφόσον το επιλέξει, την δρόσο της κοινωνίας μ’ Εκείνον. Στη χαρά της γιορτής λοιπόν ας επαναθεωρήσουμε τους προσανατολισμούς μας και ας ξαναδούμε, με τη βοήθειά της, τι σημαίνει κοινωνία με το Θεό στο Πρόσωπο του Κυρίου Ιησού, όχι απλώς ως ιδέα, αξίες, θρησκεία, αλλά ως επανεύρεση της οδού της αγάπης που γίνεται Ζωή.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός