Dogma

Το έργο του Μίκη Θεοδωράκη, η Ορθόδοξη Εκκλησία και η Ελληνορθόδοξη Παράδοση

Γράφει ο Μ. Βαρβούνης, Καθηγητής Λαογραφίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστήμιου Θράκης

Πολλά έχουν γραφτεί τα τελευταία χρόνια, και πολλά επίσης μετά τον θάνατο του Μίκη Θεοδωράκη, τον Σεπτέμβριο του 2021, σχετικά με το έργο και τις πηγές έμπνευσης του σπουδαίου αυτού μουσικού, ποιητή, συγγραφέα και πολιτικού, μιας πραγματικά αναγεννησιακής προσωπικότητας. Ανάμεσα σε αυτά, αρκετά ήταν τα δημοσιεύματα για τη σχέση του Θεοδωράκη με τον ελληνικό πολιτισμό, λαϊκό και προσωπικό, αλλά και την ελληνορθόδοξη παράδοση, ακόμη δε και με την Ορθόδοξη Εκκλησία. Σε όσα ακολουθούν δεν θα ασχοληθούμε με την προσωπική θρησκευτική πίστη του συνθέτη, καθώς αυτό είναι ζήτημα που πρωτίστως αφορούσε τον ίδιο, όσο ζούσε. Θα ασχοληθούμε όμως με τα σημεία εκείνα του έργου του που φανερώνουν συνάφεια και συναρμογή προς την Ορθόδοξη Εκκλησία και τον ελληνορθόδοξο πολιτισμό μας εν γένει.

Αποτελεί κοινή παραδοχή το ότι ο Θεοδωράκης είναι μεγάλος, επειδή κατάφερε να εκφράσει προπάντων το λαό του, και δευτερευόντως άλλους αγωνιζόμενους λαούς του κόσμου. Νομίζω ότι μόνο με τα έργα του Διον. Σολωμού και του Μίκη Θεοδωράκη στο στόμα και στην καρδιά οι Έλληνες αγωνίστηκαν και θυσιάστηκαν κατά τη διάρκεια της νεότερης ιστορίας μας. Και αυτή η επιτυχία οφείλεται αφενός μεν στο ότι μίλησε στο λαό στην ίδια τη γλώσσα του, και αφετέρου ότι στο έργο του συμπύκνωσε τα πανανθρώπινα αιτήματα για κοινωνική δικαιοσύνη, φιλοπατρία, ισότητα και αποκατάσταση των αδικιών, για την ελπίδα και την ανάταση της πίστης, για την αισιοδοξία της νεότητας και του έρωτα.

Ωστόσο, τα περισσότερα – αν όχι όλα – από αυτά βρίσκονται από αιώνες τώρα στην ουσία της ελληνορθόδοξης παράδοσης του λαού μας, όχι μόνο στο επίπεδο των εκφραστικών μέσων, όπως ο δεκαπεντασύλλαβος, οι ρυθμοί και οι μελωδίες της εκκλησιαστικής και της λαϊκής μουσικής παράδοσης, οι λέξεις και οι λεκτικοί τρόποι της επικοινωνίας, αλλά και στον χώρο των εννοιών. Για παράδειγμα, η ανάταση της πίστης και η ελπίδα της αποκατάστασης των κακώς κειμένων απαντά τόσο στα αγιολογικά κείμενα των χριστιανών μαρτύρων, όσο και σε αφηγήσεις ζωής πολιτικών και κοινωνικών αγωνιστών. Φυσικά είναι άλλες οι αρχές, οι αφετηρίες και το ευρύτερο περιβάλλον στις δύο αυτές περιπτώσεις, παραμένουν όμως κοινές η στόχευση και η έκφραση, η εκδήλωση και η τελική πραγμάτωση του αγωνιστικού αυτού φρονήματος.

Ουσιαστικά, ο Μίκης Θεοδωράκης εμπνεύστηκε από την ελληνορθόδοξη παράδοσή μας και από την Ορθόδοξη Εκκλησία, καθώς είναι φανερό από το έργο του ότι προσέγγισε με σεβασμό και με διάθεση μαθητείας τις εκδηλώσεις τους. Μέσα στην μουσική του αντανακλώνται ιδέες και απόψεις, στάσεις και επιλογές ζωής, που επί χρόνια βίωνε και βιώνει ο λαός μας στα πλαίσια του κοινοτικού – ενοριακού πνεύματος, στα πανηγύρια και στην ευρύτερη μεταφυσική και κοινωνική βιοθεωρία του, η οποία έχει πάντα ελληνορθόδοξο πλαίσιο και πρόσημο. Άλλωστε οι Έλληνες επί αιώνες αγωνίστηκαν με τους ιερείς τους επικεφαλής, με την ακράδαντη πίστη ότι ο Χριστός, η Παναγία και οι άγιοι ευλογούσαν τον αγώνα τους και τους προστάτευαν και με την πεποίθηση ότι θα νικούσαν, επειδή κατείχαν το ηθικό πλεονέκτημα του δίκαιου αγώνα. Μια ματιά στις ανάλογες απόψεις που αποτυπώνονται στα απομνημονεύματα των αγωνιστών του 1821, μπορεί να μας πείσει για του λόγου το αληθές.

Αυτό ήταν το μέγιστο δίδαγμα που άντλησε ο Μίκης Θεοδωράκης από τη ζωή και τη δράση του, αυτή πιστεύω ότι ήταν η λυδία λίθος των ενωτικών επιλογών και δράσεών του τις τελευταίες δεκαετίες, αυτή ήταν ίσως και η βασική σκέψη του, πάνω στην οποία σχεδίασε και περιέγραψε τον τρόπο με τον οποίο θέλησε να αποχαιρετήσει τον κόσμο μας, μεταβαίνοντας στην αιωνιότητα, και για τον οποίο πολύς λόγος έγινε τον τελευταίο καιρό. Και τούτο επειδή πιστεύω ότι ο Θεοδωράκης είχε πλήρως κατανοήσει, βίωνε και θέλησε να εκφράσει την διαχρονική ενότητα του Ελληνισμού, αυτήν που αναθεωρητές και φονταμενταλιστές, εθνομηδενιστές και πατριδοκάπηλοι συχνά πολεμούν, όμως συνεχίζει να αποτελεί βίωμα του λαού, όχι γιατί κατασκευάστηκε στα πλαίσια της προσπάθειας του ελληνικού κράτους να συγκροτηθεί, αλλά επειδή προϋπήρχε του κράτους ως κοινό βίωμα και επίτευγμα των Ελλήνων.

Τούτοι είναι, πιστεύω, οι βασικοί λόγοι για τους οποίους η μουσική του θα απομείνει ζωντανή στο πέρασμα των χρόνων, των δεκαετιών και των αιώνων, όπως συμβαίνει με τα πραγματικά κλασικά έργα της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς. Τούτο είναι που κατά κύριο λόγο εξασφαλίζει και εγγυάται την οικουμενικότητα του έργου του, αφού με την μουσική του η ελληνορθόδοξη παράδοση φώτισε και άλλους λαούς, που αγωνίστηκαν και συνεχίζουν να αγωνίζονται με τις μελωδίες του στο στόμα και την καρδιά τους. Γιατί το κλασικό εκφράζει οικουμενικές και πανανθρώπινες αλήθειες, και η ιστορία του πολιτισμού μας δείχνει ότι ο Ελληνισμός διαχρονικά υπήρξε ικανός να αφομοιώνει, να επεξεργάζεται, να νοηματοδοτεί και να ανακατασκευάζει ιδέες και επιδράσεις, προβαίνοντας σε νέες συνθέσεις με πανανθρώπινη αποδοχή. Άλλωστε και ο χριστιανισμός μέσα από το ελληνικό πνεύμα εκφράστηκε, και δι’ αυτού απευθύνθηκε στα έθνη, για να φωτίσει τους λαούς.

Αυτή την ελληνορθόδοξη παράδοση, που ενίοτε οι σπουδασμένοι στα μεγάλα πανεπιστήμια πέραν του Ατλαντικού περιφρονούν, παραθεωρούν ή και υπονομεύουν, ο Μίκης Θεοδωράκης εγκολπώθηκε, μελέτησε, κατανόησε και εξέφρασε μέσα από τα έργα του. Γι’ αυτό και τα έργα του θα μείνουν εις το διηνεκές, σε αντίθεση ίσως με τις όποιες «εκσυγχρονιστικές» προσπάθειες, όσες αντιστρατεύονται το πνεύμα και την ουσία της παράδοσης, που η ιστορία μας δείχνει ότι συνήθως ακολουθούν την μοίρα της φθοράς των εμπνευστών και εφαρμοστών τους.