Dogma

Ελληνικά Λαΐκά Τελετουργικά Λατρευτικά Ε’

Του Δρος Μ. Βαρβούνη

Τέλος εδώ θα πρέπει να αναφερθεί και η λατρευτική και ευετηρική μαζί τελετουργία των «αγερμών», που συνοδεύει πολλούς σταθμούς του ελληνικού λαϊκού ετήσιου εορτολογικού κύκλου. Πρόκειται για εθιμικά καθορισμένες συγκεντρώσεις ομάδων παιδιών η μεγαλυτέρων κατοίκων μιας παραδοσιακής κοινότητος, ώστε να περιέλθουν τελετουργικά τα σπίτια του χωριού η το σύνολο του παραγωγικού και καλλιεργησίμου χώρου της κοινότητος. Η εθιμική αυτή συνήθεια παρατηρείται ήδη από τα αρχαία χρόνια, όπως επίσης και σε άλλους, πλην του ελληνικού, λαούς, η δε λέξη που την προσδιορίζει προέρχεται από το ρήμα «αγείρω» (συναθροίζω), από την οποία προέρχεται και το «πανηγύρι».

Τους αγερμούς συνήθως τελούν τα παιδιά, και στην κατηγορία αυτή ανήκουν, για παράδειγμα, τα κάλαντα των μεγάλων εορτών του Δωδεκαημέρου, η το χελιδόνισμα της 1ης Μαρτίου, με το οποίο υποδέχονταν συμβολικά την άνοιξη μέσω των χελιδονιών. μάλιστα, τα χελιδονίσματα αυτά υπάρχουν στα νεώτερα χρόνια, όπως υπήρχαν και κατά την αρχαία και την βυζαντινή περίοδο. Τα παιδιά που τελούν τον αγερμό συνήθως κρατούν και χρησιμοποιούν πρωτόγονα μουσικά όργανα, αλλά και σύμβολα της συγκεκριμένης γιορτής, ομοιώματα ναών, ομοιώματα του Λαζάρου, τον Εσταυρωμένο κ.λπ.

Πρόκειται για μαγικοθρησκευτικά τραγούδια, αφού μαζί με το θρησκευτικό νόημα της ημέρας επικαλούνται και μία γενικότερη μαγική επίδραση για το καλό της σοδιάς, γι’ αυτό και αρχικά η αμοιβή των συμμετεχόντων ήταν καρποί και προϊόντα της γης. στην ελληνική λαογραφία μαρτυρούνται επίσης και αγερμοί γυναικών, όπως κατά το Σάββατο του Λαζάρου, με τις «Λαζαρίνες» της Μακεδονίας, και της Βορείου Ελλάδος γενικότερα, αλλά και αγερμοί κοριτσιών, όπως συμβαίνει με την «περπερούνα» ή «περπερίτσα».

Έτσι ονομάζεται ένα δρώμενο με πολλές κατά τόπους παραπλήσιες ονομασίες, κατά το οποίο μεταμφίεζαν ένα μικρό κορίτσι με φυτομορφικές μεταμφιέσεις, και το περιέφεραν στο χωριό, οι νοικοκυρές σε κάθε σπίτι του έριχναν νερό στο κεφάλι με ένα ποτιστήρι και έδιναν σε όλητήν ομάδα ξηρούς καρπούς και διάφορα φαγώσιμα, ενώ τραγουδούσαν μία ικετήριο επωδή για την πρόκληση βροχής. Οι νοικοκυρές πάλι ανοίγουν τις πόρτες και τις αυλές τους, και προσφέρουν στους ομίλους αυτούς φρούτα, καρπούς, γλυκίσματα και, στα νεότερα χρόνια, χρήματα.

Επίσης, αγερμοί μαρτυρούνται για την προετοιμασία ειδικών λατρευτικών εθίμων του ετήσιου εορτολογικού κύκλου, όπως του «Καλόγερου» στην Θράκη, του «Λειδινού» στην Αίγινα κ.λπ. τα αγερμικά τραγούδια που συνοδεύουν τα δρώμενα αυτά της λαϊκής λατρείας αφηγούνται το ιστορικό της αντίστοιχης θρησκευτικής εορτής, η εκφράζουν την προσδοκία της κοινότητας για τα μαγικά και συμβολικά αποτελέσματα που προσδοκώνται από την τέλεση του δρωμένου.

Ουσιαστικά πρόκειται για πανάρχαια και προχριστιανικά μορφώματα της ελληνικής λαϊκής λατρείας, με αγροτική προέλευση και σχέση προς την ευόδωση της παραγωγής, που επιβίωσαν και στα χριστιανικά χρόνια, και εντάχθηκαν στα έθιμα της λαϊκής λατρείας διαφόρων χριστιανικών εορτών, διατηρώντας την κυριαρχική θέση τους στα πλαίσια του ελληνικού λαϊκού εορτολογικού κύκλου.

Ιστορικά, οι αρχικοί αγερμοί των αρχαίων ήταν έρανοι ιερέων η μάντεων, που περιέρχονταν ψάλλοντας τα θαύματα των θεών και τελούσαν θεραπείες, προσδοκώντας αμοιβή, απ’ όπου και η λέξη «αγύρτης». Αργότερα, την ίδια λειτουργία επιτελούσαν τα παιδιά, που κρατώντας την «ειρεσιώνη», ένα κλαδί με φύλλα, κατά τις εορτές των Θαργηλίων και των Πυανοψίων περιέρχονταν τα σπίτια, έψαλαν επαίνους και ευχές, και λάμβαναν ως αμοιβή διάφορα φαγώσιμα.

Στην βυζαντινή εποχή, αγερμούς παρόμοιους με τους σημερινούς μαρτυρεί ήδη από τον 12ο αι. ο Ιωάννης Τζέτζης, ενώ στα χρόνια της οθωμανικής κατάκτησης οι αγερμοί συνεχίστηκαν, αποτελώντας ένα από τα ενοποιητικά παραδοσιακά εθιμικά της λαϊκής λατρευτικής μας παράδοσης. Τόσο πολύ πίστευαν μάλιστα στη δύναμη των ευχών που έλεγαν τα παιδιά στους αγερμούς τους, ώστε σε χωριά της Δυτικής Θεσσαλίας μαρτυρείται ότι σε περίπτωση κλοπής ανέθεταν στα παιδιά να εκφωνούν τελετουργικές κατάρες κατά τον αγερμό, και αυτό είχε συχνά ως συνέπεια ο κλέφτης να επιστέφει, από φόβο μήπως κακοπάθει, τα κλοπιμαία.