Dogma

Φλωρίνης Ειρηναίος: Η Εκκλησία είναι ο χώρος της ευχαριστίας

Η σημερινή Κυριακή μας τοποθετεί μπροστά σε ένα θαύμα του Ιησού Χριστού που ξεπερνά τη θεραπεία του σώματος και φανερώνει το βάθος της σωτηρίας της ψυχής. Δέκα άνθρωποι, πληγωμένοι όχι μόνο από την ασθένεια της λέπρας αλλά και από την απόρριψη της κοινωνίας, στέκονται σε απόσταση. Με φωνή γεμάτη πόνο και ελπίδα αναφωνούν: «Ιησού, Διδάσκαλε, ελέησέ μας». Η λέπρα εκείνης της εποχής δεν σήμαινε απλώς σωματικό πόνο, σήμαινε αποκλεισμό από τον ναό, από την οικογένεια, από κάθε ανθρώπινη σχέση.

Ο λεπρός θεωρούνταν νεκρός πριν πεθάνει. Ο Χριστός δεν τους αγγίζει ούτε τους θεραπεύει αμέσως. Τους ζητά να υπακούσουν στον λόγο Του και να πάνε προς τους ιερείς. Καθώς βαδίζουν στον δρόμο της εμπιστοσύνης, καθαρίζονται. Έτσι αποκαλύπτεται ένα μεγάλο πνευματικό μυστήριο. Η χάρη του Θεού ενεργεί μέσα στην υπακοή και η θεραπεία γεννιέται εκεί όπου ο άνθρωπος εμπιστεύεται τον Θεό πριν ακόμη δει το αποτέλεσμα.

Όμως, από τους δέκα που έλαβαν το ίδιο θαύμα, μόνο ένας επιστρέφει. Αυτός δεν είναι Ιουδαίος, αλλά Σαμαρείτης, ξένος και περιφρονημένος. Εκείνος επιστρέφει δοξάζοντας τον Θεό με δυνατή φωνή και πέφτει στα πόδια του Χριστού ευχαριστώντας Τον. Τότε ο Κύριος αναρωτιέται: «Δεν καθαρίστηκαν και οι δέκα; Οι άλλοι εννέα πού είναι;». Οι εννέα πήραν τη θεραπεία και συνέχισαν τη ζωή τους. Ο ένας όμως πήρε τον Χριστό. Και εκεί ακούγεται ο λόγος που μεταμορφώνει το θαύμα σε σωτηρία: «Σήκω και πήγαινε. Η πίστη σου σε έχει σώσει». Οι εννέα έλαβαν υγεία. Ο ένας έλαβε ζωή αιώνια.

Η ευγνωμοσύνη δεν είναι απλώς μία καλή συμπεριφορά. Είναι τρόπος υπάρξεως. Είναι η στιγμή κατά την οποία ο άνθρωπος αναγνωρίζει ότι τίποτε δεν του ανήκει πραγματικά και ότι όλα του χαρίζονται. Όποιος δεν ευχαριστεί, ζει σαν να είναι αυτάρκης, σαν να είναι ο ίδιος κύριος της ζωής του. Δέχεται τα δώρα και ξεχνά τον Δωρητή. Και τότε, ακόμη και τα θαύματα δεν τον σώζουν. Το μυστήριο της ζωής δεν βρίσκεται στο πόσα αποκτούμε αλλά στο πώς στεκόμαστε απέναντι σε όσα αποκτούμε. Δεν σώζονται όσοι θεραπεύονται αλλά όσοι επιστρέφουν. Δεν ζουν όσοι απλώς αναπνέουν αλλά όσοι ευχαριστούν.

Ζούμε σε μια εποχή όπου όλα θεωρούνται αυτονόητα, η υγεία, η εργασία, το φως, το ψωμί, η οικογένεια, η Εκκλησία, ακόμη και ο ίδιος ο Θεός. Τον αναζητούμε στις δυσκολίες και Τον λησμονούμε στις ευκολίες. Κι όμως, κάθε πρωί που ανοίγουμε τα μάτια μας είναι θαύμα και κάθε ημέρα που μας χαρίζεται είναι πρόσκληση σωτηρίας.

Ο Σαμαρείτης δεν γύρισε για να ζητήσει κάτι ακόμη. Γύρισε για να ευχαριστήσει. Μέσα στην ευχαριστία του συνάντησε όχι απλώς τον ευεργέτη αλλά τον Πατέρα. Όχι μόνο τη θεραπεία αλλά τη σωτηρία. Εκείνος που ευχαριστεί ανοίγει την καρδιά του στον Θεό και εκεί όπου κατοικεί ο Θεός αρχίζει η αληθινή ζωή.

Η Εκκλησία είναι ο χώρος της ευχαριστίας. Η Θεία Λειτουργία είναι η καρδιά της Εκκλησίας, η αδιάκοπη δοξολογία του κόσμου προς τον Θεό. Εκεί μαθαίνουμε ποιοι είμαστε και από Ποιον ζούμε. Εκεί παύουμε να μετράμε τι μας λείπει και αρχίζουμε να ευχαριστούμε για όσα μας χαρίστηκαν.

Αν θέλουμε το σημερινό Ευαγγέλιο να μη μείνει απλώς ένα κείμενο που ακούσαμε, αλλά να γίνει τρόπος ζωής, ας κρατήσουμε δύο αλήθειες βαθιά μέσα μας. Πρώτον, ότι κάθε ημέρα είναι δώρο Θεού και όχι αυτονόητο δικαίωμα. Και δεύτερον, ότι χρειάζεται να επιστρέφουμε στον Χριστό όχι μόνο όταν πονάμε αλλά κυρίως όταν ευλογούμαστε με τις πολλές δωρεές του. Με αυτό τον τρόπο, η ευχαριστία μας γίνεται σωτηρία και η πίστη μας γίνεται φως που δεν σβήνει ποτέ. Και τότε θα ακουστεί και σε εμάς ο λόγος του Χριστού: «Σήκω και πήγαινε. Η πίστη σου σε έχει σώσει».

Αμήν.