Dogma

Η Μητρόπολη Κερκύρας για την Κυριακή του Ασώτου

Μόνο μέσα στην Εκκλησία, στο σπίτι του Θεού που είναι πατέρας μας, μπορούμε να χορτάσουμε την πείνα μας για ελευθερία και νόημα ζωής. Ο Θεός μας αγαπά και μας  προσφέρει την ζωή, τα χαρίσματα, την αναγνώριση, την χαρά. Δεν οργίζεται μαζί μας για την αγνωμοσύνη μας.

Η παραβολή του Ασώτου Υιού (Λουκ. 15, 11-32) αποτελεί για την Εκκλησία μία από τις πιο χαρακτηριστικές εκείνες διηγήσεις των Ευαγγελίων, που μαρτυρούν τι είναι ο Θεός, τι είναι ο άνθρωπος και τι τελικά είναι η ίδια η Εκκλησία. Ένα από τα κλειδιά για να ερμηνεύσουμε την παραβολή είναι η πείνα.

Η πείνα του νεώτερου υιού

Πείνα για ελευθερία, για ζωή χωρίς δεσμεύσεις, για ζωή χωρίς έλεγχο βιώνει ο νεώτερος υιός της παραβολής. Η πείνα αυτή είναι που τον κάνει να ζητά, ίσως και με θρασύ τρόπο από τον πατέρα του, «το επιβάλλον μέρος της ουσίας». Η πείνα αυτή είναι που τον κάνει να αποδημήσει «εις χώραν μακράν». Για να χορτάσει αυτή την πείνα διασκορπίζει την ουσία του «ζων ασώτως». Και αυτή η πείνα θα τον κάνει να μην αφήσει τίποτε για τον εαυτό του, για το μέλλον. Όλα θα τα ζήσει «εδώ και τώρα».

Διαπιστώνει όμως ότι οι απολαύσεις, οι εφήμερες σχέσεις, η επίδειξη τον εξαντλούν, χωρίς να κρατούνε για πάντα. Τότε καταλαβαίνει ότι πεινά για κάτι άλλο: για το αγαθό του νοήματος, το «γιατί ζω;» Στο πατρικό του σπίτι το νόημα της ζωής εμπερικλείονταν στην αγάπη προς τον πατέρα και στην αγάπη του πατέρα προς αυτόν, στην σχέση δηλαδή πατρότητας και υιότητας. Ο νεώτερος υιός θέλει να ζήσει ελεύθερα, χωρίς πατέρα. Το μόνο που βλέπει όμως μπροστά του τελικά είναι ο θάνατος. Θα δοκιμάσει να μην επιστρέψει βόσκοντας χοίρους. Θα οδηγηθεί στο να χορτάσει την πείνα του με ό,τι χειρότερο υπήρχε από πλευράς και ηθικής και πνευματικής. Αλλά ούτε κι εκεί θα βρει τροφή, καθώς κανείς δεν θα του δώσει ούτε τα ξυλοκέρατα. Η πείνα του για ελευθερία τον οδήγησε στο έσχατο σημείο της υποδούλωσης. Υποταγμένος στα υλικά, να μην έχει ούτε κι αυτά.

Η επιστροφή και ο Πατέρας

Έτσι, «αφού έρθει στα σύγκαλά του», κατανοεί ότι δεν μπορεί να ζήσει χωρίς τη σχέση με τον πατέρα του. Βεβαίως, δεν ζητά την αποκατάστασή του στο «αρχαίον κάλλος», αλλά λίγο από το περίσσιο ψωμί που τρώνε οι εργάτες του πατέρα του. Από την υποδούλωση στον εαυτό του, στις απολαύσεις της ζωής και την ασωτία, θα προτιμήσει την εργασία στο σπίτι του πατέρα του. Από την πείνα, την ταπεινή σχέση, στην οποία όμως δεν θα ξοδεύει ό,τι του δόθηκε, αλλά θα αγωνίζεται για να το λάβει. Και θα πάρει την οδό της μετανοίας, την οδό της επιστροφής.

Ο πατέρας του όμως θα ξεπεράσει με την στάση του κάθε προσδοκία. Χωρίς να μιλήσει καν, μόνο αγκαλιάζοντας και φιλώντας τον υιό του, του τα προσφέρει και πάλι όλα. Τον αποκαθιστά δίδοντάς του τα καλύτερα ρούχα. Του δίδει την ελευθερία με το δαχτυλίδι. Του προσφέρει την αρχοντιά με τα υποδήματα. Και του χορταίνει την πείνα, όχι με οποιοδήποτε φαγητό, αλλά με το σιτευτό μοσχάρι, με την πιο εκλεκτή και επίσημη τροφή που θα μπορούσε να του προσφέρει.

Το σπίτι του Πατέρα

Μόνο μέσα στην Εκκλησία, στο σπίτι του Θεού που είναι πατέρας μας, μπορούμε να χορτάσουμε την πείνα μας για ελευθερία και νόημα ζωής. Ο Θεός μας αγαπά και μας  προσφέρει την ζωή, τα χαρίσματα, την αναγνώριση, την χαρά. Δεν οργίζεται μαζί μας για την αγνωμοσύνη μας. Περιμένει. Και όταν στην επιστροφή του κάθε ασώτου υιού, εμφανίζεται ένας πρεσβύτερος, αυτός που  αισθάνεται την σχέση με τον Πατέρα ως σχέση ανάγκης, υποχρέωσης, ανταμοιβής και διαμαρτύρεται διότι ο Πατέρας δεν επιστρατεύει την δικαιοσύνη της τιμωρίας, αλλά την αγάπη της συγχώρεσης και της αποκατάστασης, ο Πατέρας δείχνει ότι μόνο η αγάπη στην σχέση μαζί του ελευθερώνει αληθινά.

Ας δούμε λοιπόν ποια είναι η πείνα μας στην ζωή και αν ως προς την καρδιά μας είμαστε σαν τον νεώτερο υιό, ακόμη κι αν ανήκουμε στην κατηγορία του πρεσβυτέρου.