Dogma

Καισαριανής Δανιήλ: Η αποκάλυψη του Θεού και η εκούσια αποδοχή του θελήματός Του

Του Μητροπολίτου Καισαριανής, Βύρωνος και Υμηττού κ. Δανιήλ

Ο πιστός καθοδηγείται στη ζωή του από τον Θεό για να αποκτήσει επίγνωση του θελήματός Του και της αληθείας Του προφυλάσσοντάς τον από την κακία, ώστε αποκτώντας τις αρετές να γίνει «κοινωνός θείας φύσεως» (Β΄ Πέτρου α΄, 4) . Αυτή την βοήθεια ο πάνσοφος Δημιουργός την προσφέρει με την Αγία Γραφή.

Η αποκάλυψη του Θεού, του θελήματός Του

και των έργων Του στην Αγία Γραφή

Στην Αγία Γραφή αποκαλύπτεται ο Θεός, η φύση Του, το θέλημά Του και τα έργα Του. Δεν ήταν δυνατό να γνωρίσει ο άνθρωπος τον Θεό, αν ο ίδιος ο Θεός δεν φανερωνόταν σ’ αυτόν.  Αλλά ο Θεός θέλησε ν’ αποκαλυφθεί ο Ίδιος στον άνθρωπο και, όπως παραστατικότατα αναφέρεται στην Γένεση του Μωϋσέως, αμέσως μετά την δημιουργία του ανθρώπου και την εγκατάστασή του στον Παράδεισο της Εδέμ, ο Θεός επισκεπτόταν το ζεύγος των Πρωτοπλάστων καθημερινώς κατά το δειλινό (Γενέσεως γ΄, 8).

Στον Μωϋσή αποκαλύφθηκε μ’ ένα μοναδικό τρόπο ο Θεός, στον οποίο δόθηκε γραπτά ο θείος νόμος (Δεκάλογος) στο όρος  Σινά (Γενέσεως γ΄, 8). Ο Μωυσής έγραψε την ιστορία της επιδόσεως σ’ αυτόν του γραπτού νόμου, μαζί και με όσα άλλα φανέρωσε σ’ αυτόν ο Θεός, καθώς και εκείνα που μέχρι της εποχής του είχαν διασωθεί από την προφορική παράδοση των προγόνων του. Και με τον τρόπο αυτό προέκυψαν τα πρώτα ιερά βιβλία του Ισραηλιτικού λαού, γνωστά μέχρι σήμερα με το κοινό όνομα «Πεντάτευχος του Μωυσέως».

Η Παλαιά Διαθήκη περιέχει την πρώτη γραπτή  αποκάλυψη του Θεού και του θελήματός Του. Επειδή όμως ο άνθρωπος είχε καταπέσει, ένεκα της αμαρτίας, και δεν  ήταν σε θέση ν’ αντιληφθεί ακόμη περισσότερα πράγματα περί του Θεού, ούτε και ολόκληρο το θέλημά Του, ο Ίδιος ο Θεός θέλησε ν’ αποκαλυφθεί τότε εν μέρει μόνον, δηλ. όσον ήταν δυνατόν να γίνει την εποχή εκείνη αντιληπτό από τους ανθρώπους «καθώς ηδύναντο» και δεν ζήτησε περισσότερα πράγματα απ’ αυτούς, παρά μόνον όσα ήταν απαραίτητα για να κάμουν τα πρώτα καλά βήματα στο δρόμο του Θεού, από τον οποίο τόσο πολύ είχαν απομακρυνθεί.

Αυτή η αποκάλυψη δεν έγινε προς όλους γενικά τους ανθρώπους, διότι στους περισσοτέρους απ’ αυτούς ούτε αυτή δεν ήταν δυνατό να γίνει αντιληπτή. Αλλά με μεγάλη σοφία ο Θεός προετοίμασε το κατάλληλο έδαφος με ένα λαό, το λαό του Ισραήλ, ο οποίος γι’ αυτό ονομάσθηκε στην ιστορία «εκλεκτός» λαός του Θεού, δηλ. εκλεγμένος λαός από τον Θεό για να εκπληρώσει ένα συγκεκριμένο σκοπό στα σχέδια του Θεού. Για τον καταρτισμό  αυτού του λαού εργάσθηκε με πολλή υπομονή και μακροθυμία για πολλούς αιώνες. Μεταξύ  αυτού του λαού, αναδείχθηκαν άνθρωποι ικανοί να του μεταδώσουν όσα ο Θεός τους φανέρωνε. Αυτοί οι άνθρωποι είναι οι Πατριάρχες, οι Προφήτες και οι Δίκαιοι του Ισραήλ. Και σ’ αυτούς οφείλεται  και η συγγραφή των ιερών βιβλίων της Παλαιάς Διαθήκης, στα οποία περιέχονται και όσα ο Θεός θέλησε τότε να φανερώσει για χάρη του λαού Του και όσα έπραξε, επίσης χάρη του ιδίου λαού, για να τον καταρτίσει και να τον καταστήσει ικανό να χρησιμεύσει ως κέντρο και πυρήνας της θρησκευτικής και ηθικής αναμορφώσεως της ανθρωπότητας. Αυτό ακριβώς αργότερα το αντιλήφθηκε και θαυμάσια το καθόρισε ο δίκαιος Συμεών στην περίφημη ευχαριστήριο προσευχή του, όταν αξιώθηκε να δεχθεί στις αγκάλες του τον Σωτήρα ως βρέφος 40 ημερών (Λουκά β΄, 26-35) .

«Ότε ήλθε το πλήρωμα του χρόνου», γεννήθηκε εκ της Παρθένου Μαρίας ο Θεάνθρωπος Λυτρωτής, ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός, ο ενανθρωπήσας Υιός και Λόγος του Θεού. Τότε  συμπληρώθηκε και  ολοκληρώθηκε η αποκάλυψη του Θεού και του θελήματός Του.  Ο τρόπος, με τον οποίο έγινε αυτή η συμπλήρωση και η ολοκλήρωση της θείας αποκαλύψεως διά του Ιησού Χριστού, δηλαδή τα γεγονότα της ζωής και η διδασκαλία του Ιησού Χριστού εκτέθηκε από τους αυτόπτες και αυτήκοους μάρτυρές Του, δηλαδή από εκείνους που αυτοπροσώπως Τον γνώρισαν και Τον άκουσαν και από εκείνους που τα πληροφορήθηκαν απ’ αυτούς στα τέσσαρα Ευαγγέλια (Κατά Ματθαίον, Κατά Μάρκον, Κατά Λουκάν, Κατά Ιωάννην). Οι δύο «Διαθήκες», η Παλαιά που γράφτηκε προ Χριστού και η Καινή που γράφτηκε μετά Χριστόν, αποτελούν την Αγία Γραφή (ή τις Αγίες Γραφές ή την Βίβλο), που περιέχεται ο γραπτός λόγος του Θεού, η γραπτή αποκάλυψη περί του Θεού και του θελήματός Του, και η οποία αποτελεί την μία από τις δύο ιερές πηγές της ορθοδόξου πίστεως της «Μιάς, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας μας». Η δεύτερη πηγή της Ορθοδόξου πίστεώς μας είναι η «Ιερά Παράδοσις».

 

Ελατήρια  που μας ωθούν από την αποκάλυψή Του στην εκούσια αποδοχή και την υπακοή μας στο θέλημά Του.

 

α) Η μεγαλειότητα του Θεού

Η αγία Γραφή περιγράφει με ζωηρές εικόνες και εξυμνεί την μεγαλειότητα του Θεού:

“Μεγάλα και θαυμαστά τα έργα σου, Κύριε, Θεέ παντοκράτορα! Δίκαιες κι αληθινές οι ενέργειές σου, βασιλιά των εθνών! Ποιος δε θα φοβηθεί. Κύριε, και ποιος δε θα δοξάσει το όνομά σου; Εσύ μονάχα είσαι άγιος κι όλα τα έθνη θα έρθουν για να σε προσκυνήσουν, γιατί φανερώθηκαν οι βουλές σου»” (Αποκάλυψεως ιε΄ 3-4, Πρβλ. Ψαλμού με΄ (μστ΄) 45, 9-11).

 

β) Η αγάπη του Θεού

Το μέγεθος της ασύγκριτης αγάπης του Θεού για τους ανθρώπους αναφέρει ο ευαγγελιστής της αγάπης, ο Ιωάννης, στο Ευαγγέλιό του με την φράση “ Ούτω γαρ ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε τον υιόν αυτού τον μονογενή έδωκεν, ίνα πας ο πιστεύων εις αυτόν μη απόληται, αλλ’ έχη ζωήν αιώνιον” (Ιωάννου γ΄ 16). Αυτή την αγάπη του Θεού υμνεί και ο απόστολος Παύλος (Βλ. Προς Εφεσίους β΄ 4-10).

γ) Η δικαιοσύνη του Θεού

Την δικαιοσύνη του Θεού εξυμνούν οι μάρτυρες της πίστεως και του ευαγγελίου στο ουράνιο θυσιαστήριο: “Και ήκουσα του θυσιαστηρίου λέγοντος· Ναί, Κύριε ο Θεός ο παντοκράτωρ, αληθιναί και δίκαιαι αι κρίσεις σου” (Αποκάλυψεως ιγ΄ 7).

 

δ) Η σοφία του Θεού

Όλες οι ενέργειες του Θεού φανερώνουν την σοφία Του κατά τους λόγους του αποστόλου Παύλου: “Ο Θεός δηλαδή, τους άφησε όλους να πέσουν στην ανυπακοή, για να δείξει σ’ όλους το έλεός του. Πόσο απέραντος είναι ο πλούτος,  η σοφία κι η γνώση του Θεού! Πόσο ανεξερεύνητες είναι οι αποφάσεις του. Κι ανεξιχνίαστο τα σχέδιά του!” (Ρωμαίους ια΄ 32,33).

Μόνο με το πνεύμα της σοφίας Του, που Εκείνος μας δίδει, μπορούμε να εννοήσουμε τις σωστικές ενέργειες του Θεού  (Βλ. Προς Εφεσίους α΄ 17-23).

ε) Η πίστη μας στο Θεό

Ακόμη κι όσοι υποφέρουν, οφείλουν να υπακούσουν με εμπιστοσύνη στο Θεό Πατέρα (βλ. Α΄ Πέτρου δ΄ 19).

στ) Η δική μας αμαρτωλότητα

Όταν ο άνθρωπος αναγνωρίζει την αμαρτωλότητά του, τότε κινείται προς υπακοή του Θεού (βλ. Ιερεμίου  γ΄ 39 και Μιχαίου ζ΄ 9).