Dogma

Βεροίας Παντελεήμων: Να μένουμε αμετακίνητοι στην πίστη μας στον Χριστό

Στη Θεία Λειτουργία προεξήρχε ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας κ. Παντελεήμων, ο οποίος κήρυξε και τον θείο λόγο, ενώ συμμετείχαν οι κατηχητές και οι κυκλάρχες που διακονούν στις ενορίες της Ιεράς μας Μητροπόλεως.

Το απόγευμα της Τετάρτης 29 Δεκεμβρίου, στον ιερό ναό των Αγίων Αναργύρων Βεροίας τελέστηκε η καθιερωμένη εσπερινή Αρχιερατική Θεία Λειτουργία προς τιμήν της Αγίας ενδόξου μάρτυρος Ανυσίας.

Στη Θεία Λειτουργία προεξήρχε ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας κ. Παντελεήμων, ο οποίος κήρυξε και τον θείο λόγο, ενώ συμμετείχαν οι κατηχητές και οι κυκλάρχες που διακονούν στις ενορίες της Ιεράς μας Μητροπόλεως.

Ο Σεβασμιώτατος στην ομιλία του ανέφερε μεταξύ άλλων:

«Χειρί σου πλουσιωτάτῃ νείμασα, πλοῦτον ἐπίκηρον, πλουτοποιόν ἐκέρδησας ζωήν … καί θησαυρόν ἀκήρατον, Μάρτυς».

Πρίν ἀπό λίγες ἡμέρες ἑορτάσαμε τή γέννηση τοῦ Κυρίου μας. Ἑορ­τά­σαμε αὐτό τό μοναδικό γεγονός στήν ἱστορία τοῦ κόσμου, κατά τό ὁποῖο ὁ Θεός, «πλούσιος ὤν ἐπτώ­χευσεν, ἵνα ὑμεῖς τῇ ἐκείνου πτω­χείᾳ πλουτήσητε», ὅπως γρά­φει ὁ ἱδρυτής τῆς τοπικῆς μας Ἐκκλη­σί­ας, πρωτοκορυφαῖος ἀπόστολος Παῦ­λος.

Ὁ Θεός, πού εἶναι «ὁ θησαυρός τῶν ἀγαθῶν», πού εἶναι πλούσιος σέ ὅλα τά ἐπίπεδα πού μπορεῖ νά φαντασθεῖ καί νά σκεφθεῖ ὁ ἄν­θρω­πος, «ἐπτώχευσε». Τά παραμέ­ρι­σε ὅλα, ἄδειασε τόν ἑαυτό του ἀπό τά πάντα, «ἐκένωσεν ἑαυτόν», γιά νά γίνει ἄνθρωπος, γιά νά ἔλθει στή γῆ καί νά κάνει ἐμᾶς, τούς ἀνθρώπους, πλούσιους. Καί αὐτό συνέβη, γιατί ὁ Θεός δέν εἶναι πλούσιος, ὅπως οἱ πλούσιοι ἄν­θρω­ποι πού κρατοῦν τόν πλοῦτο γιά τόν ἑαυτό τους, ἀλλά εἶναι γε­μά­τος ἀπό ἀγάπη γιά τό πλάσμα του, εἶναι «πλούσιος ἐν ἐλέει» καί θέλει νά κάνει καί ἐμᾶς μετόχους τοῦ πλούτου του.

Αὐτοῦ τοῦ πλούτου του ἔγινε μέ­τοχος καί ἡ ἁγία μεγαλομάρτυς Ἀνυ­σία πού τιμοῦμε καί ἀπόψε, ὅπως καί κάθε χρόνο, μέ τήν ἑσπερινή θεία Λει­τουργία γιά τούς συνεργάτες τοῦ πνευματικοῦ ἔργου τῆς Ἱερᾶς μας Μητροπόλεως.

Καί πῶς τό κατόρ­θωσε αὐτή ἡ νεαρή μάρτυς; Τό κατόρθωσε μέ τόν τρόπο πού μᾶς περιγράφει ὁ ἱερός ὑμνογράφος, λέγοντας: «Χει­ρί σου πλουσιωτάτῃ νείμασα, πλοῦ­τον ἐπίκηρον, πλουτοποιόν ἐκέρ­δησας ζωήν … καί θησαυρόν ἀκήρατον, Μάρτυς».

Ἦταν γόνος μιᾶς πλούσιας οἰκο­γενείας τῆς Θεσσαλονίκης ἡ ἁγία Ἀνυσία, ἀλλά δέν κράτησε τόν ὑλικό πλοῦτο γιά τόν ἑαυτό της. Τόν μοίρασε σέ ὅσους εἶχαν ἀνάγκη καί κράτησε γιά τόν ἑαυτό της τόν πραγματικό καί ἄφθαρ­το πλοῦτο τῆς πίστεως στόν Χριστό. Μέ αὐτόν τόν πλοῦτο ὡς ἐφόδιο βάδισε ἡ ἁγία Ἀνυσία στό μαρτύριο. Θυσίασε τή ζωή της γιά τόν Χριστό καί κέρδισε ὄχι μόνο τήν αἰώνιο ζωή ἀλλά καί τούς οὐ­ρα­νίους θησαυρούς πού ἔχει ἑτοι­μάσει ὁ Θεός γιά ὅλους ὅσους τόν πιστεύουν καί τόν ἀγαποῦν.

Ἄς μήν νομίσουμε ὅμως ὅτι αὐτό πού ἔκανε ἡ ἁγία Ἀνυσία ἦταν κάτι εὔκολο. Ἄς μήν νομίσουμε ὅτι ἡ ζωή της κοντά στόν Χριστό ἦταν κάτι ἁπλό καί δέν εἶχε δυσκολίες καί ἐμπόδια. Ἡ ἁγία Ἀνυσία ζοῦσε σέ μία εἰδωλολατρική ἐποχή, σέ μία ἐποχή πού οἱ ἄνθρω­ποι γύρω της πίστευαν σέ ψεύτι­κους θεούς καί ἦταν βυθισμένοι στήν ἁμαρτία, σέ μία ἐποχή κατά τήν ὁποία κυρι­αρ­χοῦσε ἡ κακία, ἡ σκληρότητα καί ἡ ἀνηθικότητα, καί ἦταν ἐξαι­ρετικά δύσκολο γιά μία νέα κοπέλα καί μάλιστα γιά μία νέα χριστιανή, ὅπως ἦταν ἡ ἁγία Ἀνυσία, νά ζήσει τήν ἐν Χριστῷ ζωή.

Καί ὄχι μόνο γι᾽ αὐτό, ἀλλά καί γιατί ἡ πίστη στόν Χριστό βρισκό­ταν ὑπό διωγμό, σκληρό καί ἀνελέ­η­το, καί ὅποιος πίστευε στόν Χρι­στό, παραβίαζε τίς ἐντολές τοῦ αὐ­τοκράτορος, ὁδηγεῖτο στό μαρ­τύ­ριο καί καλεῖτο εἴτε νά ἀρνηθεῖ τήν πίστη του εἴτε τή ζωή του.

Μέσα σέ αὐτές ὅμως τίς δύσκολες συνθῆκες, μέσα στά τόσα ἐμπόδια, ἡ ἁγία Ἀνυσία ὄχι μόνο τόλμησε νά πιστεύει στόν Χριστό καί νά ὁμο­λο­γεῖ τήν ἀγάπη της πρός Αὐτόν, ἀλλά καί νά θυσιάσει τά νιάτα της καί τή ζωή της γιά νά μήν τόν ἀρ­νηθεῖ καί νά μήν χωρισθεῖ ἀπό τήν ἀγάπη του.

Καί αὐτό πού ἔχει νά πεῖ ἡ ἁγία Ἀνυσία καί σέ μᾶς πού τήν τιμοῦμε ἀπόψε εἶναι ὅτι δέν θά πρέπει νά φοβούμεθα ἀπό τίς δυσκολίες πού συναντοῦμε στόν κόσμο καί στή ζωή μας, δέν θά πρέπει τά ἐμπόδια ἤ οἱ πειρασμοί καί οἱ δοκιμασίες πού θά ἀντιμετωπίσουμε νά μειώ­σουν τήν πίστη μας καί τήν ἀγάπη μας πρός τόν Χριστό. Δέν θά πρέπει οἱ εἰρωνεῖες ὅσων δέν πιστεύουν, τά σχόλια ἤ ἡ κριτική πού μποροῦν νά κάνουν εἰς βάρος τῆς Ἐκκλη­σί­ας καί εἰς βάρος μας, γιατί ἀγα­ποῦ­με τόν Χριστό, γιατί ἀγωνιζόμεθα νά εἴμεθα καθαροί καί στήν ψυχή καί στό σῶμα, γιατί μετέχουμε στή μυστηριακή ζωή τῆς Ἐκκλησίας μας, ἐξομολογούμεθα, κοινωνοῦμε Σῶμα καί Αἷμα Χριστοῦ, γιατί θέ­λου­με νά ζοῦμε τήν ἐν Χριστῷ ζωή, νά μᾶς ἀποθαρρύνουν καί νά μᾶς ἀπομακρύνουν ἀπό τήν προσπά­θειά μας αὐτή.

Ἀντίθετα μάλιστα, ὅσο θά βλέ­που­με τά ἐμπόδια γύρω μας, τόσο περισσότερο θά πρέπει νά μένουμε σταθεροί, νά μένουμε ἑδραῖοι καί ἀμετακίνητοι στήν πίστη καί τήν ἀγάπη μας στόν Χριστό· τόσο πε­ρισ­­σότερο θά πρέπει νά ἀγωνι­ζό­με­θα νά ὑπερβαίνουμε αὐτά τά ἐμπό­δια, ἀδια­φορώντας γιά τή στά­ση καί τίς ἐπιλογές τῶν ἄλλων ἀν­θρώ­πων. Καί ἔτσι, μιμούμενοι τό παράδειγμα τῆς ἁγίας Ἀνυσίας, ἡ ὁποία ἀκολούθησε μέχρι τέλους τόν Χριστό, θυσιάζοντας τά πάντα, ἀκόμη καί τή ζωή της, ὥστε νά ἀπολαμβάνει στόν οὐρανό τήν αἰ­ώ­νιο ζωή καί τά ἀγαθά πού ἑτοί­μασε ὁ Θεός «τοῖς ἀγαπῶσιν αὐ­τόν», θά μπορέσουμε καί ἐμεῖς μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ νά πλησιά­σου­με τόν Χριστό καί νά ζήσουμε ἑνω­μένοι μαζί του καί ἐδῶ στή γῆ ἀλλά καί στόν οὐρανό.