Η αγάπη ως κοινωνική συμπεριφορά και ως σχέση με τον Θεό

  • Από Dogma
αγάπη

«Η αγάπη ως κοινωνική συμπεριφορά και ως σχέση  με τον Θεό», ήταν το θέμα της ομιλίας του Πρωτοσύγκέλλου της Ιεράς Μητρόπολης Αλεξανδρουπόλεως Αρχιμανδρίτη Ειρηναίου Λαφτσή, κατά τον Γ΄Κατανυκτικό Εσπερινό στο Μητροπολιτικό Ναό Αγίου Νικολάου. 

«Η εκκλησία μιλώντας και ορίζοντας την αγάπη βλέπει ένα πρόσωπο, τον Θεάνθρωπο Χριστό. Η κοινωνία μιλώντας και ορίζοντας την αγάπη βλέπει ένα κίνημα φιλοσοφικό που το ονομάζει ουμανισμό ή ανθρωπισμό. Η μεγάλη διαφορά των δύο ορισμών κατά την άποψή μας είναι ότι, με τον ουμανισμό, η κοινωνία αντιμετωπίζει κάποιες δυσκολίες αυτής της ζωής. Με τον Χριστό, ο άνθρωπος ξεπερνά όχι απλώς τις δυσκολίες αυτής της ζωής αλλά τον οδηγεί στην αιώνια ζωή. Η αγάπη και η δοκιμασία γίνεται η αιτία της αθανασίας του.», σημείωσε μεταξύ άλλων ο Αρχιμανδρίτης Ειρηναίος Λαφτσής.

Η Εκκλησία μας τιμά σήμερα Κυριακή Β’ νηστειών τη μνήμη ενός μεγάλου Θεολόγου του Αγίου Γρηγορίου Παλαμά, αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης. Τιμούμαι την μνήμη του δύο φορές τον χρόνο. Πρώτη στις 14 Νοεμβρίου που είναι η ημέρα της Κοιμήσεώς του το έτος 1359, και δεύτερη την σημερινή ημέρα , την πρώτη Κυριακή μετά την εορτή της Ορθοδοξίας επειδή η νίκη επί των θεωριών του Βαρλαάμ θεωρείται εφάμιλλη της νίκης κατά των εικονομάχων.
Θα προσπαθήσουμε να αναπτύξουμε σε τρία μέρη το θέμα μας που είναι: Η αγάπη ως κοινωνική συμπεριφορά και ως σχέση με τον Θεό.
Στο πρώτο μέρος, θα αναφερθούμε στην αγάπη της κοινωνίας και των μελών της, αυτό που ονομάζουμε ουμανισμό ή ανθρωπισμό ή ακτιβισμό και θα δούμε την διαφορά με τον χριστιανισμό. Στο δεύτερο μέρος, θα εξηγήσουμε την έννοια της Χριστιανικής αγάπης και πως αυτή εξαρτάται από την σχέση μας τον Θεό.Και στο τρίτο μέρος, θα δούμε πως αυτή η αγάπη βιώνεται μέσα στη ζωή της Εκκλησίας των χριστιανών.Στην προσπάθειά μας θα μας βοηθήσουν τα έργα του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά.

Για να κατανοήσουμε καλύτερα το θέμα μας θα πρέπει να ορίσουμε, τι είναι αγάπη για την κοινωνία και τι για την εκκλησία.

Η εκκλησία μιλώντας και ορίζοντας την αγάπη βλέπει ένα πρόσωπο, τον Θεάνθρωπο Χριστό. Η κοινωνία μιλώντας και ορίζοντας την αγάπη βλέπει ένα κίνημα φιλοσοφικό που το ονομάζει ουμανισμό ή ανθρωπισμό. Η μεγάλη διαφορά των δύο ορισμών κατά την άποψή μας είναι ότι, με τον ουμανισμό, η κοινωνία αντιμετωπίζει κάποιες δυσκολίες αυτής της ζωής. Με τον Χριστό, ο άνθρωπος ξεπερνά όχι απλώς τις δυσκολίες αυτής της ζωής αλλά τον οδηγεί στην αιώνια ζωή. Η αγάπη και η δοκιμασία γίνεται η αιτία της αθανασίας του.

Ας δούμε όμως την αγάπη στην κοινωνική της διάσταση.
Καταρχήν, αγάπη είναι οποιαδήποτε σκέψη και πράξη, μας βγάζει από το εγώ μας για να υπηρετήσουμε τους άλλους. Κοινωνικά ταυτίζεται με τις έννοιες: αλληλεγγύη, αλτρουισμός, φιλανθρωπία, κοινωνική πολιτική.
Είναι λέξεις που τα τελευταία χρόνια ακούμε καθημερινά. Τον τελευταίο καιρό στην πατρίδα μας αντιμετωπίζουμε το μεγάλο πρόβλημα της μεταναστεύσεως και των θυμάτων της. Βλέπουμε ανθρώπους όλων των ηλικιών να δοκιμάζονται ακόμη και να πεθαίνουν χωρίς να ξέρουμε το γιατί. Από την άλλη μεριά βλέπουμε να τους βοηθούν πολλές ομάδες ανθρώπων που δεν ταυτίζονται μεταξύ τους εθνικά, κοινωνικά, θρησκευτικά και οικονομικά.
Τι οδηγεί όλους αυτούς τους ανθρώπους στο να υπηρετούν τους μετανάστες; Ποιος ή ποια είναι η πηγή της αγάπης τους; Ας φέρουμε ως παράδειγμα στην συγκεκριμένη στιγμή έναν χριστιανό στην Ειδομένη και έναν άθεο ή αλλόθρησκο που η αγάπη, η ελεημοσύνη, η φιλανθρωπία του ενός, ο ουμανισμός, η πολιτική του ιδεολογία, η κοινωνική θέση του άλλου, τους ωθούν να υπηρετούν και να βοηθούν τους μετανάστες.

Ας θυμηθούμε την παραβολή της κρίσεως που μας δίνει ένα βασικό νόημα. Ότι θα σωθούν όσοι έδειξαν αγάπη χωρίς κανένα κριτήριο επιλογής αγάπης προς όλους. Ας αναλύσουμε και εμείς μαζί με τον Γρηγόριο1 την παραβολή αυτή για να δώσουμε την απάντηση στο πρώτο μας μέρος κάνοντας την σύγκριση των δύο ανθρώπων.

Σκεφτείτε ότι δύο άνθρωποι, ο «άνθρωπος αγάπης» και ο «χριστιανός», εκφράζουν την αγάπη προς τον συνάνθρωπο για την οποία ο Χριστός κάνει λόγο. Κάνουν φιλανθρωπίες, επισκέπτονται τους φυλακισμένους, ντύνουν τους γυμνούς, ταΐζουν τους πεινασμένους, φιλοξενούν τους ξένους, περιθάλπουν τους αρρώστους. Ο «άνθρωπος αγάπης» είναι ένας άνθρωπος που δεν πιστεύει στον Θεό, τον αρνείται, αδιαφορεί για το Θεό, αλλά αγαπάει τον συνάνθρωπό του και κάνει αγαθοεργίες. Ο «χριστιανός» είναι ένας άνθρωπος βαπτισμένος στο όνομα της Αγίας Τριάδος, προσπαθεί να αγωνίζεται, εξομολογείται, μετανοεί και ταπεινά χωρίς να το διαλαλεί προβαίνει στις ίδιες ενέργειες που προβαίνει ο «άνθρωπος αγάπης». Το αποτέλεσμα πραγματικά είναι το ίδιο. Και οι δύο εκφράζουν την αγάπη τους.

Κι εδώ ερχόμαστε στο σημαντικότερο, στην ουσία των συμβεβηκότων. Ποια είναι η πηγή της αγάπης; Για τον «άνθρωπο αγάπης» η αγάπη είναι ένα αίσθημα πηγαίο, συνειδησιακό, αυθόρμητο ή αυτοπροβολής. Μπορεί με ιδιοτελή χαρακτήρα, μπορεί και με ανιδιοτελή. Για τον «χριστιανό» η αγάπη είναι ο Θεός. Τίποτε άλλο. Αίσθημα πηγαίο, συνειδησιακό, χωρίς ιδιοτελή κριτήρια όταν εκφράζει την φιλανθρωπία του στα κρυφά για να δοξαστεί το Άγιο όνομα του Θεού και όχι ο ίδιος. Εκείνο που κάνει τους δύο ανθρώπους διαφορετικούς ως προς την σχέση προαίρεσης και πηγής έκφρασης της αγάπης είναι η αρχή της. Για τον «άνθρωπο αγάπης» δεν είναι ο Θεός. Για τον «χριστιανό» είναι ο Θεός. Ο «άνθρωπος αγάπης» κινείται κι ενεργεί στα πλαίσια του ανθρωπισμού (π.χ. του δυτικού), ενώ ο «χριστιανός» στα πλαίσια του ορθόδοξου ανθρωπισμού όπως εκφράζεται στη θεολογία της ορθόδοξης Ανατολής.

Μα θα μου πείτε, είναι τόσο σημαντικό από πού εμπνέεται κάποιος για να εκφράσει την αγάπη; Δεν φτάνει το αποτέλεσμα της ενέργειας αυτής; Αφού και ο «άνθρωπος αγάπης» και ο «χριστιανός» αγαπούν τον συνάνθρωπό τους, τον ντύνουν, τον περιθάλπουν και τον φροντίζουν. Κι όμως παρά το αποτέλεσμα των ενεργειών τους, ο «άνθρωπος αγάπης» και ο «χριστιανός» έχουν διαφορετική φιλοσοφική προσέγγιση του γεγονότος, η οποία γίνεται στον μεν «άνθρωπο αγάπης» μία μη – χριστοκεντρική προσέγγιση, ενώ στον «χριστιανό» χριστοκεντρική. Για τον «χριστιανό» ο Χριστός είναι το κέντρο της αγάπης ή μάλλον καταλληλότερα «ο Θεός αγάπη εστί»2. Δεν έχει απλά αγάπη, αυτή την ιδιότητα δηλαδή του να αγαπά, αλλά ο Ίδιος αποτελεί τον ορισμό της αγάπης. Η αγάπη δεν είναι στην περίπτωση αυτή μία ηθική ιδιότητα του Θεού με αναφορά σε μία ετερότητα, αλλά ο Θεός ο Ίδιος είναι η αγάπη.

Ο ανθρωπισμός δημιουργεί ανθρωπιστικά ιδεώδη και αξίες (ελευθερία, αγάπη, δικαιοσύνη, ειρήνη, μόρφωση, δημοκρατία, σεβασμός) και γεννά ανθρώπους ικανούς, δίκαιους, μορφωμένους. Ο ορθόδοξος ανθρωπισμός γεννά αγίους. Βλέπει τον Χριστό στο πρόσωπο όλων των πασχόντων συνανθρώπων και χωρίς να τους ξεχωρίζει, τους διακονεί. Δεν αρκεί «να επιλέγεις το καλό» όπως έλεγε ο Θαλής ο Μιλήσιος, αλλά να εμβαπτίζεις το καλό, τη δικαιοσύνη, τη σωτηρία, την αγάπη, την ελευθερία στο Όνομα του Τριαδικού Θεού.

Για τον χριστιανό ο «άλλος», ο «διαφορετικός», ο «ξένος» δεν είναι άλλος από τον Χριστό. Είναι ένα πρόσωπο, ενταγμένο στην ελευθερία που έδωσε ο Δημιουργός Θεός στο δημιούργημά του. Είναι ένας διαφορετικός από εμένα που με έχει ανάγκη. Και με έχει ανάγκη επειδή πεινάει, διψάει, νοσεί σωματικά, ψυχικά και δεν έχει να μείνει κάπου αλλά είναι άστεγος. Αυτός είμαι εγώ και εγώ πρέπει να γίνω αυτός. Όπως κι εκείνος είναι εγώ και είναι ο Ίδιος ο Χριστός. Άρα εγώ δι’ αυτού μπορώ να γίνω ο Χριστός.

Για την οικείωση της ετερότητας στον δικό μου εαυτό, θα μας υπενθυμίσει ο Απόστολος Παύλος: «Μην αμελήσετε να προσφέρετε φιλοξενία στους ξένους, γιατί έτσι κάποιοι έχουν υποδεχθεί αγγέλους χωρίς να το γνωρίζουν»3. Μία ακόμη αναφορά αυτής της οικείωσης, συναντάται στο καταπληκτικό δοξαστικό του Μ. Σαββάτου, όπου δεν γίνεται απλά μία αναφορά στο δόσιμο προς τον ξένο (δός τω ξένω) αλλά η οικείωση – πρόσληψη του σε μένα (δός μοι τούτον τον ξένον) 4.

Εκείνο που προκαλεί εντύπωση στην ευαγγελική περικοπή5 είναι το γεγονός ότι ο Χριστός στην περικοπή του Ευαγγελίου δεν ρώτησε τους αμαρτωλούς, ούτε τους δίκαιους ποιες είναι οι πεποιθήσεις τους ή οι λατρευτικές τους συνήθειες, πώς ντύνονται, πώς ζούνε, πού ζούνε, αν νηστεύουν, αν κάνουν μετάνοιες, αν προσεύχονται.
Θέλω να μείνω στο σημείο αυτό και για να το ενισχύσω, παραθέτω το κάτωθι απόσπασμα σχετικά με την παρούσα ευαγγελική περικοπή: «Βλέπετε πως υπάρχει μία βασική διαφορά μεταξύ της κοσμικής φιλανθρωπίας και της χριστιανικής αγάπης ΄΄για τους ελαχίστους΄΄. Κρίνοντας εξωτερικά και οι δύο είναι όμοιες, δίνω στον φτωχό κατά τον ίδιο τρόπο με εσένα. Οι δικές μου πράξεις φιλανθρωπίας μπορεί στην πραγματικότητα να είναι ίδιες μ’ εκείνες του άπιστου. Παρόλα αυτά υπάρχουν διαφορετικοί κόσμοι … Δίνω στον φτωχό επειδή βλέπω τον Χριστό σ’ αυτόν, επειδή αυτός – ο φτωχός, ο άρρωστος, ο άστεγος – είναι ένας άλλος Χριστός για μένα. Αν παρόλα αυτά δεν υπάρχει Χριστός, τότε ποιοι οι λόγοι να κάνεις τα καλό; Επειδή βοηθώντας τον φτωχό μπορώ να εξαλείψω τη φτώχια. Φροντίζοντας τον άρρωστο, μπορώ να ξεριζώσω την αρρώστια. Ντύνοντας τον άστεγο, μπορώ να κάνω αυτόν τον κόσμο ένα καλύτερο μέρος. Ποιό είναι το λάθος πράττοντας έτσι, ίσως ρωτήσετε … Αυτός που κάνει το καλό όχι για χάρη του Χριστού, μπορεί να το κάνει πιστεύοντας ότι είναι ο Χριστός. Μπορεί να το κάνει μόνο κάνοντας τον εαυτό του Χριστό. Και αυτό είναι στην πραγματικότητα βλασφημία … » .

Επομένως στον άλλο που πάσχει βλέπω τον Χριστό και τον βοηθάω. Αυτός είναι ο λόγος που τον συμπονώ και ενεργώ αγαπητικά. Όχι επειδή γενικά είναι καλό να βοηθάμε τους πάσχοντες. Πίσω από τον φτωχό, τον άρρωστο, τον φυλακισμένο βρίσκεται ο Χριστός. Και αυτό βεβαιώνει πως η ορθόδοξη πίστη δεν είναι ένα ιδεολόγημα, ούτε μια φιλανθρωπική ιδέα, ούτε μία διακήρυξη βγαλμένη από τα σπλάγχνα του άθεου διαφωτισμού, άλλωστε ζούμε στις ημέρες μας τα τραγικά αποτελέσματα του διαφωτισμού στην Ευρώπη. Η Ορθόδοξη πίστη είναι η Αποκάλυψη του Θεού στον άνθρωπο που πάσχει, που πονά, που υποφέρει και ως άλλος «ξένος και αλήτης»7 θέλει να σωθεί.
Η ευαγγελική περικοπή αναδεικνύει την ομορφιά του ορθόδοξου ανθρωπισμού που στην ουσία αποτελεί έναν ανθρωπισμό εγκεντρισμένο στο Θεανδρικό Πρόσωπο του Ιησού Χριστού.
Μεταξύ του κοινωνικού ανθρωπισμού και του ορθόδοξου, οι διαφορές είναι τεράστιες και αγεφύρωτες. Και οι δύο αναφέρονται στον άνθρωπο, αλλά η ανθρωπολογική τους θεώρηση έγκειται στο πώς τον βλέπουν.
Ο Χριστός εστιάζει στην απλότητα. Αναδεικνύει διά των λόγων Του την αγάπη ως μείζων διάθεση της ψυχής, ως άγια ευαισθησία, ως ανένταχτη ενέργεια. Και δεν ζητάει περισσότερα. Προσέξτε τι γράφει ο ιερός Χρυσόστομος: «Δεν είπε ήμουν στη φυλακή και με απελευθερώσατε, ήμουν άρρωστος και με θεραπεύσατε, αλλά ήλθατε προς με».8 Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς μας βοηθάει να καταλάβουμε γιατί ο Χριστός στην περικοπή αυτή μνημόνευσε την ελεημοσύνη ως το βασικό κριτήριο στη σωτηρία του ανθρώπου. Γράφει λοιπόν: «… διότι πρέπει και αυτήν, ως δείγμα και καρπό της αγάπης, να την έχει σαν κεφαλή που υπέρκειται όλων των άλλων αρετών αυτός που πρόκειται να κληρονομήσει την αΐδια εκείνη βασιλεία».

Το στοιχείο που διαπνέει όλη την ευαγγελική περικοπή είναι η αγάπη. Η αγάπη συνδέει τον άνθρωπο με τον συνάνθρωπο και με τον Θεό. Αγαπά τον άλλον σημαίνει ότι, πράττω όπως ο Χριστός. Τον διακονώ, δηλαδή τον περιθάλπω, τον φροντίζω, του δίνω να φάει, τον φιλοξενώ, στέκομαι στις δοκιμασίες του, τον περιποιούμαι, τον επισκέπτομαι από τα βαριά σίδερα της φυλακής και του στέκομαι όχι υπαρξιακά, αλλά κενωτικά. Το ευαγγελικό ανάγνωσμα της Κυριακής των Απόκρεω είναι ό,τι πιο ανατρεπτικό θα μπορούσε να γραφτεί και ειπωθεί για τη σωτηρία του ανθρώπου. Εκεί που θα περίμενε κάποιος να μιλήσει ο Χριστός για νηστεία, προσευχές, μετάνοιες, κ.ο.κ., διαβάζει ότι η σωτηρία της ψυχής περνάει μέσα από την αγάπη και γίνεται ελεημοσύνη και φιλανθρωπία. Ο Χριστός στο κατεξοχήν κείμενο που αναφέρεται στο πώς θα κρίνει την ανθρωπότητα, δίνει γροθιά τους τύπους και αναδεικνύει την ελευθερία του πνεύματος και όχι τη δουλεία στο πνεύμα, ήτοι στο γράμμα του νόμου.
Ο Χριστός, αυτός ο «ξένος» και «αλήτης» όπως τον λέει ο ιερός Χρυσόστομος, δεν εντάχτηκε ποτέ σε κύκλους, δεν διακόνησε ποτέ τους εκλεκτούς, αλλά υπήρξε ανένταχτος, αντιρρησίας κοσμικής συνείδησης και αναρχικός ενάντια στην εξουσία του διαβόλου και του αλλοτριωτικού πνεύματος της εποχής του. Το ίδιο θα έπραττε και σήμερα. Και θα δίδασκε όπως και τότε, ότι η ψυχή σώζεται όταν αγαπήσουμε τον Θεό με όλη μας την ψυχή και διάνοια, και τον συνάνθρωπό μας όπως τον εαυτό μας. Σίγουρα θα ξαναέκανε την επανάστασή του ενάντια στην κοσμική νοοτροπία και στις καθεστηκυίες αντιλήψεις.

Ο Χριστός όπως διαβάζουμε στην ευαγγελική περικοπή εστίασε στην αγάπη προς τον συνάνθρωπο και έτσι έδειξε το Έλεός Του. Δεν επικεντρώνει στο αν εσύ φοράς κοντές φούστες ή μίνι. Αν έχεις χτυπήσει tattoo ή henna στο πόδι. Αν ακούς βυζαντινή μουσική ή metal. Αν έχεις κάνει piercing σε σημείο του σώματός σου. Αν έχεις κάνει σχέση εκτός γάμου. Αν σου αρέσει να ζεις άσωτα. Αν πουλάς το σώμα σου. Αν παίρνεις ναρκωτικά. Αν δεν νηστεύεις τις ημέρες της νηστείας, πόσο μάλλον δε αν τρως λάδι κατά τις ημέρες αυτές. Αν δεν προσεύχεσαι και εκκλησιάζεσαι. Αν δεν κάνεις καθημερινά μετάνοιες. Αν δεν συμμετέχεις στη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας. Δεν μίλησε για όλα αυτά στο ευαγγέλιο της Κυριακής τον Απόκρεω.

Ρώτησε απλά αν αγαπάς τον άλλον και αν έδειξες αυτή σου την αγάπη. Αν προσπάθησες να τον συμπονέσεις και βοηθήσεις και όχι αν τα κατάφερες τελικά, δείχνοντας πως η σωτηρία περνάει μέσα από την αγάπη προς τον άλλον. Αγάπη που δεν είναι αφηρημένη και απροσδιόριστη, ούτε νοείται ως αρετή ή ύψιστο αγαθό, αλλά έχει αρχή και τέλος τον Θεάνθρωπο.

Η διαφορά του ενός ανθρώπου από τον άλλον είναι ότι για τον χριστιανό, ο αγαπώμενος γίνεται πρόσωπο, όχι άτομο που ταυτίζεται με τον Χριστό και ο στόχος είναι η Βασιλεία των ουρανών δια του πλησίον. Ενώ στον μη χριστιανό η αγάπη έχει ημερομηνία λήξεως αφού περιορίζεται σε αυτόν τον κόσμο. Εάν στη ζωή μας δεν έχουμε εν Χριστώ αγάπη, τότε δεν μπορούμε να ζήσουμε ευτυχισμένοι επειδή:
Η Δύναμη χωρίς αγάπη σε κάνει «επιθετικό»
Η Τιμή χωρίς αγάπη σε κάνει «ψυχοπαθή»
Το Καθήκον χωρίς αγάπη σε κάνει «κακόκεφο»
Η Ευθύνη χωρίς αγάπη σε κάνει «αδίστακτο»
Η Δικαιοσύνη χωρίς αγάπη σε κάνει «σκληρό»
Η Αλήθεια χωρίς αγάπη σε κάνει «κριτικό»
Η Εξυπνάδα χωρίς αγάπη σε κάνει «πονηρό»
Η Ευγένεια χωρίς αγάπη σε κάνει «υποκριτή»
Η Γνώση χωρίς αγάπη σε κάνει «τυρρανικό»
Η Περιουσία χωρίς αγάπη σε κάνει «τσιγκούνη»
Η Πίστη χωρίς αγάπη σε κάνει «φανατικό»
Η αγάπη και του ενός και του άλλου είναι έμφυτη, επειδή είναι εικόνες του Θεού. Όμως για τον μη χριστιανό η αγάπη του είναι εγκλωβισμένη στο εγώ του, στην φιλαυτία του. Γι’ αυτό ο Θεός έδωσε ως πρωταρχική εντολή στους ανθρώπους την αγάπη προς τον Θεό & προς τον πλησίον. Χωρίς τις δύο αυτές αγάπες ο άνθρωπος δεν μπορεί να τελειωθεί ως πρόσωπο. Δεν φτάνει μόνο να υπηρετήσει και να ταΐσει έναν πεινασμένο επειδή «οὐκ ἐπ΄ ἄρτῳ μόνῳ ζήσετε ἄνθρωπος».

Ας δούμε το δεύτερο μέρος της σημερινής μας αναφοράς: την αγάπη σε σχέση με τον Χριστό.
Η αγάπη χωρίς Χριστό είναι ελλιπής κατά τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά.
Ο Χριστιανισμός καλεί τον άνθρωπο στην ζωή του Χριστού. Τον καλεί να γίνει συνοδοιπόρος και μιμητής του Χριστού. Ο Χριστιανισμός δεν αποτελεί κάποια ηθική ή κοινωνική διδασκαλία. Ούτε πάλι είναι απλώς κάποια θρησκεία, αλλά συνδέεται άρρηκτα και συνυφαίνεται με το πρόσωπο του Χριστού· είναι η εν Χριστώ και κατά Χριστόν ζωή. Ο χριστιανός βαπτίζεται, για να ενταχθεί στο σώμα του Χριστού, και συμπορευθεί μαζί Του· για να γίνει μέτοχος της ζωής του Χριστού και να ζήσει ως μιμητής Του. «Ὡς οὖν ἐκεῖνος ἐβίω καί ἀπεβίω, καί ἀνέστη καί ἀνελήφϑη, οὕτω καί ἡμεῖς ζῶμεν καί ἀποϑνήσκομεν καί ἀναστησόμεϑα πάντες· τῆς δέ ἀναλήψεως οὐ πάντες τευξόμεϑα, ἀλλ’ ὅσοις τό ζῇν Χριστός ἐστι, καί τό δι’ αὐτόν ἀποϑανεῖν κέρδος, ὅσοι πρό τοῦ ϑανάτου τήν ἁμαρτίαν διά μετανοίας καί τῆς εὐαγγελικῆς πολιτείας ἐσταύρωσαν».10 Δηλαδή: όπως λοιπόν εκείνος έζησε και πέθανε, αναστήθηκε και αναλήφθηκε, έτσι κι εμείς ζούμε και πεθαίνουμε και θα αναστηθούμε όλοι. Την ανάληψη όμως δεν θα την επιτύχουμε όλοι αλλά μόνο εκείνοι για τους οποίους ζωή είναι ο Χριστός, οπότε ο θάνατος γίνεται κέρδος κατά τον Απόστολο Παύλο και εννοεί αυτούς που πριν τον θάνατο τους σταύρωσαν την αμαρτία με την μετάνοιά τους και την Ευαγγελική ζωή.

Αξίζει ιδιαίτερα να σημειωθεί ότι κατά την ορθόδοξη διδασκαλία, όπως αναφέρεται και στον άγιο Γρηγόριο Παλαμά, η συμπόρευση με τον Χριστό δεν φθάνει μόνο ως τον σταυρό ή την ανάσταση, αλλά επεκτείνεται και στην ανάληψη, που ανυψώνει τον άνθρωπο στην αιώνια δόξα και Βασιλεία του Θεού. Εκεί άλλωστε πραγματοποιείται και η τελείωση του ανθρώπου ως προσώπου «καϑ’ ὁμοίωσιν Θεοῦ».

Η είσοδος του ανθρώπου στην οδό της τελειώσεως και της θεώσεώς του, αρχίζει με το βάπτισμα και την είσοδό του στην Εκκλησία. Εκεί για πρώτη φορά ο άνθρωπος συναντά τον Χριστό. Η σχέση του ανθρώπου με τον Θεό έχει υπαρξιακό χαρακτήρα. Πραγματοποιείται μέσα στον άνθρωπο, στο κέντρο της υπάρξεώς του, στην βαθιά καρδιά του, που την χαρακτηρίζει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ως θρόνο της χάριτος.11 Άλλωστε ο ίδιος ο Θεός έδωσε στον άνθρωπο αυτή την καρδιά για να τον γνωρίσει και να τον προσεγγίσει. Η περίοδος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής έχει ως σκοπό την γνωριμία του ανθρώπου με τον Θεό.

Για να γνωρίσουμε όμως τον Θεό, πρέπει να αποβάλουμε το προσωπείο του, που είναι επίπονο έργο και δεν κατορθώνεται χωρίς την χάρη του Θεού. Όπως τα φυτά, παρατηρεί ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, πρέπει να υποστούν τις ταλαιπωρίες των καιρικών μεταβολών, για να αναπτυχθούν και να καρποφορήσουν,12 έτσι και ο πιστός πρέπει να υπομείνει πολλές εκούσιες και ακούσιες δοκιμασίες, για να φθάσει στην τελειότητα. Επισημαίνει μάλιστα ότι χωρίς την υπομονή των ακούσιων πόνων δεν καρποφορούν οι εκούσιοι. Γι’ αυτό χρειάζεται να προγυμνάζεται ο πιστός με εκούσιους πόνους, ώστε να συνηθίσει να αδιαφορεί για την ηδονή και τη δόξα, και να υποφέρει εύκολα τις ακούσιες προσβολές. Ο ταπεινός μάλιστα άνθρωπος, που έχει την πτωχεία του πνεύματος, βλέπει ότι του χρειάζονται τα ισχυρότερα φάρμακα για την μετανοία. Γι’ αυτό όχι μόνο δέχεται πρόθυμα κάθε θλίψη και πειρασμό, αλλά και χαίρεται γι’ αυτά, γιατί τα βλέπει ως φάρμακα που θεραπεύουν την ψυχή και καθαρίζουν το ειδεχθές προσωπείο του.

Όταν αποβληθεί το προσωπείο αυτό, αποδεσμεύεται ο νους του ανθρώπου, συγκεντρώνεται όλος στην καρδιά του και ανυψώνεται στον Θεό. Η καθολική αυτή αναφορά του ανθρώπου στον Θεό προϋποθέτει μακροχρόνια άσκηση, προσοχή και προσευχή. Είναι σε όλους γνωστό, πόσο γρήγορα σκορπίζει ο νους του ανθρώπου κατά τη διάρκεια της προσευχής σε πλείστα όσα άσχετα πράγματα. Είναι γνωστό, πόσο εύκολα μοιράζεται η καρδιά του και στρέφονται οι φροντίδες και τα ενδιαφέροντά του σε αντικείμενα ξένα ή και αντίθετα προς τον Θεό και το θέλημά Του. Και όταν κάποιος είναι τόσο μοιρασμένος και προσκολλημένος στον κόσμο και στα πράγματα του κόσμου, δεν μπορεί να τηρήσει πραγματικά την πρώτη και μεγάλη εντολή.

Ο πολιτισμός της εποχής μας και το πνεύμα από το οποίο αυτή κατευθύνεται, βρίσκονται σε διαμετρικά αντίθετη κατεύθυνση. Η ταπείνωση, η άσκηση, η εκούσια φτώχεια, το πνευματικό πένθος είναι πράγματα σχεδόν άγνωστα. Αντιθέτως η έπαρση, η άνεση, η κατανάλωση, η εξωστρέφεια και η διασκέδαση προβάλλονται ως ύψιστοι στόχοι. Και αυτά ισχύουν όχι μόνο για τον θρησκευτικά αδιάφορο κόσμο, αλλά και για τα ίδια τα μέλη της Εκκλησίας. Κυριαρχεί ο κόσμος και η εκκοσμίκευση, ενώ εγκαταλείπεται ο Θεός και η φωνή της Εκκλησίας.

Η σωτηρία του ανθρώπου είναι έργο του Θεού. Ο άνθρωπος δεν είναι σε θέση να σώσει τον εαυτό του. Και δεν είναι σε θέση να σώσει τον εαυτό του, γιατί δεν μπορεί να δημιουργήσει ακατάλυτη ζωή. Παραταύτα η προσπάθεια του ανθρώπου είναι απαραίτητη, για να φανερωθεί η ελεύθερη συγκατάθεσή του. Και η συμβολή του είναι μόνο τόση, που απλώς επιτρέπει στον Θεό να προσφέρει τη χάρη του και να τον σώσει. Ο Άσωτος, όπως σημειώνεται στη σχετική παραβολή,13 γύρισε στον Πατέρα, αλλά βρισκόταν ακόμα μακριά του, πριν εκείνος βγει για να τον συναντήσει. Έτσι και ο άνθρωπος που μετανοεί, ενώ επιστρέφει στον Θεό, βρίσκεται ακόμα μακριά Του, πριν ο Θεός συγκαταβεί για να τον συναντήσει.

Η σχέση με τον Χριστό εἰναι σχέση μετάνοιας και προσευχής. Τώρα ας αναφερθούμε στο τρίτο και τελευταίο μέρος της ομιλίας μας για να δούμε: πώς ο άνθρωπος ζει την αληθινή αγάπη μέσα στην εκκλησία.

Σύμφωνα με τον Ευαγγελιστή Ιωάννη, ο άνθρωπος αγαπάει τον Θεό αφού πρώτα αγαπήσει τον συνάνθρωπό του. Δεν μπορεί να προσεγγίσει τον Θεό απευθείας. Η σχέση του ανθρώπου με τον Θεό δεν είναι ατομική υπόθεση μόνο, αλλά προϋποθέτει εκτός της πίστης και την θυσιαστική αγάπη για τον άνθρωπο. Η σχέση αυτή, η επικοινωνία πραγματώνεται εντός της εκκλησίας η οποία ταυτίζεται με την Θεία Ευχαριστία, κατά την οποία οι Χριστιανοί κοινωνούμε τον Θεό και συγκοινωνούμε με τους ανθρώπους που είναι όλοι μέλη της Εκκλησίας, δηλαδή όργανα του ενός σώματος που έχει κεφαλή τον Χριστό.

Μόνο το κοινό ποτήριο μπορεί να ενώσει τους ανθρώπους, επειδή τους καθιστά αδελφούς με κοινό πατέρα τον Θεό. Γι’ αυτό, η μεγάλη διαφορά της κοινωνίας που ζει μακριά από την Εκκλησία είναι ότι: η μεν κοινωνία μπορεί να δημιουργήσει καλούς ανθρώπους που έχουν όμως βιολογικό τέλος, η δε Εκκλησία έχει σκοπό και δημιουργεί Αγίους ανθρώπους για να τους στείλει στην βασιλεία των ουρανών. Ο μεν Άγιος μπορεί να αλλάξει τον κόσμο επειδή ζει για τους άλλους. Ο δε καλός άνθρωπος μπορεί να βελτιώσει την ποιότητα ζωής, αλλά για κάποιο μικρό χρονικό διάστημα. Είτε αγαπάς τον Θεό, είτε τον μισείς και τα δύο λειτουργούν υπέρ του Θεού. Αν τον αγαπάς, θα είναι πάντα στην καρδιά σου, αν τον μισείς θα είναι πάντα στο μυαλό σου. Και με το μυαλό δηλαδή τον ορθολογισμό – νόμους, δεν αλλάζει ο κόσμος. Από τον κόσμο για ν’ αλλάξει δεν λείπουν οι νόμοι αλλά η αγιότητα. Μέσα λοιπόν στην Θεία Λειτουργία οι διασπασμένοι άνθρωποι γίνονται μέλη του σώματος του Χριστού και ανυψώνονται προς τον ουρανό. Άρα η Θεία Ευχαριστία στη γη δίνει στους Χριστιανούς την πρόγευση της ουράνιας πολιτείας. Μίας πολιτείας μετανοημένων αμαρτωλών που θα γεύονται αιωνίως το πρόσωπο του Τριαδικού Θεού.

Συνοψίζοντας τα τρία κεντρικά σημεία της σημερινής ομιλίας αναφέρουμε τα εξής :
α) Η διαφορά της κοινωνικής αγάπης από την αγάπη του Ευαγγελίου είναι ότι, η Εκκλησία μιλώντας για αγάπη βλέπει ένα πρόσωπο, τον Χριστό. Με τον Χριστό ο άνθρωπος δεν ξεπερνά απλώς τις δυσκολίες της ζωής όπως κάνουν οι ακτιβιστές αλλά γίνεται αιτία αγιότητος , αθανασίας και Θεώσεως.
β) Για τον Χριστιανό δεν μπορεί να υπάρξει αγάπη χωρίς Θεό, αλλά και δεν μπορεί να υπάρξει σχέση με τον Θεό χωρίς αγάπη προς τον άνθρωπο.

γ) Για μας τους Χριστιανούς η αγάπη πραγματώνεται και ολοκληρώνεται μέσα στη Θεία Ευχαριστία, όταν όλοι μετέχουμε του κοινού ποτηρίου, όπως τα μέλη μίας οικογένειας που αγαπιούνται μετέχουν στο κοινό τραπέζι.
Ευχηθείτε πατέρες και αδελφοί, το υπόλοιπο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής να το διανύσουμε με μετάνοια, με προσευχή, με συμμετοχή στην Θεία Ευχαριστία για να καθαρίσουμε την καρδιά μας ώστε να πλημμυρίσει με την αγάπη του Θεού και των ανθρώπων. Τότε θα αξιωθούμε να ζήσουμε το αληθινό Πάσχα.
Καλή δύναμη,
Πρωτοσύγκελλος Ι.Μ Αλεξανδρουπόλεως Αρχιμ. Ειρηναίος Λαφτσής

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Όλες οι ειδήσεις
close button

Κάντε Like: Dogma.gr στο Facebook