Να μην προσκολληθεί η ψυχή σε τίποτε
Ο όσιος Μάξιμος ο Καυσοκαλύβης έζησε στα τέλη του 13ου με αρχές 14ου αιώνα στο Άγιον Όρος. Αρκετοί μοναχοί θεωρούσαν ότι δεν ήταν στα καλά του, επειδή δεν έμενε σε σταθερό τόπο. Πήγαινε κάπου και έφτιαχνε ένα καλυβάκι για να μείνει. Σε λίγο το έκαιγε και πήγαινε σε άλλο μέρος, όπου έκανε το ίδιο. Γι’ αυτό ονομάσθηκε Καυσοκαλύβης.
Ήλθε κάποτε στο Άγιον Όρος ο άγιος Γρηγόριος από το Σινά, ο Σιναΐτης. Αυτός ήταν ο πρώτος που άρχισε να διδάσκει στο Άγιον Όρος τη νοερά προσευχή – μέχρι τότε δεν πρέπει να ήξεραν οι πατέρες εκεί την προσευχή αυτή· αυτός ήταν ίσως που έδωσε πιο πολύ την ώθηση αυτή. Ο άγιος Γρηγόριος συνάντησε τον άγιο Μάξιμο και, καθώς συζητούσαν και κυρίως ρωτούσε ο άγιος Γρηγόριος, σε κάποια ερώτησή του ο άγιος Μάξιμος χαμογέλασε και του λέει: «Δώσε μου να φάω και μην εξετάζεις την πλάνη». Τότε του λέει ο άγιος Γρηγόριος: «Μακάρι να είχα και εγώ αυτή την πλάνη τη δική σου». Αμέσως δηλαδή κατάλαβε ότι ο άγιος Μάξιμος είναι άγιος άνθρωπος, ενώ οι άλλοι μοναχοί δεν μπορούσαν να τον καταλάβουν και τον παρεξηγούσαν, καθώς έκαιγε το καλυβάκι του και έφευγε πότε εδώ, πότε εκεί.
Ο άγιος Μάξιμος ήταν άγιος. Άγιος Μάξιμος ο Καυσοκαλύβης. Ωστόσο, τον είχαν για πλανεμένο οι άλλοι αγιορείτες. Ήταν άγιος, και τον άγιο δεν μπορούν να τον καταλάβουν οι άλλοι άνθρωποι. Μπορεί να είναι χριστιανοί καλοί, να είναι πνευματικοί άνθρωποι, αλλά τον άγιο δεν μπορούν να τον καταλάβουν. Μάλιστα, καθώς έκαιγε και το καλύβι κάθε τόσο, έλεγαν: «Τι παραξενιά είναι αυτή!» και τον είχαν για πλανεμένο. Όταν όμως ήρθε ο άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης – άγιος και εκείνος – και συναντήθηκαν οι δύο, ο ένας κατάλαβε τον άλλο.
Βέβαια, σ’ εμάς φαίνονται παράξενα αυτά, καθώς τα κρίνουμε με την ανθρώπινη λογική. Εάν τα δούμε όμως μέσα στο Πνεύμα του Θεού, έχουν το βάθος τους. Το έκανε αυτό, ακριβώς για να μην προσκολληθεί η ψυχή του σε τίποτε. Καθόλου δεν ήθελε ο άγιος να αισθάνεται ότι είναι προσκολλημένος στο καλυβάκι του, αυτό το φτωχό καλυβάκι που ήταν φτιαγμένο με λίγα ξύλα, λίγα χόρτα, λίγα κλαριά, λίγες φτέρες και τον φύλαγε κάπως από το κρύο και τη ζέστη, και αισθανόταν ότι είναι κάπου μέσα ασφαλισμένος και όχι έξω στο ύπαιθρο. Μόλις καταλάβαινε ότι κάπως άρχιζε η καρδιά του να προσκολλάται στο καλυβάκι του και να αιχμαλωτίζεται η ψυχή του, να έχει μια προσπάθεια, όπως λέγεται στην ασκητική γλώσσα – προσπάθεια, πάθος δηλαδή – έκαιγε αυτό που, τρόπον τινά, ήταν ένας κίνδυνος γι’ αυτόν. Το έκαιγε και έφτιαχνε άλλο από την αρχή. Το χρησιμοποιούσε έως ότου να το αγαπήσει και εκείνο, και μετά το έκαιγε και αυτό.
Αυτό είναι το πνεύμα το χριστιανικό. Γι’ αυτό λέει ο απόστολος Παύλος: «ως μηδέν έχοντες και πάντα κατέχοντες» (Β’ Κορ. 6:10). Οι απόστολοι δεν είχαν τίποτε· και όμως όλα δικά τους ήταν. Οι άνθρωποι σήμερα προσπαθούν να έχουν, και γι’ αυτό, και αυτά που έχουν είναι σαν να μην τα έχουν. Ενώ, όταν ακριβώς θα έχει κανείς αυτό το πνεύμα, αυτή τη διάθεση, αυτή την εμπιστοσύνη, αυτή την ελπίδα στον Θεό, ότι ο Θεός έχει, τότε τα πάντα έχει κανείς, τίποτε δεν του λείπει, όλα του τα δίνει ο Θεός· και συγχρόνως είναι ελεύθερος από όλα και απαγκιστρωμένος από όλα.
7-11-1981
Από το βιβλίο: π. Συμεών Κραγιοπούλου (†), “Θέλεις να αγιάσεις;”, Ιανουάριος, Πανόραμα Θεσσαλονίκης, 2022, σελ. 141 (αποσπάσματα).