Η επίδραση του Ουμανισμού στην άνθιση των Κλασσικών και Θεολογικών Γραμμάτων στην Ευρώπη (15ος – 17ος αι.) – Αφιέρωμα στην “Κιβωτό της Ορθοδοξίας”
Του Δρος Θεολογίας π. Αθανασίου Καρυάμη Η Αναγέννηση έμεινε στην ιστορία ως όρος που αναφέρεται στην περίοδο που ακολουθεί μετά την λήξη του ύστερου Μεσαίωνα, και περιλαμβάνει την ανανέωση και παράλληλα την άνθιση ολόκληρου του ευρωπαϊκού πολιτισμού σε όλους τους τομείς, και πολύ περισσότερο σε ζητήματα που αφορούν κυρίως τις πολιτικές ιδέες της εποχής, αμφισβητώντας […]
Του Δρος Θεολογίας π. Αθανασίου Καρυάμη
Η Αναγέννηση έμεινε στην ιστορία ως όρος που αναφέρεται στην περίοδο που ακολουθεί μετά την λήξη του ύστερου Μεσαίωνα, και περιλαμβάνει την ανανέωση και παράλληλα την άνθιση ολόκληρου του ευρωπαϊκού πολιτισμού σε όλους τους τομείς, και πολύ περισσότερο σε ζητήματα που αφορούν κυρίως τις πολιτικές ιδέες της εποχής, αμφισβητώντας παράλληλα τη θρησκευτική αυθεντία την οποία διαχειριζόταν η ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Σε αυτό τον σκοπό προσέφερε πολλά η ανακάλυψη της τυπογραφίας από τον Γουτεμβέργιο, που έδωσε την απαιτούμενη ώθηση στην ανάπτυξη των γραμμάτων. Στη συνέχεια, το αποτύπωμά τους άφησαν οι Έλληνες λόγιοι άνδρες που αναγκαστικά στράφηκαν στη Δύση, κυρίως μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453. Όμως, είχε προηγηθεί η επαφή με τη Δύση με αφορμή την Σύνοδο Φεράρας – Φλωρεντίας η μετάδοση της Νεοπλατωνικής φιλοσοφίας, με πρωτεργάτη τον Γεώργιο Πλήθωνα Γεμιστό που βρέθηκε εκεί για αυτό το σκοπό. Ο Γεώργιος Πλήθωνας Γεμιστός ήταν εκείνος που ανέλαβε να απαντήσει μετά την αναγνώριση της Εκκλησίας τον 4ο αιώνα για πρώτη φορά η φιλοσοφία στο χριστιανισμό. Η εξέλιξη αυτή κλόνισε σημαντικά τη δυτική μεσαιωνική σχολαστική φιλοσοφία και Θεολογία, άνοιξε το δρόμο για την δημιουργία ενός ρεύματος που κυριάρχησε στα γράμματα και ανανέωσε το εκπαιδευτικό σύστημα μιας ολόκληρης εποχής, αποδεσμεύοντάς το από το λήθαργο που είχε πέσει εδώ και αιώνες, και έμεινε γνωστό στην ιστορία ως Ουμανισμός. Η επίδρασή του υπήρξε αναμφίβολα τεραστίας σημασίας για την πρόοδο όλων των επιστημών και την ανάπτυξη των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων στη Δύση, ενώ αρκετοί Έλληνες λόγιοι, κατάφεραν να αποκτήσουν μία έδρα και να διδάξουν σε φημισμένες για την εποχή τους σχολές. Παρά τις αρχικές προσπάθειες κάποιων, δεν παρουσιάστηκε κάποια μεγάλη διάσταση που θα οδηγούσε σε ρήξη του Ουμανισμό με τον Χριστιανισμό. Μεγάλοι άνδρες της υπό εξέτασης περιόδου κατάφεραν, την συμπόρευση αυτών των δύο με βασικούς συντελεστές στην προσπάθεια αυτή τον Έρασμο, τον Θωμά Μουρ και τον Λεφέβρ ντ΄ Ετάπλ[1].
Η εμφάνιση του κινήματος του Ουμανισμού από τον 15ο αιώνα, έφερε μια μεγάλη και ουσιαστική τομή στον τρόπο σκέψης και ρήξη με την θρησκευτική εξουσία της παποσύνης. Η μελέτη των βασικών συγγραμμάτων των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων, έδωσε την ευκαιρία στους λόγιους άνδρες της Ευρώπης, να αξιοποιήσουν τις φιλοσοφικές μεθόδους και τον τρόπο σκέψης των φιλοσόφων της αρχαίας Ελλάδας, με αποτέλεσμα να στρέψουν το προσοχή τους από τον τρόπο που ερμήνευε η ρωμαιοκαθολική Εκκλησία τα πράγματα, (αρνούμενοι ουσιαστικά την αυθεντία της) ανοίγοντας έτσι το ασκό του Αιόλου που θα οδηγούσε λίγο αργότερα στη θρησκευτική Μεταρρύθμιση. Όλη η βαρύτητα μετατοπίσθηκε από τους λόγιους άνδρες στον άνθρωπο ως αξία και ως αυτόνομο ον, και καθιστούσε ουσιαστικά τον κάθε άνθρωπο κύριο του εαυτού του και απαλλαγμένο από τις προκαταλήψεις. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η κρίση στο εσωτερικό της ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας δεν άργησε να ξεσπάσει. Ο Προτεσταντισμός που ξεπήδησε μέσα από τα σπλάχνα της, κατάφερε μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα να εκδηλωθεί και να εξαπλωθεί στη δυτική και κεντρική Ευρώπη με κύριο πρωτεργάτη τον Μαρτίνο Λούθηρο (1483 – 1546). Η αντίδρασή τους στο ρωμαιοκαθολικισμό και στα όσα αυτός εκπροσωπούσε, τους ανάγκασε δυστυχώς να καταφύγουν στο άλλο άκρο και να θέσουν στο κέντρο της δικής τους ανθρώπινης σκέψης τον άνθρωπο ως αυθεντία. Μέσα σε αυτό το γενικό κλίμα η εκπαίδευση, θα βρεθεί στο επίκεντρο των δύο μεγάλων ρευμάτων τους επόμενους αιώνες, και θα καθιερωθεί ως ο μεγάλος πυλώνας του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Η ανέλπιστη αυτή εξέλιξη για τη Ρώμη δεν θα έμενε αναπάντητη, αφού ένα νέο θρησκευτικό κίνημα θα αναζωπυρώσει τον ρωμαιοκαθολικό κόσμο και θα μείνει γνωστό στην Ιστορία ως Αντιμεταρρύθμιση. Όλοι τότε είχαν αποδεχτεί όχι μόνο στη θεωρία αλλά και στην πράξη, ότι ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπίσουν το μέλλον όλοι οι χριστιανοί με αισιοδοξία και να παραμένουν ενωμένοι με κάποιο από τα δύο ρεύματα της Δύσης, ήταν η άμεση επένδυση της θρησκείας στο χώρο της εκπαίδευσης[2].
O ελληνικός όρος Ανθρωπισμός είναι η μετάφραση της λατινικής λέξης Humanismus. Ο όρος αυτός χρησιμοποιήθηκε μαζικά από το 1808, όταν ο μεγάλος Βαυαρός παιδαγωγός και πανεπιστημιακός δάσκαλος στο Πανεπιστήμιο της Ιένας Friedrich Immanuel Niethammer έγραψε ένα βιβλίο με τον τίτλο: Η έριδα του φιλανθρωπισμού και του ανθρωπισμού στη θεωρία της παιδαγωγικής διδασκαλίας της εποχής μας. Ο όρος ανθρωπισμός, χρησιμοποιήθηκε αργότερα και σε άλλα εκδιδόμενα έργα από άλλους συγγραφείς που κινήθηκαν μέσα σε αυτό το πλαίσιο[3].
Η συμβολή των Ελλήνων λογίων που κατέφυγαν στη Δύση, υπήρξε η αφετηρία για την αξιοποίηση των ελληνικών γραμμάτων στην Ευρώπη, που ήθελε να διαμορφώσει την πολιτιστική ταυτότητά της. Ιδιαίτερη εντύπωση έκανε η παρουσία του Γεώργιου Πλήθωνα Γεμιστού στη Φλωρεντία όπου βρέθηκε μαζί με άλλους από το Βυζάντιο για τις εργασίες της Συνόδου Φεράρας – Φλωρεντίας, και ο οποίος είχε συλλάβει την ιδέα, για μία συνολική αναμόρφωση της ανθρωπότητας τόσο στο πολιτικό όσο και στο θρησκευτικό πεδίο, έχοντας ως αφετηρία το έργο του Πλάτωνα, όπως μαρτυρείται μέσα από τη δική του συγγραφική δραστηριότητα. Οι Ιταλοί τον πλησίασαν επειδή ήθελαν έναν άνθρωπο, που να είχε τη δυνατότητα να τους φέρει σε επαφή με τον αυθεντικό Πλάτωνα. Ο Φικίνος περίπου μισό αιώνα αργότερα έγραφε στον πρόλογο του βιβλίου για τη μετάφραση του Πλωτίνου, ότι όλη η δραστηριότητα του Γεώργιου Γεμιστού συνεπήρε τόσο πολύ τον Κοσμά που αποφάσισε ο ίδιος να ιδρύσει μία Ακαδημία. Το αποτέλεσμα όλων αυτών των ζυμώσεων ήταν η Ιταλία να αποκτήσει ένα μεγάλο αριθμό από Ακαδημίες, πολύ περισσότερες από όσες είχε ανάγκη η εποχή εκείνη. Στη συνέχεια, ο Κοσμάς που ήξερε ότι η Ακαδημία στο μέλλον θα έπρεπε να μεταφράσει όλα τα έργα του Πλάτωνα, επέλεξε ως τον πλέον κατάλληλο για αυτή την δουλειά τον Μαρσίλιο Φικίνο, ο οποίος διακρίθηκε για το ταλέντο του και που τελικά μετέφρασε πλειάδα έργων του Πλάτωνα. Η επίδραση του θεσμού της Ακαδημίας ήταν μεγάλη στα μεγαλύτερα πνεύματα της περιόδου εκείνης. Ο Ν. Festa σημειώνει: «Η φιλοσοφική αναζήτηση που, πέρα από τα οικοδομήματα του Πλάτωνα και του Φικίνου, σπάζοντας τα σύνορα της κλασσικής και ουμανιστικής παιδείας, επεδίωξε την ιδεώδη σύγκραση όλων των αρχαίων πολιτισμών της Ανατολής, αποσκοπώντας σε μια νέα, ολοκληρωμένη θεώρηση του κόσμου και της ζωής, με δύο λόγια σε μια φιλοσοφία (κι εν μέρει μια θρησκεία) ικανή να ανταποκριθεί στις νέες πνευματικές απαιτήσεις, βρίσκει έκφραση στον Πίκο ντέλλα Μιράντολα»[4].
Εκτός από τις δύο μεγάλες μορφές και προδρόμους της Αναγέννησης στην Ιταλία, αυτή του Πετράρχη που κατάφερε να αναστήσει τα κλασσικά γράμματα με βασικό πυρήνα την λατινική γλώσσα, και του Βοκκάκιου, ο οποίος εργάστηκε συστηματικά ώστε, να καταφέρει ο ίδιος να αποκτήσει αρχαίους κώδικες με στόχο, την ανάθεση σε άλλους της αντιγραφής και της αναπαραγωγής τους. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, πολλές άλλες ισχυρές προσωπικότητες του χώρου των γραμμάτων συνέβαλαν προς αυτήν κατεύθυνση, όπως π. χ. ο Tommaso Parentucelli da Sarnaza, μετέπειτα πάπας Νικόλαος Ε΄ (1397 – 1455), ο Leonardo Bruni (1369 – 1444) o Lorenzo Valla (1405 – 1457) που μετέφρασε το Θουκυδίδη και τα έργα άλλων αρχαίων συγγραφέων στη λατινική γλώσσα. H παρουσία Ελλήνων λογίων που πήραν μέρος στη Σύνοδο Φεράρας – Φλωρεντίας το 15ο αιώνα, μπορεί να μην γεφύρωσαν πρακτικά το χάσμα των χριστιανών σε Ανατολή και Δύση, παρά τις αγωνιώδης προσπάθειες που κατέβαλαν πολλοί από τους διοργανωτές της σε Ανατολή και Δύση, όμως, συνέβαλε στην προώθηση της ελληνικής γλώσσας και των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων, όπως φαίνεται μετέπειτα από την πλούσια βιβλιοπαραγωγή. Οι εξειδικευμένες αυτές γνώσεις για τη συγκεκριμένη περίοδο, προίκισε με πολλές δεξιότητες τους ανθρώπους που έκαναν επάγγελμα την αντιγραφή κωδίκων. Από τα μέσα του 15ου αιώνα θα αρχίσουν να γνωρίζουν άνθιση οι Ελληνικές Σπουδές οι οποίες θα έχουν καταφέρει μέσα σε έναν αιώνα να καθιερωθούν στο δυτικό κόσμο, με τη βοήθεια κυρίως της τυπογραφίας. Τότε, θα αρχίσουν οι πρώτες εκδόσεις έργων των διασημότερων Ελλήνων αρχαίων συγγραφέων, editiones principes, που συνοδευόταν με τα πρώτα εκδιδόμενα βιβλία που λειτουργούσαν ως βοηθήματα για την σπουδή των αρχαίων ελληνικών[5].
Ο ύστερος Μεσαίωνας χαρακτηρίστηκε από την πρωτοκαθεδρία της σχολαστικής Θεολογίας στη Δύση. Τα κλασσικά γράμματα δεν είχαν καθόλου αναπτυχθεί αφού, η κύρια φροντίδα της ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας επικεντρωνόταν την ανάπτυξη της σχολαστικής Θεολογίας. Η επίδραση στην μεγάλη άνθιση των θεολογικών γραμμάτων που ξεκίνησε από την αυγή του Ουμανισμού στη γηραιά ήπειρο, ήταν αυτονόητα άρρηκτα συνδεδεμένη με την εκκλησιαστική και θεολογική παιδεία της εποχής, και των διαφόρων ζυμώσεων που κυοφορούνταν εκείνη την περίοδο που γέννησαν τελικά τον Προτεσταντισμό. Όμως, η μεγάλη τομή που έγινε στο χώρο της θεολογικής σκέψης όπως βιώθηκε στη γηραιά ήπειρο, οφείλεται στους πρωτεργάτες της Μεταρρύθμισης. Όμως, οι ρωμαιοκαθολικοί δεν άφησαν αναπάντητη την εξέλιξη αυτή. Με τη Σύνοδο του Τριδέντου (1545 – 1563) η ρωμαιοκαθολική Εκκλησία έδωσε ένα βασικό όπλο στους Ρωμαιοκαθολικούς θεολόγους για να αντιμετωπίσουν τους Διαμαρτυρόμενους θεολόγους. Η Μεταρρύθμιση με την υιοθέτηση της άποψης sola scrirtura, έδινε βαρύτητα στην απόλυτη προσήλωση της αξίας της Αγία Γραφής, απορρίπτοντας μεταξύ άλλων την Ιερά Παράδοση. Οι διαφορές αυτές των θεολογικών κύκλων μεταξύ των δύο πλευρών, έδωσαν μεγάλη ώθηση στην ανάπτυξη των θεολογικών γραμμάτων στους επόμενους αιώνες που ακολούθησαν. Όλοι οι πρωτεργάτες των θεολογικών γραμμάτων από όποια αφετηρία και αν ξεκινούσαν, δεν τους διάφευγε το γεγονός ότι η ανάπτυξη των γραμμάτων θα έδινε την μοναδική ευκαιρία σε όλους τους εμπλεκομένους στο χώρο του χριστιανισμού στη Δύση, να προσεγγίσουν νέους αξιόλογους ανθρώπους που μέσα από την Παιδεία που οι ίδιοι θα τους πρόσφεραν, θα μπορούσαν να τους κάνουν κοινωνούς των δικών τους κυρίως θρησκευτικών ιδεών[6].
Ο Ούλριχ Ζβίγγλιος (+ 1531;) υπήρξε ο πρωτεργάτης της Μεταρρύθμισης στην Ελβετία, χωρίς ιδιαίτερη ενασχόληση με τα γράμματα, δέχθηκε και ο ίδιος την επίδραση του Ουμανισμού παρά της διδασκαλίας του Μαρτίνου Λούθηρου, διατύπωσε τις προσωπικές του θεολογικές σκέψεις οι οποίες σφραγίσθηκαν από τον ορθολογισμό, υπήρξε από τους ποιο ένθερμους οπαδούς του Έρασμου, δίνοντας την προσωπική του σφραγίδα στην ερμηνεία του όρου βιβλικός Ουμανισμός. Ένας άλλος βασικός εκπρόσωπος του Ουμανισμού υπήρξε ο Ιωάννης Καλβίνος(+ 1564) Μέσα σε αυτό το διαμορφωμένο κλίμα υπήρξαν σπουδαίες προσωπικότητες που έβαλαν τη σφραγίδα τους στις Θεολογικές σπουδές από την Αναγέννηση μέχρι τις μέρες μας. Ο 17ος αιώνας υπήρξε για τα θεολογικά γράμματα στη Δύση ιδιαίτερα γόνιμος, ενώ και η Ορθόδοξη Εκκλησία ανέπτυξε πλούσιο θεολογικό λόγο με τις Ομολογίες πίστεως για να απαντήσει σε όλες αυτές τις νέες θεολογικές τάσεις που μεσουρανούσαν στον ευρωπαϊκό χώρο, δίνοντας μια Ορθόδοξη επίκαιρη ομολογία[7].
Ο Έρασμος (Desiderius Erasmus Rotterodamus) υπήρξε από τη φύση του ένα μεγάλο και ανοικτό πνεύμα που παρά την προσήλωσή του στη Ρώμη, κατάφερε να γίνει ο συνδετικός κρίκος όλων των τάσεων. Χαρακτηριστικά παραδείγματα η απήχηση του σε όλους τους εκκλησιαστικούς και πνευματικούς κύκλους της εποχής του, και η σχέση του με τις τόσες μεγάλες προσωπικότητες, όπως αντιλαμβανόμαστε από την αλληλογραφία του και τις προσωπικές του επαφές, είναι ο ζωντανός μάρτυρας της προσφοράς του. Ο Έρασμος και ο Μελάγχθων θα αποτελέσουν τον συνδετικό κρίκο μεταξύ Ουμανισμού και Μεταρρύθμισης[8].
[1] Χ. Γ. Πατρινέλης, στο λήμμα «Αναγέννησις», στη Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία, τόμος 2ος , Αθήναι, σελ. 452 – 457.
[2] Ρεράκης Ηρακλής, Θεολογία και Θεολογικές Σπουδές. Εισαγωγικές προσεγγίσεις, εκδόσεις Π. Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 2008, σελ. 76 – 77.
[3] Ε. Θεοδώρου, στο λήμμα «Ανθρωπισμός», στη Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκοπαιδεία, τόμος 1ος , Αθήναι, σελ. 793 – 808.
[4] N. Festa, Ουμανισμός. Τα κλασσικά γράμματα στην Αναγέννηση, μετάφραση Νάσος Κυριαζόπουλος, εκδόσεις Τα Νέα Ελληνικά, Αθήνα 2000(2), σελ. 69 – 73.
[5] Β. Γ. Μανδηλαράς, Ιστορία των κλασσικών γραμμάτων και κριτική των κειμένων, εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 2004, σελ. 35 – 37.
[6] Ν. Ματσούκας, Ο Προτεσταντισμός, εκδόσεις Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1995, σελ. 88 – 89.
[7] Α. Δεληκοστόπουλος, Θεολογία Δημιουργοί και Ορόσημα, Εν Αθήναις, 1973, χ. ε., σελ. 240 – 243.
[8] Δ. Μόσχος, Συνοπτική Ιστορία της Χριστιανικής Εκκλησίας. Από το Σχίσμα έως τους νεότερους χρόνους, τόμος Β΄, εκδόσεις Ακρίτας, Αθήνα 2010 ,σελ. 153 – 155.