Γεώργιος Τερζούδης: «Ιεροψαλτικές μορφές του τόπου μας»

  • Dogma

Γεώργιος Π. Τερζούδης,
Καθηγητής Βυζαντινής Μουσικής,
Ιεροψαλτικές μορφές του τόπου μας

Συνεχίζουμε το αφιέρωμα, μέσα από τις φιλόξενες στήλες του «Αχιλλιούπολις», σε σημαντικές ιεροψαλτικές μορφές του τόπου μας. Στόχος μας είναι ο αναγνώστης να γνωρίσει ή να θυμηθεί ανθρώπους που άφησαν το δικό τους αποτύπωμα στη θεία λατρεία. Πρόσωπα που, ανεξάρτητα από τη μόρφωση ή την κοινωνική τους θέση, ύμνησαν τον Θεό μέχρι το τέλος της ζωής τους.

Αθανάσιος Βαλακώστας

1925-2001

Ο Αθανάσιος Βαλακώστας γεννήθηκε στη Λάρισα στις 6 Αυγούστου 1925. Προερχόταν από εύπορη αστική οικογένεια. Γονείς του ήταν ο Χρήστος και η Μαγδαληνή Βαλακώστα, οι οποίοι απέκτησαν πέντε παιδιά.

Από μικρό παιδί έψαλλε στον Ιερό Ναό Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης Λαρίσης, που βρισκόταν πολύ κοντά στο σπίτι του. Ξεχώριζε για τη χαρακτηριστική, αναγνωρίσιμη, καθαρή, μεταλλική και βαρύτονη φωνή του.

Ήταν δεινός ρήτορας και χειριζόταν άψογα την ελληνική γλώσσα, τόσο την αρχαία όσο και τη νέα. Ήταν μάλιστα γνωστή η συνήθειά του να επινοεί ρητά σε κάθε ευκαιρία.

Αν και προοριζόταν για ανώτερες σπουδές, ο ξαφνικός θάνατος του μικρότερου αδελφού του, το 1950, τον ανάγκασε να ασχοληθεί με την οικογενειακή επιχείρηση ξυλουργικής. Παράλληλα, όμως, δεν εγκατέλειψε τα σχέδιά του. Σπούδασε στη Λάρισα και στην Αθήνα βυζαντινή και κλασική μουσική. Ήταν πτυχιούχος ωδικής, αρμονίας, αντίστιξης και βυζαντινής μουσικής, ενώ παρακολούθησε πολλά μουσικά σεμινάρια στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Το 1958 παντρεύτηκε την Πηνελόπη Παπαθανασίου, με την οποία απέκτησε δύο κόρες, τη Μαγδαληνή και την Ευαγγελία.

Υπηρέτησε ως καθηγητής Μουσικής στη Μέση Εκπαίδευση, στο Λύκειο Μπόκαρη και στο 1ο Γυμνάσιο Αρρένων Λάρισας. Με αυτή την ιδιότητα ίδρυσε, το 1965, τη Δημοτική Χορωδία Μέσης Εκπαίδευσης Λάρισας, καλλιεργώντας την αγάπη για τη μουσική σε πολλούς μαθητές του. Με τη χορωδία αυτή συμμετείχε σε όλες τις εορταστικές εκδηλώσεις της πόλης, καθώς και σε εθνικές και τοπικές γιορτές.

Το 1969 μετατάχθηκε στην Ανώτατη Εκπαίδευση ως καθηγητής Μουσικής στην Παιδαγωγική Ακαδημία Λάρισας, όπου υπηρέτησε για δύο δεκαετίες. Έγραψε και εξέδωσε πέντε μουσικοπαιδαγωγικά βιβλία, τα οποία σήμερα είναι όλα εξαντλημένα, ως βοηθήματα για τους μελλοντικούς δασκάλους.

Ως χοράρχης διηύθυνε πολλές χορωδίες, ανάμεσά τους την ανδρική εκκλησιαστική χορωδία Αμπελώνα Λάρισας, την ανδρική κοσμική και εκκλησιαστική χορωδία του Μουσικού Συλλόγου Τυρνάβου, την ανδρική και μικτή χορωδία, τη μαντολινάτα και τις εκκλησιαστικές χορωδίες του Μουσικού Συλλόγου Λάρισας, καθώς και τη μικτή και ανδρική κοσμική και εκκλησιαστική Βολιώτικη χορωδία.

Το όνομά του, ωστόσο, συνδέθηκε άρρηκτα με τη χορωδία του Μουσικού Συλλόγου Λάρισας. Υπήρξε χορωδός της από νέος και στη συνέχεια μαέστρος της για τριάντα πέντε χρόνια, από το 1953 έως το 1988.

Για τις ανάγκες των χορωδιών του συνέθεσε και επεξεργάστηκε χορωδιακά διάφορα έργα εκκλησιαστικής αλλά και κοσμικής μουσικής. Ανάμεσά τους η λειτουργία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, πολλά δημοτικά τραγούδια, αλλά και χορωδιακές προσαρμογές σύγχρονων τραγουδιών.

Συμμετείχε, διευθύνοντας τις χορωδίες του, σε πολλά χορωδιακά φεστιβάλ και διαγωνισμούς στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, αποσπώντας βραβεία και επαίνους. Εμφανίστηκε επίσης σε πολλές χώρες, όπως η Κύπρος, η Πολωνία, η Ιταλία, η Βουλγαρία, η Ουγγαρία, η Γαλλία και άλλες.

Εκοιμήθη εν Κυρίω στις 4 Ιουλίου 2001.

Δημήτριος Καραμήτσος

1902-1995

Ο Δημήτριος Καραμήτσος γεννήθηκε στο Συκούριο Λάρισας το 1902. Οι γονείς του κατάγονταν από το Λιδωρίκι της ορεινής Φωκίδας και είχαν εγκατασταθεί στα πεδινά της Όσσας, στην περιοχή του Συκουρίου, αναζητώντας καλύτερες συνθήκες ζωής.

Σε ηλικία επτά ετών ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με τη βυζαντινή μουσική στο σχολείο. Ο δάσκαλός του διέκρινε το ταλέντο του, τον ξεχώρισε από τους υπόλοιπους μαθητές και του έδωσε τα πρώτα μαθήματα. Τον παρότρυνε μάλιστα να σπουδάσει βιολί, κάτι που όμως ήταν αδύνατο λόγω της οικονομικής κατάστασης της πολύτεκνης οικογένειάς του, η οποία είχε οκτώ παιδιά.

Παράλληλα, κάθε Κυριακή πήγαινε στο ψαλτήρι της εκκλησίας του χωριού και συμμετείχε στη Θεία Λειτουργία. Σε ηλικία οκτώ ετών έψαλε για πρώτη φορά το Τροπάριο της Κασσιανής, κάτι που θα τον ακολουθούσε σε όλη τη μετέπειτα πορεία του. Συνέχισε να καλλιεργείται και να πειραματίζεται μόνος του. Στην ουσία ήταν αυτοδίδακτος, όπως φάνηκε και στα επόμενα χρόνια.

Το 1917 ολοκλήρωσε το σχολαρχείο και η μόρφωσή του διακόπηκε. Άρχισε τότε να εργάζεται μαζί με τον πατέρα του, καλλιεργώντας τα 30 στρέμματα της οικογένειας.

Τον Μάιο του 1921, αντί να καταταγεί στον στρατό, μπήκε στη Χωροφυλακή και τοποθετήθηκε στην Ανώτατη Διοίκηση Μακεδονίας, στη Θεσσαλονίκη. Η μεγάλη πόλη, όμως, δεν του ταίριαζε και ζήτησε μετάθεση. Τελικά υπηρέτησε για ενάμιση χρόνο στο Σεβεντεκλί του Κιλκίς.

Την περίοδο εκείνη, πριν από την ανταλλαγή των πληθυσμών, σε ολόκληρη τη Μακεδονία συμβίωναν Έλληνες, Τούρκοι και Βούλγαροι, ενώ οι εντάσεις ήταν μεγάλες. Με την ιδιότητά του ως χωροφύλακα, κατάφερε να αποκαλύψει έναν Βούλγαρο κατάσκοπο, ο οποίος είχε παρεισφρήσει σε ανώτατο κυβερνητικό κλιμάκιο.

Στα τέλη του 1922, μετά από μετάταξη, βρέθηκε στον στρατό και υπηρέτησε στη Θεσσαλονίκη. Για δεύτερη φορά έχασε την ευκαιρία να ασχοληθεί συστηματικά και να σπουδάσει τη βυζαντινή μουσική κοντά στους μεγάλους δασκάλους της ιεροψαλτικής, που τότε βρίσκονταν συγκεντρωμένοι στη συμπρωτεύουσα.

Για δύο χρόνια μετακινήθηκε με μεταθέσεις σε σχεδόν ολόκληρη τη Βόρεια Ελλάδα, μέχρι τον Οκτώβριο του 1924, οπότε απολύθηκε και επέστρεψε στο Συκούριο. Εκεί ξεκίνησε ξανά από το μηδέν, δουλεύοντας στα χωράφια.

Παράλληλα συνέχισε την ενασχόλησή του με την εκκλησιαστική μουσική. Την 1η Ιανουαρίου 1925 έμεινε ο μοναδικός ψάλτης στη μικρή εκκλησία του χωριού. Ο ίδιος, σε συνέντευξή του, παραδεχόταν ότι τότε ήταν ακόμη ημιμαθής, αφού, όπως έλεγε, «μόνο τον ήχο β’ κατάφερνα καλά», και ότι είχε μεγάλο άγχος.

Στην αρχή η αμοιβή του ήταν πενιχρή. Αυτό κράτησε έως το 1932, όταν χτίστηκε ο νέος Ιερός Ναός Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης και ανέλαβε το αναλόγιο με ικανοποιητικό για την εποχή μισθό, 1.500 δραχμές.

Το 1933 παντρεύτηκε τη Μαρία, από το Συκούριο, με την οποία απέκτησαν 13 παιδιά. Για να καλύψει τις ανάγκες της πολύτεκνης οικογένειάς του, εργαζόταν τόσο στα χωράφια όσο και ως ψάλτης.

Ο πόλεμος του 1940 ανέτρεψε τα πάντα. Οι συγχωριανοί του τον πλήρωναν σε είδος, δηλαδή με τρία σακιά σιτάρι ο καθένας, προκειμένου να παραμείνει ψάλτης στο χωριό. Με αυτόν τον τρόπο κατάφερε να προστατεύσει την οικογένειά του από την πείνα.

Το 1947 ανέλαβε το αναλόγιο του Ιερού Ναού της Παναγίας στη Λάρισα, με πολύ υψηλή για την εποχή αμοιβή, 300.000 δραχμές, καθώς και με κάλυψη των εξόδων του για να μετακινείται κάθε Σαββατοκύριακο από το Συκούριο στη Λάρισα.

Ο τότε μητροπολίτης, ο μακαριστός Δωρόθεος, του πρότεινε να τον χειροτονήσει διάκονο. Ωστόσο, οι συγχωριανοί του παρενέβησαν και ζήτησαν την επιστροφή του στο χωριό με τον ίδιο μισθό. Έτσι και έγινε.

Η φήμη του εξαπλώθηκε σε όλη τη Μητρόπολη Λάρισας. Οι εκάστοτε μητροπολίτες τον καλούσαν να ψάλλει σε χωριά της περιοχής, στις εορτές των πολιούχων τους. Την τεχνική του την τελειοποίησε μόνος του, μέσα από συνεχή προσωπική προσπάθεια και πειραματισμό.

Παρέμεινε στον ίδιο ναό, στον Άγιο Κωνσταντίνο Συκουρίου, ως πρωτοψάλτης, αδιάλειπτα μέχρι τον θάνατό του. Εκοιμήθη εν Κυρίω τη Μεγάλη Πέμπτη, 20 Απριλίου 1995, κατά την Ακολουθία των Παθών, πάνω στο ψαλτήρι, σε ηλικία 90 ετών.

TOP NEWS

Απόρρητο