Γέροντας Κλεόπας: Ο ερχομός μου στο μοναστήρι

  • Dogma
κλεόπας Ηλιέ

 Οι γονείς μου απέκτησαν δέκα παιδιά, από τα οποία τα πέντε, τέσσερα αγόρια και ένα κορίτσι, πήγαμε σε μοναστήρια

Ο μεγάλος αδελφός μου, ονόματι Μιχαήλ, ασκήτευε στα βουνά Τσεαχλέου. Η αδελφή μου Αικατερίνη έγινε μοναχή στο μοναστήρι Παλαιά Αγαπία, ενώ εγώ και δύο μεγαλύτερα αδέλφια μου, ο Βασίλειος και ο Γεώργιος, ήλθαμε στην Συχαστρία. Μέχρι το 1935 πέθαναν όλοι οι αδελφοί μου, κατόπιν πέθανε και ο πατέρας μου Αλέξανδρος. Έζησα πλέον εγώ, ως ηγούμενος τότε του μοναστηρίου Συχαστρία, και η μητέρα μου στο σπίτι, στην κοινότητα Σουλίτσα-Μποντοσάνι. Το έτος 1946 μετέφερα την μητέρα μου στην Συχαστρία, όπου την έκειρα μοναχή και την έστειλα στην Παλαιά Αγαπία, όπου έζησε μέχρι το 1968 και έφυγε για τον Κύριο σε ηλικία 92 ετών.

Ο ερχομός μου στο μοναστήρι έγινε ως εξής: στις 12 Δεκεμβρίου 1929, μνήμη του αγίου Σπυρίδωνος, όταν ήμουν 17 ετών, έφυγα από το πατρικό σπίτι με τον μεγαλύτερο αδελφό μου Βασίλειο με τους ντορβάδες μας στην πλάτη. Στον ένα είχαμε τους βίους των Αγίων, το Ψαλτήρι, το Ωρολόγιο και την Αγία Γραφή, ενώ στον άλλο είχαμε δύο μεγάλες ζωγραφιστές εικόνες, η μία της Θεοτόκου και η άλλη του Αγίου Γεωργίου. Τίποτε άλλο δεν πήραμε από το σπίτι.

Οι γονείς μας Αλέξανδρος και Άννα μας συνόδευσαν κλαίγοντας μέχρι κάτω την πεδιάδα, στην περιοχή που ονομάζεται «Το φαράγγι του Βόδα». Τότε ο αδελφός μου Βασίλειος άρχισε να ψάλλει το κοντάκιο του Κανόνος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού: «Ιησού γλυκύτατε, το Φως του κόσμου, της ψυχής μου φώτισον τους οφθαλμούς…». Κατόπιν ασπασθήκαμε τα χέρια των γονέων μας, πήραμε την ευχή τους και αναχωρήσαμε για την σκήτη Κοζάντσεα. Εκείνη τη στιγμή οι γονείς μας έπεσαν κάτω και έκλαιγαν με αναφιλητά…

Στην Κοζάντσεα μείναμε μία νύκτα κοντά στον π. Παΐσιο (Ολάρου). Μετά πήραμε και τον αδελφό μας Γεώργιο και ήλθαμε και οι τρεις στην Σουτσεάβα, προσκυνήσαμε τα Λείψανα του αγίου Ιωάννου του Νέου και κατεβήκαμε κάτω στο μοναστήρι Συχαστρία. Εδώ ήταν ηγούμενος ο πρωτοσύγκελος Ιωαννίκιος Μορόι. Όταν μας είδε, μας κράτησε τρεις ημέρες και τρεις νύκτες έξω στην πόρτα του μοναστηρίου, για να μας δοκιμάσει εάν έχουμε υπομονή για την μοναχική ζωή. Μόνο το βράδυ μας άφηνε να κοιμηθούμε μέσα σ’ ένα κελί.

Μετά από τρεις ημέρες νηστείας, προσευχής και πειρασμών, μας κάλεσε στην εκκλησία, μας εξομολόγησε, μας κοινώνησε των αχράντων Μυστηρίων και μας έδωσε κελιά και διακονήματα στο μοναστήρι. Μ’ αυτό τον τρόπο μπήκαμε στην μοναχική ζωή. Κατόπιν το 1931 και 1933 πέθαναν τα αδέλφια μου και έμεινα πλέον μόνος. Το 1937 έγινα μοναχός και έβοσκα τα πρόβατα του μοναστηριού επί δέκα χρόνια.

Κατά τα έτη 1942-1945 μου ανέθεσαν την διακυβέρνηση του μοναστηριού, επειδή ο Ηγούμενος ήταν άρρωστος. Τον Ιανουάριο του 1945 χειροτονήθηκα Ιερεύς και εξελέγην ηγούμενος της Μετανοίας μου, στην θέση του αποβιώσαντος Γέροντός μου ηγουμένου Ιωαννικίου.

Από το βιβλίο: Πνευματικοί Διάλογοι με Ρουμάνους πατέρες. Εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη, Θεσσαλονίκη 1980 (§ 292).

TOP NEWS