ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ: Ο Άγιος Παΐσιος θυμάται

  • Δόγμα

Μια φορά στον αν­ταρ­το­πό­λε­μο (1944-1949), τότε με τις επι­χει­ρή­σεις, οι αν­τάρ­τες μας εί­χαν απο­κλεί­σει έξω από ένα χω­ριό και οι στρα­τιώ­τες θα έρι­χναν κλή­ρο, ποιός θα πή­γαι­νε στο χω­ριό για εφό­δια. «Θα πάω εγώ», είπα. Αν πή­γαι­νε κά­ποιος άπει­ρος ή απρό­σε­κτος, μπο­ρεί και να σκο­τω­νό­ταν και θα με έτυ­πτε μετά η συ­νεί­δη­ση. «Κα­λύ­τε­ρα σκέ­φτη­κα, να […]

Μια φορά στον αν­ταρ­το­πό­λε­μο (1944-1949), τότε με τις επι­χει­ρή­σεις, οι αν­τάρ­τες μας εί­χαν απο­κλεί­σει έξω από ένα χω­ριό και οι στρα­τιώ­τες θα έρι­χναν κλή­ρο, ποιός θα πή­γαι­νε στο χω­ριό για εφό­δια. «Θα πάω εγώ», είπα. Αν πή­γαι­νε κά­ποιος άπει­ρος ή απρό­σε­κτος, μπο­ρεί και να σκο­τω­νό­ταν και θα με έτυ­πτε μετά η συ­νεί­δη­ση. «Κα­λύ­τε­ρα σκέ­φτη­κα, να σκο­τω­θώ εγώ, παρά να σκο­τω­θεί ο άλ­λος και να με σκο­τώ­νει η συ­νεί­δη­σή μου σε όλη μου την ζωή. Πώς θ’ αν­τέ­ξω μετά; Θα μου έλε­γε η συ­νεί­δη­σή μου: “Μπο­ρού­σες να τον γλυ­τώ­σεις· για­τί δεν τον γλύ­τω­σες;”». Νή­στευα κιό­λας και ήμουν νη­στι­κός…, τέ­λος πάν­των. Πήρα το όπλο και ξε­κί­νη­σα. Οι αν­τάρ­τες με πέ­ρα­σαν για δικό τους και με άφη­σαν να πε­ρά­σω. Πήγα στο χω­ριό, ανέ­βη­κα σε ένα διώ­ρο­φο σπί­τι. Μια γριά που ήταν εκεί, μου έδω­σε εφό­δια και γύ­ρι­σα πίσω στην δι­λο­χία. Η με­γα­λύ­τε­ρη χαρά βγαί­νει από την θυ­σία, για­τί από την ανά­παυ­ση του άλ­λου, γεν­νιέ­ται η ανά­παυ­ση η δική μου.

Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης

TOP NEWS