Η Εκκλησιαστική Ιστορία της Ελλάδος ως διακονία της Εκκλησίας

  • Δόγμα

Του Δρος Θεολογίας πρ. Αθανασίου Καρυάμη στην “Κιβωτό τηε Ορθοδοξίας” Η νεότερη και σύγχρονη Εκκλησιαστική Ιστορία της Ελλάδος και αναπόσπαστα για εθνικούς και όχι μόνο λόγους και της Κύπρου, αποτελεί πράγματι μια σπουδαία πηγή γνώσεων, όχι μόνο για όλους τους θεολογικούς κύκλους, τους εκκλησιαστικούς ιστορικούς, αλλά και για τους «κοσμικούς» ιστορικούς  που ασχολήθηκαν στο παρελθόν […]

Του Δρος Θεολογίας πρ. Αθανασίου Καρυάμη στην “Κιβωτό τηε Ορθοδοξίας”

Η νεότερη και σύγχρονη Εκκλησιαστική Ιστορία της Ελλάδος και αναπόσπαστα για εθνικούς και όχι μόνο λόγους και της Κύπρου, αποτελεί πράγματι μια σπουδαία πηγή γνώσεων, όχι μόνο για όλους τους θεολογικούς κύκλους, τους εκκλησιαστικούς ιστορικούς, αλλά και για τους «κοσμικούς» ιστορικούς  που ασχολήθηκαν στο παρελθόν ή σκοπεύουν να ασχοληθούν στο εγγύς μέλλον με ζητήματα, που άπτονται της ιστορίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην πατρίδα μας σε όλες της εκφάνσεις και προεκτάσεις. Η συμβολή της Εκκλησιαστικής Ιστορίας της Ελλάδας αλλά και της Κύπρου, στην κατανόηση αρχικά, των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας στην χώρα μας αλλά και στη Μεγαλόνησο, είναι αδιαμφισβήτητη και χρήσιμη για κάθε περίοδο. Όλοι οι εμπλεκόμενοι από τη σύσταση του Νεοελληνικού κράτους από το έτος 1833, που αποφασίσθηκε μονομερώς η ανακήρυξη του Αυτοκέφαλου της Ορθόδοξης Εκκλησίας από την ετερόδοξη Αντιβασιλεία, ήταν υποχρεωμένοι να τεκμηριώσουν τις θέσεις τους για την κίνησή τους αυτή. Έτσι, οι υποστηρικτές αλλά και οι διαφωνούντες με την ανακήρυξη του Αυτοκέφαλου, αναγκαστικά στράφηκαν στην Γενική Εκκλησιαστική Ιστορία για να αντλήσουν τα αναγκαία επιχειρήματά τους ώστε, να καταφέρουν να στηρίξουν τις θέσεις τους και να δικαιολογήσουν ή να καταδικάσουν, την τροπή που είχαν πάρει τα πράγματα και οδήγησαν την Εκκλησία του νεοσύστατου τότε μικρού βασιλείου, σε ένα ανεπιθύμητο σχίσμα που διήρκησε για 17 περίπου χρόνια. Έτσι, δυστυχώς  άνοιξε ο ασκός του Αιόλου για την εθναρχούσα Εκκλησία στην Κωνσταντινούπολη, που προσπαθούσε μέσα σε μια αλλόθρησκη και κυρίως εχθρική προς αυτήν αυτοκρατορία, να διαχειρισθεί όλα τα ζητήματα που αφορούσαν τους χριστιανούς εντός των ορίων της σε δύσκολους καιρούς, που όλα άλλαζαν συνεχώς με γοργούς ρυθμούς.

Μέσα σε αυτό το γενικό πλαίσιο, εκτός από τους πολιτικούς ταγούς και τους εκκλησιαστικούς άνδρες, οι ξένες Δυνάμεις που τελικά αποδέχθηκαν για τους δικούς τους λόγους την δημιουργία του μικρού τότε κρατιδίου, χωρίς να επιτρέψουν να έχει ολοκληρωμένη  την ανεξαρτησία του, είχαν στραμμένο υποχρεωτικά το βλέμμα τους στις εκκλησιαστικές εξελίξεις εντός και εκτός των ελληνικών συνόρων, ως το κύριο μέσο επιβολής των σχεδιασμών τους στην ευρύτερη περιοχή. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο θα πρέπει να αξιοποιηθούν ερμηνευτικά και οι προσπάθειες των προτεσταντών (κυρίως Αμερικανών και Άγγλων ιεραποστόλων) που από την αυγή του 19ου αιώνα δραστηριοποιήθηκαν στην ευρύτερη περιοχή που κατοικούσαν χριστιανοί. Οι ιεραποστολές των ρωμαιοκαθολικών που υπήρχαν από πολύ παλαιά, έπαιζαν και αυτές σημαντικό ρόλο, αφού στόχευαν στην εξάπλωσή τους στηριζόμενοι στις εκπαιδευτικές και εκδοτικές τους κυρίως προσπάθειες. Οι εκδοτικές τους δραστηριότητες υπήρξαν ιδιαίτερα καρποφόρες για αυτούς, όπως και για τους προτεστάντες ιεραποστόλους και από τις δύο πλευρές ρου Ατλαντικού. Η αναγκαστική ανοχή των κινήσεών τους αρχικά από το κράτος, συνοδευόμενη από την σιωπή του εκκλησιαστικού οργανισμού και των  εκκλησιαστικών κύκλων που επέτρεπαν απρόσκοπτα την  λειτουργία τους στα εκπαιδευτικά κυρίως  πράγματα, δεν κράτησε για μεγάλο χρονικό διάστημα. Όμως, η κατάσταση που επικρατούσε, σύντομα έφερε μεγάλες αναταράξεις στο εσωτερικό της Ελλάδας με πρωταγωνιστή τον Τύπο, μαζί με τις  έντονες αντιδράσεις από το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Οι ξένες διπλωματικές αποστολές στην Ελλάδα παρακολουθούσαν τις εξελίξεις. Η εμπλοκή των ξένων Δυνάμεων έγινε φανερή  όπως π. χ. με την υπόθεση του Αμερικανού ιεραπόστολου Ιωνά Κίνγκ.  Εκείνη την περίοδο τα εκκλησιαστικά πράγματα ήταν συνδεδεμένα άμεσα με τις πολιτικές και  πολιτειακές  εξελίξεις στο νεοσύστατο κράτος, που προσπαθούσε να βρει το βηματισμό του. Μέσα σε αυτό το γενικό πλαίσιο, δεν μπορούν και δεν πρέπει  να εξαιρεθούν από το κάδρο οι διακρατικές σχέσεις εντός και εκτός συνόρων, τόσο της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Ελλάδα όσο και με την εμπλοκή του Οικουμενικού θρόνου, με τη θρησκεία όπως είναι αυτονόητο να παίζει πρωταρχικό ρόλο σε κάθε ζήτημα, που θα έπρεπε να ληφθούν δύσκολες αποφάσεις. Έτσι, δεν παραξενεύει κανέναν η απόφαση του ελληνικού κράτους να στέλνεται κάθε φορά, όλη η αλληλογραφία της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, υποχρεωτικά πρώτα στο αρμόδιο υπουργείο το οποίο θα είχε την θεσμική ευθύνη για την αποστολή όλης της αλληλογραφίας εκτός συνόρων είτε σε εκκλησιαστικούς άνδρες ομόδοξους ή ετερόδοξους είτε σε πολιτικούς ηγέτες ξένων χωρών. Μέσα σε αυτό το κλίμα εντάσσεται και ο διορισμός βασιλικού επιτρόπου, που χωρίς την υπογραφή του στα πρακτικά των συνεδριάσεων της Ιεράς Συνόδου καμία απόφασή της δεν ήταν έγκυρη και αποδεκτή.

Ένα από τα θετικά βήματα στο χώρο της εκπαίδευσης από την ίδρυση του Νεοελληνικού κράτους είναι η διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών, που τις επόμενες δεκαετίες θα συστηματοποιηθεί αντανακλώντας τις εξελίξεις του εκπαιδευτικού συστήματος, βασιζόμενο στους τέσσερεις τομείς της Θεολογικής Σχολής . Η διδασκαλία της Εκκλησιαστικής Ιστορίας εντάσσεται στην Θεολογική Σχολή του Οθώνειου Πανεπιστημίου από το πρώτο έτος της λειτουργίας του πρώτου τριτοβάθμιου εκπαιδευτικού ιδρύματος (1837). Στη συνέχεια, το μάθημα μετά από καρποφόρα προσπάθεια στο αρμόδιο υπουργείο, του καθηγητού της Εκκλησιαστικής Ιστορίας της Θεολογικής Σχολής Αθηνών Αναστασίου Διομήδους Κυριακού,  διδάχθηκε στη Δευτεροβάθμια εκπαίδευση, αρχικά από το 1875 με διδακτικό εγχειρίδιο που συνέγραψε ο ίδιος ο καθηγητής, ως επιτομή του ήδη διδακτικού εγχειριδίου που στο παρελθόν είχε γράψει για τους φοιτητές της Θεολογίας. Το μάθημα άρχισε να διδάσκεται και στην Πρωτοβάθμια εκπαίδευση μετά την αλλαγή του αιώνα μέχρι την πρώτη δεκαετία του 21ού αιώνα. Η εισαγωγή και η διδασκαλία του μαθήματος αυτού τον 20ό αιώνα στο δημοτικό σχολείο, υπήρξε ιδιαίτερα χρήσιμη και έδινε στους μαθητές που οι δύσκολες καταστάσεις δεν θα το επέτρεπαν να συνεχίσουν μετά το δημοτικό το σχολείο τις σπουδές τους, να  μάθουν την ιστορία της Εκκλησίας τους από τον πρώτο αιώνα μέχρι τη σύγχρονη εποχή.

Από την έναρξη του Αγώνα του 1821 οι εκκλησιαστικοί άνδρες, κληρικοί και μοναχοί σε κάθε επαναστατημένη περιοχή, πλαισίωσαν αμέσως δυναμικά τον επαναστατικό αγώνα. Η συμβολή τους υπήρξε αναμφίβολα πολύ ουσιαστική και αναμφισβήτητα ο λαός καταλάβαινε ότι η άμεση συμμετοχή των πνευματικών τους ηγετών σε αυτή τη γιγαντιαία προσπάθεια, ήταν ένα προσκλητήριο για όλους τους  Ορθόδοξους χριστιανούς και φυσικά ένας μονόδρομος. Όμως, όσοι πολιτικοί ταγοί είχαν αναλάβει τα ηνία του Αγώνα, είχαν άλλες αντιλήψεις για το ρόλο της Εκκλησίας στο υπό ίδρυση κράτος. Η πλειοψηφία τους επηρεασμένοι από το κλίμα που επικρατούσε στην Ευρώπη, υπήρξαν οπαδοί του Διαφωτισμού ακόλουθοι του πνευματικού τους πατέρα Αδαμάντιου Κοραή. Οι απόψεις του έγινα επίσημα αποδεχτές στη Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας το 1827, υλοποιήθηκαν και είχαν άμεσες επιπτώσεις στον εκκλησιαστικό οργανισμό, σε ένα κράτος που προετοιμαζόταν να ιδρυθεί και να αναγνωρισθεί από την πολιτισμένη Ευρώπη, ως ένα ακόμα σύγχρονο κράτος στη γηραιά ήπειρο. Όσες φορές η Πολιτεία θα διαφωνούσε με την Εκκλησία, με ήπιο ή βίαιο τρόπο θα προσαρμοζόταν αναγκαστικά στις επιταγές της Πολιτείας. Με την απαγόρευση της ανάληψης δημόσιων αξιωμάτων από τους ιεράρχες (επέτρεψαν για ελάχιστες δεκαετίες στον απλό κλήρο να ψηφίζει) που μέχρι τότε διαδραμάτιζαν ουσιαστικό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις και είχαν ενεργό συμμετοχή στα δημόσια αξιώματα από την έναρξη της Επανάστασης του 1821 τους έβαλαν στο περιθώριο. Η αναγκαστική αποχή τους από όλα τα δημόσια πράγματα  έδινε την ευκαιρία στους οπαδούς της πολιτειοκρατίας να κάνουν το πρώτο μεγάλο πια βήμα στην περιθωριοποίηση γενικά του κλήρου, εγκαινιάζοντας μια κατάσταση που θα ήταν ο προπομπός των επερχόμενων εξελίξεων στον εκκλησιαστικό οργανισμό του νεοσύστατου κρατιδίου σε μια κατάσταση, που θα είχε πολλές φορές τραγικές εξελίξεις στα εκκλησιαστικά ζητήματα.

Η αναγνώριση της Ελληνικής Πολιτείας από τις μεγάλες Δυνάμεις με πρώτο κυβερνήτη τον Ιωάννη Καποδίστρια, βρήκε την ελεύθερη Ελλάδα εντελώς καταστραμμένη οικονομικά. Ο πρώτος Κυβερνήτης ένας βαθύτατα θρησκευόμενος χριστιανός Ορθόδοξος και γνήσιο τέκνο της Ορθοδόξου Εκκλησίας, θέλησε να λύσει τα εκκλησιαστικά προβλήματα που είχαν δημιουργηθεί στις εκκλησιαστικές επαρχίες του νεοσύστατου κράτους, με την άμεση συμμετοχή του Οικουμενικού θρόνου, βασιζόμενος πάντα στο Κανονικό Δίκαιο και στην εκατέρωθεν συνεννόηση των δύο πλευρών. Όμως, η παραμονή του τόσα χρόνια στην τσαρική Ρωσία κατέχοντας για ένα διάστημα υπουργικό θώκο, και η περιήγησή του στις ευρωπαϊκές χώρες της Δύσης που βίωναν το χριστιανισμό με διαφορετικό τρόπο από το σχίσμα του 1054, και που αργότερα διασπάστηκαν  στα δύο μεγάλα ρεύματα του χριστιανικού κόσμου (ρωμαιοκαθολικισμός και προτεσταντισμός) ζούσαν  ως ένα βαθμό σε ένα διαφορετικό χώρο και οργανωμένο πλαίσιο που αφορούσε τις σχέσεις  του κράτους με τον εκκλησιαστικό οργανισμό. Όλα αυτά επηρέασαν τον πολιτικό άνδρα Ιωάννη Καποδίστρια στις αποφάσεις που πήρε ο ίδιος ως ο πρώτος Κυβερνήτης της Ελληνικής Πολιτείας, για την αποδεκτή θέση που η Ορθόδοξη πίστη και Εκκλησία θα κατείχαν στο Νεοελληνικό κράτος. Η ίδρυση του υπουργείου επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Παιδεύσεως, μαζί με τις πρώτες οδηγίες που δόθηκαν στους ιεράρχες που βρισκόταν στην απελευθερωμένη Ελλάδα, μπορεί φαινομενικά να ήταν άκρως απαραίτητες όμως, έθεσε τις βάσεις πάνω στις οποίες εργάσθηκε η ετερόδοξη Αντιβασιλεία, με αλλότριο σκοπό και στόχο την πλήρη επιβολή της πολιτειοκρατίας. Τα προβλήματα που ανακύπτουν κάθε φορά που οι αρμόδιοι εκκλησιαστικοί και πολιτικοί παράγοντες, πολλές φορές με την σύμπραξη ειδικών, προσπαθούν να λύσουν και να δοθεί διέξοδος στα αδιέξοδα με ομαλό τρόπο, δεν φροντίζουν να περάσουν τις ασφαλιστικές δικλείδες κάθε φορά ώστε, να περιορισθεί μια επόμενη κρίση και να αναγκασθούν οι δύο πλευρές να μην εκδηλωθεί τουλάχιστον με το γνωστό τρόπο. Ο πρώτος που έπεσε σε αυτή τη θανάσιμη παγίδα ήταν ο λόγιος και καθηγητής αρχιμανδρίτης Θεόκλητος Φαρμακίδης, που το κράτος τον εμπιστεύτηκε μέσα σε μια περίοδο που ήταν ίσως ο μόνος τότε καταρτισμένος θεολόγος και γνώστης της Γερμανικής γλώσσας.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως από τη μια και η μονομερώς ανακηρυχθείσα Αυτοκέφαλη Εκκλησία υπό τον τίτλο «Ορθόδοξος Ανατολική Αποστολική Εκκλησία του Βασιλείου της Ελλάδος» (Ε. τ. Κ. αρ. φ. 23 / 1-13 – 08 – 1833) με αρχηγό της τον βασιλέα της Ελλάδος Όθωνα (που ήταν ρωμαιοκαθολικός) βρισκόταν ανάμεσα σε συμπληγάδες πέτρες, και οι κινήσεις τους έμπαιναν στο μικροσκόπιο όλων. Η κάθε κίνηση θα είχε επώδυνες επιπτώσεις, αν δεν ήταν σωστά σχεδιασμένη, αφού οι αντιδράσεις κυρίως των εξωγενών παραγόντων θα ήταν άμεσες, με απρόβλεπτες κάθε φορά συνέπειες.  Για τον εκκλησιαστικό χώρο (τόσο στον 19ο όσο και στον 20ό αιώνα) που συνεχώς δοκιμάζεται σε επαναλαμβανόμενες κρίσεις, σε οποιαδήποτε μορφή πολιτεύματος. Πολλοί από τους προκαθημένους που ασφυκτιούσαν μέσα σε αυτό το κλίμα της πολιτειοκρατίας, έψαχναν ευκαιρία να αναδείξουν το θέμα σε κάθε παρουσιαζόμενη ευκαιρία. Οι επεμβάσεις ήταν συχνό φαινόμενο όταν η Εκκλησία προσπαθούσε να αυτονομηθεί σε κάθε κρίση που ανέκυπτε.

Οι σχέσεις όμως, μεταξύ των δύο αρχαιότερων θεσμών στη χώρα, κινήθηκαν από τη διαπάλη και τη διαπλοκή στη συνεργασία ή  στη σύγκρουση. Όμως, οι συγκρούσεις αυτές που δεν θα έπαυαν να υπάρχουν τόσο στον 19ο όσο και στον 20ό αιώνα, θα συνεχιζόταν σε ένα διαφορετικό πλαίσιο. Από  την αυγή του 21ου αιώνα, το τοπίο άρχιζε να αλλάζει θεαματικά, αφού τώρα πια η κλασική πολιτειοκρατία έλαβε μια νέα μορφή περισσότερο βασισμένη σε νέες ιδεολογικές βάσεις και διαφορετικές πρακτικές, που ζυγίζουν θα τα πράγματα με ένα καινούριο τρόπο. Οι διαθέσεις για επιβολή στον εκκλησιαστικό οργανισμό έχουν διαφοροποιηθεί και εκσυγχρονιστεί. Ο κάθε ενδιαφερόμενος πρέπει πλέον μετράει τις αντιδράσεις της κοινής γνώμης μέσα από δημοσκοπήσεις και να  διαμορφώνει με τη χρήση επικοινωνιολόγων και των ΜΜΕ την κοινή γνώμη για ζητήματα που αφορούν γενικά τη θρησκεία. Η σύγχρονη αντιθρησκευτική προπαγάνδα έχει πολλούς νέους συμμάχους έτοιμους να συμβάλλουν με τις επιστημονικές τους γνώσεις στη υλοποίηση κάθε νέου  σχεδιασμού κατά της Εκκλησίας.

TOP NEWS