Υπομονή και ανοχή

  • Δόγμα

Στην Κινβωτό της Ορθοδοξίας

Άλλο εί­ναι η υπο­μο­νή και άλλο η ανο­χή. Υπο­μο­νή δεν εί­ναι το να ανέ­χο­μαι τον άλ­λον. Όταν λέω ότι ανέ­χο­μαι τον άλ­λον, εί­ναι σαν να λέω: ”Ο άλ­λος εί­ναι χά­λια, εγώ εί­μαι καλά και τον ανέ­χο­μαι”. Η πραγ­μα­τι­κή υπο­μο­νή εί­ναι να αι­σθάν­μαι ενο­χή για την κα­τά­στα­σή του και τον πο­νάω. Αυτό έχει πολ­λή τα­πεί­νω­ση και αγά­πη και τότε δέ­χο­μαι την Χάρη του Θεού και βο­η­θιέ­ται και ο άλ­λος. Αν δω λ.χ. κά­ποιον κου­τσό ή κου­φό ή ναρ­κο­μα­νή, πρέ­πει να σκε­φθώ: ”άν ήμουν εγώ σε καλή πνευ­μα­τι­κή κα­τά­στα­ση, θα πα­ρα­κα­λού­σα τον Θεό και θα τον έκα­νε καλά», για­τί ο Χρι­στός είπε: «θα σας δώσω δύ­να­μη να κά­νε­τε με­γα­λύ­τε­ρα θαύ­μα­τα από μένα», οπό­τε έρ­χε­ται ο πό­νος, η αγά­πη για τον άλ­λον. Ενώ, αν πώ: «ε, τί να τον κάνω, ανά­πη­ρος εί­ναι, ας κα­θή­σω λίγο κον­τά του· θα έχω άλ­λω­στε και τον μι­σθό μου», τότε ανέ­χο­μαι τον άλ­λον και δι­καιο­λο­γώ τον εαυ­τό μου, ότι έκα­να το κα­θή­κον μου.

Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης

TOP NEWS