Ναυπάκτου Ιερόθεος: Δεν μπορούν να γίνονται συμβιβασμοί σε σοβαρά θέματα όπως η παιδεία

ναυπάκτου

Σε ένα μακροσκελές του άρθρο ο Σεβασμιώτατος Ναυπάκτου κ. Ιερόθεος καταπιάνεται με «το δέον γενέσθαι» μετά την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας για το μάθημα των Θρησκευτικών, ενώ στέκεται ιδιαίτερα  στο διάλογο της Εκκλησίας με την Πολιτεία, προσδωκώντας ουσιαστικά εφ’ εξής βήματα.

» Έχω κουρασθή τόσα χρόνια να γράφω τα ίδια πράγματα, να μην εισακούομαι, και τελικά να με επιβεβαιώνουν και να με δικαιώνουν οι εξελίξεις. Ας γίνει τουλάχιστον αντιληπτό ότι δεν ευθυνόμαστε όλοι για την κατάσταση που φθάσαμε εδώ και δεν μπορούν να γίνονται συμβιβασμοί σε έναν τέτοιο σοβαρό θέμα που αφορά την παιδεία, η οποία προσφέρεται στους ορθοδόξους μαθητές», καταλήγει με μια δημόσια δήλωσή του ο Σεβασμιώτατος Ναυπάκτου κ. Ιερόθεος.

Το πλήρες άρθρο του Σεβασμιωτάτου Ναυπάκτου:

«Οι υπ’ αριθμ. 1749 και 1750/2019 Αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας (Μείζονος Ολομέλειας) ήταν αναμενόμενες. Ήδη είχαν προηγηθή οι υπ’ αριθμ. 660 και 926/2018 αποφάσεις του Σ.τ.Ε. (Ολομέλειας) που είχαν κρίνει τα Προγράμματα Σπουδών του Νίκου Φίλη ως αντισυνταγματικά και ακολούθησαν και οι νέες αποφάσεις του Σ.τ.Ε. που έκριναν εξίσου αντισυνταγματικά τα ίδια σχεδόν Προγράμματα Σπουδών, που είχαν ελαφρές αλλαγές, του Κώστα Γαβρόγλου.

Οι δύο εισηγήσεις

Τον Δεκέμβριο του 2015 που ήμουν Συνοδικός έθεσα στην Σύνοδο αυτό το πρόβλημα του Προγράμματος Σπουδών στην στοιχειώδη και μέση Εκπαίδευση. Με απόφαση της Συνόδου έκανα εισήγηση στην κοινή Συνεδρίαση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος με τους Κοσμήτορες των Θεολογικών Σχολών και τους Προέδρους των Τμημάτων τους, όπως και τους θεολόγους καθηγητές τον Ιανουάριο 2016, και έπειτα έκανα και εισήγηση στην Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος τον Μάρτιο του 2016.

Για να διευκολυνθούν οι αναγνώστες θα πρέπει να διευκρινισθή ότι άλλο είναι το Αναλυτικό Πρόγραμμα Σπουδών που ίσχυε πολλά χρόνια στην Εκπαίδευση και στηριζόταν στην αναλυτική παρουσίαση του μαθήματος των Θρησκευτικών με «τεκμηριωμένους και σαφώς διατυπωμένους στόχους μάθησης» με διαδοχική χρονική διάρκεια, και άλλο είναι το Πρόγραμμα Σπουδών που εισήχθη επί Υπουργείας Νίκου Φίλη, που «παύει να είναι αναλυτικό» και διακρίνεται σε μάθημα «γενικευτικού χαρακτήρα, με γενικές προσεγγίσεις και πολυεπίπεδες επιλογές».

Όταν η Διαρκής Ιερά Σύνοδος μου ανέθεσε να εισηγηθώ το θέμα αυτό, το μελέτησα σε βάθος, τόσο στα βιβλία των Θρησκευτικών σύμφωνα με το Αναλυτικό Πρόγραμμα που ίσχυε τότε, όσο και στο προτεινόμενο Πρόγραμμα Σπουδών που λειτούργησε ήδη (2011-2014) ως πιλοτικό πρόγραμμα σε 68 Γυμνάσια στην Επικράτεια.

Διάβασα σχεδόν δέκα χιλιάδες (10.000) σελίδες από διατριβές, επιστημονικά βιβλία, εισηγήσεις που έγιναν από όλες τις πλευρές, αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας και άλλων Δικαστηρίων και αναλύσεις νομικών θεμάτων που σχετίζονται με τα Θρησκευτικά, καθώς επίσης έλαβα υπ’ όψη μου και τις απόψεις θεολόγων καθηγητών όλων των πλευρών, της ΠΕΘ και του «Καιρού», που διδάσκουν το μάθημα των Θρησκευτικών στα Σχολεία.

Το απόσταγμα όλης αυτής της μελέτης καταγράφηκε στις δύο εισηγήσεις που ανέφερα και έχουν δημοσιευθή σε βιβλίο με τίτλο «Εισηγήσεις για το μάθημα των Θρησκευτικών στα Σχολεία», καθώς επίσης έχουν αναρτηθή στο διαδίκτυο.

Νομίζω ότι στις εισηγήσεις αυτές αναλύθηκε με επιστημονική μέθοδο η διαφορά της φιλοσοφίας των δύο Προγραμμάτων, ήτοι του παλαιού Αναλυτικού Προγράμματος και του νέου Προγράμματος Σπουδών, δηλαδή φάνηκε η διαφορά μεταξύ της αναλυτικής μεθόδου και της θεματικής επεξεργασίας των θρησκευτικών θεμάτων. Επίσης φάνηκε η διαφορά μεταξύ «θρησκευτικού γραμματισμού» και «φιλελεύθερης θεωρήσεως της θρησκευτικής αγωγής». Ακόμη αναφέρθηκε ότι το Αναλυτικό Πρόγραμμα που ίσχυε τότε είχε κριθή από τα Ανώτατα Δικαστήρια ως συνταγματικό, και τόνιζα ότι το Πρόγραμμα Σπουδών αντίκειται στις επιταγές του Συντάγματος και στις έως τότε αποφάσεις του Σ.τ.Ε.

Βεβαίως, με ενοχλούσε αφάνταστα το ότι οι υπέρμαχοι του νέου Προγράμματος Σπουδών υποστήριζαν ότι το Αναλυτικό Πρόγραμμα που ίσχυε τότε ήταν κατηχητικό-ομολογιακό και ότι το νέο Πρόγραμμα Σπουδών είναι θρησκειολογικό. Αυτό ήταν μια παραπλάνηση και παραπληροφόρηση, γιατί το Αναλυτικό Πρόγραμμα ήταν γνωσιολογικό, πολιτιστικό με θρησκειολογικές αναφορές, ενώ το νέο Πρόγραμμα Σπουδών δεν είναι θρησκειολογικό, αλλά διαθρησκειακό και συγκρητιστικό.

Αυτό το στήριζα στο περιεχόμενο των δύο Προγραμμάτων, που είχα επαρκώς μελετήσει. Έτσι, προσπαθούσα να αναλύσω το θέμα με επιχειρήματα, με σεβασμό σε όλες τις πλευρές και όμως δεχόμουν ύβρεις, γιατί οι άνθρωποι έχουν μάθει να ομιλούν και να γράφουν συνθηματολογικά.

Η πρόταση και η απόφαση

Το κυριότερο ήταν ότι στις δύο αυτές εισηγήσεις, που έκανα τόσο στην Διαρκή Ιερά Σύνοδο όσο και στην Ιεραρχία, δεν παρέμεινα σε θεωρητικές αναλύσεις, αλλά κατέληξα συγκεκριμένη πρόταση για να αντιμετωπισθή η κατάσταση που είχε δημιουργηθή. Δηλαδή, πρότεινα να παραμείνη το τότε ισχύον αναλυτικό πρόγραμμα, να αναδιαρθρωθή καλύτερα κατά τάξη και να εισαχθή σε κάθε μάθημα προς το τέλος ακόμη περισσότερο θρησκειολογικό υλικό, χωρίς να γίνεται σύγχυση μεταξύ τους για να ενημερώνονται οι μαθητές. Δηλαδή, τόνιζα αυτό που γράφουν οι αποφάσεις του Σ.τ.Ε. Συγκεκριμένα είχα προτείνει:

«Η πρότασή μου, λοιπόν, είναι να επικεντρωθή το ενδιαφέρον στο τρέχον Πρόγραμμα Σπουδών (το Αναλυτικό) με την δική του θεματική μεθοδολογία, στο οποίο, όμως, να γίνουν μερικές βελτιώσεις, εντάσσοντάς το στα σύγχρονα παιδευτικά δεδομένα, οπότε να εισαχθούν σε κάθε βιβλίο –όχι σε κάθε μάθημα– μερικά κεφάλαια θρησκειολογικά, ανάλογα με την θεματολογία του βιβλίου, αφού όμως δοθή προτεραιότητα στην ορθόδοξη παράδοση, την οποία ακολουθεί η πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτών, αλλά και να χρησιμοποιηθούν ως εφαρμογές και τα καλά στοιχεία του Νέου Προγράμματος Σπουδών Αυτή η πρόταση είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα, τις αποφάσεις των Ανωτάτων Διοικητικών Δικαστηρίων της Χώρας μας και της ευρωπαικής πολιτικής».

Η πρότασή μου αυτή έγινε αποδεκτή από την Διαρκή Ιερά Σύνοδο και τους εκπροσώπους των Θεολογικών Σχολών την 12η Ιανουαρίου 2016, από την Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων και τελικά ομοφώνως από την Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος την 9η Μαρτίου 2016.

Παράλληλα τόνιζα επανειλημμένως ότι η Εκκλησία όφειλε να κάνη διάλογο για την βελτίωση του Αναλυτικού Προγράμματος που ίσχυε τότε, και να μη κάνη διάλογο για το Πρόγραμμα Σπουδών που επρόκειτο να εισαχθή, ώστε να μην αναλάβη ευθύνη για το Πρόγραμμα αυτό. Υποστήριζα ότι αν η Πολιτεία επέμενε να γίνη διάλογος πάνω στο νέο Πρόγραμμα Σπουδών, τότε η Εκκλησία δεν έπρεπε να συμμετάσχη στον διάλογο και να αφήση την Πολιτεία να αναλάβη εκείνη όλη την ευθύνη του νέου Προγράμματος Σπουδών και τις συνέπειές του.

Αυτό καταγράφηκε και στο από 22-2-2016 έγγραφο της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου που υπογράφεται από τον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμο προς τον τότε Υπουργό Παιδείας κ. Νικόλαο Φίλη:

«Η Εκκλησία της Ελλάδος προτίθεται να συνεργαστεί περαιτέρω, στη βάση της επιστημονικής βελτίωσης του υπάρχοντος μαθήματος και της στήριξης των καθηγητών του. Αντιτίθεται στην κατάργηση και αντικατάστασή του από ένα μάθημα «γεωγραφίας των θρησκειών» ή «θρησκευτικού εγκυκλοπαιδισμού» με κάποια απλώς ιδιαίτερη παρουσίαση της παρουσίας της Ορθοδοξίας στον ελλαδικό χώρο».

Στην συνέχεια το θέμα αυτό, με την επιμονή ορισμένων, έλαβε άλλη κατεύθυνση. Η Ιεραρχία με εκπροσώπους της συμμετείχε στον διάλογο με την Πολιτεία για το νέο Πρόγραμμα Σπουδών, με το γνωστό αποτέλεσμα. Όμως, δεν σταμάτησα να ασχολούμαι με το θέμα, γι’ αυτό και στις Συνεδριάσεις της Ιεραρχίας ασκούσα διακριτική κριτική, όπως φαίνεται στα Πρακτικά των Συνεδριάσεων αυτών.

Λυπάμαι πολύ για την εξέλιξη του θέματος. Δεν ήθελα να επιβεβαιωθώ στις εκτιμήσεις μου ύστερα από σχεδόν τέσσερα (4) χρόνια, αφού εν τω μεταξύ χάθηκε πολύτιμος χρόνος και καταναλώθηκαν πολλές δυνάμεις, όπως και δεν επιθυμώ να επιβεβαιώνομαι και σε άλλα θέματα μετά την παρέλευση πολλών ετών!

Όμως, δυστυχώς, επικρατούν άλλες απόψεις κάθε φορά, οι οποίες διακρίνονται από συμβιβασμούς, συμψηφισμούς και τακτικισμούς, που εκφράζονται με θυμικές και συναισθηματικές εξάρσεις, χωρίς λογικά και επιστημονικά επιχειρήματα, στις οποίες δεν μπορώ να συμμετέχω. Έτσι, οι αποφάσεις του Σ.τ.Ε. για το μάθημα των Θρησκευτικών είναι μια επίσημη αρνητική απάντηση όχι μόνον στο περιεχόμενο του Προγράμματος Σπουδών, στους δημιουργούς του και σε αυτούς που το στηρίζουν, αλλά και στον ίδιο τον διάλογο.

Τι δέον γενέσθαι

Το θέμα είναι τι πρέπει να γίνη από εδώ και πέρα.

Δεν γνωρίζω επακριβώς τι υποχρεώσεις έχει αναλάβει η Ελληνική Πολιτεία έναντι των Ευρωπαικών Προγραμμάτων για την σύνταξη των νέων προγραμμάτων για τα Θρησκευτικά.

Νομίζω όμως ότι είναι επίκαιρη και τεκμηριωμένη η απόφαση της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος της 9ης Μαρτίου 2016, την οποία ανέφερα προηγουμένως, που ήταν συνέχεια της εισηγήσεως στην Διαρκή Ιερά Σύνοδο με την παρουσία των εκπροσώπων των Θεολογικών Σχολών και των θεολόγων καθηγητών, την 12η Ιανουαρίου 2016. Η Εκκλησία πρέπει, με υπευθυνότητα, χωρίς τακτικισμούς και συμβιβασμούς, να κάνη διάλογο με την Πολιτεία στο θέμα του μαθήματος των Θρησκευτικών με βάση την απόφαση της Ιεραρχίας της 9ης Μαρτίου 2016, με νέα σύνθεση.

Αυτή η απόφαση της Ιεραρχίας δεν διαπνέεται από κατηχητικό και ομολογιακό χαρακτήρα, όπως δυστυχώς υποστηρίζουν μερικοί, αλλά είναι συντονισμένη τόσο στην παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας, όσο και στην σύγχρονη μορφή του μαθήματος, που είναι σύμφωνη με τις αποφάσεις του Σ.τ.Ε. Άλλες προτάσεις, συζητήσεις και αποφάσεις περιττεύουν.

Αυτό σημαίνει ότι η Ιεραρχία πρέπει να επανέλθη στην απόφασή της της 9ης Μαρτίου 2016, που είναι και η μοναδική τεκμηριωμένη απόφαση, γιατί οι μετέπειτα αποφάσεις της αφορούσαν την συνέχιση του διαλόγου. Και δεν θα δεχθώ να γίνη διάψευση στο θέμα αυτό, γιατί τότε θα επανέλθω με στοιχεία από τα Πρακτικά των Συνεδριάσεων της Ιεραρχίας. Επομένως, πρέπει να συνεχισθή ο διάλογος στην βάση της αποφάσεως της Ιεραρχίας της 9ης Μαρτίου 2016, με πρωτεύοντα τον ρόλο των καθηγητών που διδάσκουν το μάθημα.

Μέσα στα πλαίσια αυτά μπορεί να καταρτισθή ένα πρόγραμμα βάση του Αναλυτικού Προγράμματος, με την βοήθεια της Πανελλήνιας Ένωσης Θεολόγων (ΠΕΘ), που να συνδυάζη την διδασκαλία της ορθοδόξου θεολογίας στους μαθητές με ωραίο σύγχρονο τρόπο και με ενημέρωση για άλλες θρησκευτικές παραδόσεις σε διακριτές ενότητες. Έτσι το μάθημα δεν θα είναι ούτε κατηχητικό, που είναι έργο της Εκκλησίας, ούτε συγκρητιστικό.

Έχουν γίνει τέτοιες προσπάθειες και έχουν δημοσιευθή τέτοια πρότυπα, που ικανοποιούν και την θέση της Κυβερνήσεως, όπως εκφράσθηκε από την Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων κ. Νίκη Κεραμέως σε δηλώσεις της για τα Θρησκευτικά στο Ραδιόφωνο του ΣΚΑΪ ότι «πρόθεσή μας είναι να συμμορφωθούμε απόλυτα με τις αποφάσεις της Δικαιοσύνης» και ότι το μάθημα των Θρησκευτικών «χρήζει μιάς βελτιώσεως ως προς τον τρόπο διδασκαλίας, να γίνει πιο ελκυστικό για τους μαθητές».

Ας μου επιτραπή μια δημόσια δήλωση: Έχω κουρασθή τόσα χρόνια να γράφω τα ίδια πράγματα, να μην εισακούομαι, και τελικά να με επιβεβαιώνουν και να με δικαιώνουν οι εξελίξεις. Ας γίνει τουλάχιστον αντιληπτό ότι δεν ευθυνόμαστε όλοι για την κατάσταση που φθάσαμε εδώ και δεν μπορούν να γίνονται συμβιβασμοί σε έναν τέτοιο σοβαρό θέμα που αφορά την παιδεία, η οποία προσφέρεται στους ορθοδόξους μαθητές».
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ