Σύγχρονα Ελληνικά Λαϊκά Πανηγύρια: Η περίπτωση της Σάμου – Στ΄
Του Δρος Μ. Βαρβούνη στην “Κιβωτό της Ορθοδοξίας” Τα συναισθήματα που τα πανηγύρια ξυπνούν ή δημιουργούν στους ανθρώπους υπερισχύουν της υπόστασής τους, ή ακόμη και της θρησκευτικής ή μη πλέον αφετηρίας τους. Οι πληροφορητές μας σαφώς τόνισαν ότι θεωρούν ένα μεγάλο θρησκευτικό πανηγύρι, λ.χ. εκείνο της Κοίμησης της Θεοτόκου, τόσο την παραμονή στις 14, […]
Του Δρος Μ. Βαρβούνη στην “Κιβωτό της Ορθοδοξίας”
Τα συναισθήματα που τα πανηγύρια ξυπνούν ή δημιουργούν στους ανθρώπους υπερισχύουν της υπόστασής τους, ή ακόμη και της θρησκευτικής ή μη πλέον αφετηρίας τους. Οι πληροφορητές μας σαφώς τόνισαν ότι θεωρούν ένα μεγάλο θρησκευτικό πανηγύρι, λ.χ. εκείνο της Κοίμησης της Θεοτόκου, τόσο την παραμονή στις 14, όσο και ανήμερα στις 15 Αυγούστου, ως πιο επίσημο από ανάλογες εκδηλώσεις και διοργανώσεις φορέων και συλλόγων, ωστόσο δεν ξεχωρίζουν τα θρησκευτικά πανηγύρια από τις μη θρησκευτικές επαναλήψεις τους, στις περιπτώσεις δηλαδή εκδηλώσεων από συλλόγους ή πυροσβεστικά κλιμάκια κ.λπ. Συμμετέχουν με τις ίδιες προσδοκίες σε όλα, με το ίδιο κέφι, μαζικά και οικογενειακά, θεωρώντας ωστόσο τα θρησκευτικά πανηγύρια πιο «παραδοσιακά», υπό την έννοια ότι τους αποδίδουν την ιδιότητα του παλαιού και πατροπαράδοτου συλλογικού κοινωνικού θεσμού.
Βεβαίως, ειδικός λόγος μπορεί να γίνει για τη συμμετοχή των αποδήμων στα καλοκαιρινά πανηγύρια της Σάμου, ιδίως δε των ξενιτεμένων, όσων ζουν σε χώρες του εξωτερικού, ιδιαίτερα δε αυτών που έχουν μεταναστεύσει στις Η.Π.Α. και την Αυστραλία, και οι οποίοι κάθε Ιούλιο και Αύγουστο επιστρέφουν νοσταλγικά στο γενέθλιο νησί τους. Σε παλαιότερη μελέτη μου ασχολήθηκα με τα πανηγύρια που αυτοί διοργανώνουν, τα χαρακτηριστικά, τη στόχευση και τις εθιμοταξίες τους. Αξίζει ωστόσο εδώ να παρατηρηθεί ότι συμμετέχουν μαζικά και στα πανηγύρια που εξετάζουμε εδώ, τα πλέον δημοτελή και καθιερωμένα, διασκεδάζουν με την οικογένεια και τους φίλους τους, συχνά δε επιδεικνύοντας την ίδια διάθεση επίδειξης με στόχο την πρόσκληση αυξημένου κοινωνικού κύρους κερνούν ποτά, ή προβαίνουν σε δημόσιες αναγγελίες δωρεών τους προς τους ναούς και τους συλλόγους, ή σε μαζικές αγορές λαχνών από τις λαχειοφόρες αγορές, για τις οποίες θα γίνει λόγος στη συνέχεια.
Συνεπώς οι απόδημοι, ιδιαίτερα μάλιστα οι «ξενιτεμένοι» αποτελούν ιδιαίτερη και διακριτή ομάδα, που έχουν και ξεχωριστούς λόγους συμμετοχής, αλλά και συχνά διακρινόμενη συμπεριφορά στα πανηγύρια, καθώς όχι μόνο επανασυνδέονται με την κοινότητα, τις αξίες, την προφορική ιστορία και μυθολογία της, αλλά καλλιεργούν γύρω τους ένα κλίμα αποδοχής, μια προσωπική ή οικογενειακή «μυθολογία», μέσω της οποίας προσπαθούν να αντισταθμίσουν το προσωπικό και κοινωνικό τραύμα του ξενιτεμού. Όσο μάλιστα πιο αποκομμένοι από την κοινότητα αισθάνονται, τόσο πιο έντονες και προβεβλημένες, πρωτίστως με αναρτήσεις σε Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, είναι οι εκδηλώσεις αυτές, δια των οποίων αποσκοπούν στην επίτευξη της συναισθηματικής και κοινωνικής επανένταξής τους.
Έγινε προηγουμένως λόγος για τις λαχειοφόρες αγορές και τους λαχνούς, που αποτελούν συνηθισμένο κομμάτι της εθιμοταξίας των καλοκαιρινών πανηγυριών της Σάμου. Οι διαδικασίες αυτές στηρίζονται στην ενεργή οικονομική συμμετοχή της κοινότητας στην πανήγυρη, μέσω της προσφοράς δώρων που θα κληρωθούν από επιχειρήσεις, καταστήματα και επιχειρηματίες, αλλά και μέσω της αγοράς λαχνών, που ουσιαστικό σκοπό έχουν την ενίσχυση του φορέα που διοργανώνει το πανηγύρι, και όχι την απόκτηση κάποιου δώρου. Μάλιστα, υπάρχει η συνήθεια όσοι λαχνοί δεν πωληθούν να βγαίνουν σε μαζική και με έκπτωση τιμής αγορά, είτε ακόμη και σε πλειστηριασμό, πριν την κλήρωση, ώστε να διατεθούν τελικά όλοι οι λαχνοί.
Πρόκειται για πρακτική που προέρχεται από τις χοροεσπερίδες συλλόγων και φορέων του αστικού χώρου, η οποία εισήχθη και στην εθιμοταξία των πανηγυριών μετά τη δεκαετία του ’80, σταδιακά. Μέσω δε αυτής, πέραν των οικονομικών αποτελεσμάτων, ενισχύεται και η κοινωνική συνοχή, κάτι που αποτελεί μία από τις βασικές παραμέτρους των πανηγυριών. Φυσικά, η εισαγωγή της διαδικασίας και της πρακτικής των λαχειοφόρων αγορών σχετίζεται άμεσα και με τον ρόλο των συλλόγων στα πανηγύρια, που πλέον διοργανώνονται από αυτούς, όπως και παραπάνω αναφέρθηκε, καθώς οι λαχνοί και η πώλησή τους αποσκοπούν, κατά κύριο λόγο, στην οικονομική ενίσχυση αυτών των συλλόγων.
Εν προκειμένω πρέπει να τονιστεί ο σημαντικός ρόλος των συλλόγων γενικότερα στη διαδικασία της διαχείρισης του παλαιότερου πολιτιστικού αποθέματος, ο οποίος είναι τόσο καθοριστικός σε πανελλήνιο επίπεδο, ώστε να μπορούμε να πούμε ότι ο σύγχρονος λαϊκός πολιτισμός στον τόπο μας είναι εν πολλοίς πολιτισμός των συλλόγων. Ειδικότερα όσον αφορά τις ποικίλες τελετουργικές εκδηλώσεις, στις οποίες ανήκουν και τα πανηγύρια, είναι οι σύλλογοι που καθορίζουν στόχους, μορφές και περιεχόμενο, και μάλιστα συχνά αναπαράγοντας ή ακόμη και προβάλλοντας, ενίοτε δε και επιβάλλοντας, εθιμικές μορφές που δεν υπήρξαν κατά το παρελθόν, παρά μόνο στην δημιουργική φαντασιακή αντίληψη ορισμένων μελών των συλλόγων αυτών.
Αποτελεί τούτο κρίσιμο παράγοντα για την διαμόρφωση των ελληνικών λαϊκών πανηγυριών, φυσικά και των πανηγυριών της Σάμου, καθώς συχνά τον χορό ανοίγουν χορευτικές ομάδες αυτών ακριβώς των συλλόγων, είτε εκείνου που διοργανώνει το πανηγύρι, είτε ενός άλλου με τον οποίο συνεργάζεται, ενίοτε με αντίγραφα των θεωρούμενων ως «τοπικών ενδυμασιών», κι ας έχουν συχνά ελάχιστη σχέση με τις πραγματικές φορεσιές του αγροτοκτηνοτροφικού λαϊκού πολιτισμού του τόπου. Ομάδες που χορεύουν τοπικούς και ευρύτερα αιγαιοπελαγίτικους χορούς, λειτουργώντας και ως πρότυπα για τους χορευτές που θα ακολουθήσουν, στο κύριο μέρος του πανηγυριού, καθώς μάλιστα τα μέλη των χορευτικών αυτών ομάδων κατά κανόνα συμμετέχουν στον χορό μαζί με τους άλλους πανηγυριστές.
Οι σύλλογοι κάποτε προβάλλουν μορφές του τοπικού λαϊκού πολιτισμού που οι ίδιοι έχουν φανταστεί ή δημιουργήσει, στο πλαίσιο των πολλαπλών φολκλοριστικών πρακτικών, αναβιώσεων και επιτελέσεών τους. Οπότε, στις περιπτώσεις αυτές δεν πρόκειται για μορφές του λαϊκού πολιτισμού, αλλά για εκδηλώσεις αυτού που τα στελέχη των συλλόγων φαντασιώνονται ως δήθεν μορφές του λαϊκού πολιτισμού της περιοχής. Παραλλήλως δε, στο ζήτημα εμπλέκονται και οι «τοπικές αυθεντίες», άνθρωποι που έχουν αυξημένο κύρος στις τοπικές κοινωνίες, λόγω της προσφοράς και της θητείας τους στην τοπική αυτοδιοίκηση, ή σε θεσμούς τοπικής εμβέλειας ή ακόμη και γενικότερα στα κοινά κάθε χωριού, που ενίοτε ενισχύουν με το κύρος αυτό τις πολιτιστικές επιλογές των αντίστοιχων σωματείων.