Στις 11 Φεβρουαρίου 1935 πεθαίνει ο πολεμιστής Ιεράρχης Γερμανός Καραβαγγέλης

  • ΔΟΓΜΑ

Ο  Γερμανός Καραβαγγέλης υπήρξε μία εμβληματική προσωπικότητα του Μακεδονικού αγώνα. Στις 11 Φεβρουαρίου 1935, σε ηλικία 69 ετών πεθαίνει από εγκεφαλικό επεισόδιο στην επαρχιακή πόλη Μπάντεν, της Βιέννης.

Γεννηθείς σε ένα χωριό της Λέσβου, τη Στύψη, τις 16 Ιουνίου 1866, μεγάλωσε στο Αδράμυτο της Μικράς Ασίας. Σπούδασε Θεολογία στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης με υποτροφία που του χορήγησε ο μητροπολίτης Εφέσου Αγαθάγγελος και φιλοσοφία στο πανεπιστήμιο της Λειψίας και της Βόννης όπου ανακηρύχθηκε διδάκτορας. Στη συνέχεια διορίστηκε καθηγητής στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης.

Το 1900, αφού είχε λάβει ήδη, τους δύο πρώτους βαθμούς της ιεροσύνης τοποθετείται μητροπολίτης Καστοριάς, από τον πατριάρχη Κωνσταντίνο Ε’. Η προσωπικότητα του Καραβαγγέλη αποτελούταν από τα χαρακτηριστικά του αυταρχικού, αγωνιστικού και μαχητικού. Στοιχεία χαρακτήρος που ήταν απαραίτητα την εποχή εκείνη, λόγο των δύσκολων περιστάσεων που διένυε ο Ελληνισμός της Μακεδονίας, καθώς δεν υπήρχε η πολυτέλεια για την δράση ανεξάρτητων κινήσεων και ατομικών πρωτοβουλιών.

Ο μητροπολίτης Γερμανός Καραβαγγέλης είχε αναλάβει τον συντονισμό της άμυνας και του εξοπλισμού των ντόπιων που βρίσκονταν σε καίρια σημεία της δυτικής Μακεδονίας. Παράλληλα ενημέρωνε τους διπλωματικούς εκπροσώπους και αναπλήρωνε κενά με έμψυχο δυναμικό, ύστερα από αλλεπάλληλες δολοφονίες Ελλήνων ιερέων από το βουλγαρικό κομιτάτο.

Ο Γερμανός Καραβαγγέλης κατέστη ο πρώτος και ο πιο επίμονος υπέρμαχος του αντιανταρτικού κινήματος σε συνεργασία με τον πρόξενο της Ελλάδας στο Μοναστήρι Ίωνα Δραγούμη και έπειτα το 1904 με τον Παύλο Μελά. Στην αρχή προσπάθησε με τα κηρύγματά του να συνετίσει τους πάντες, κηρύτοντας ότι ανήκουν μόνο στο Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, ενώ ως εθνότητα που κατοικεί στη περιοχή είναι όλοι Έλληνες. Στις ομιλίες του εκείνες δεν δίστασε να συναντήσει τους ίδιους τους κομιτατζήδες, όπως και τον αρχικομιτατζή Βασίλ Τσακαλάρωφ.

Στα επόμενα όμως 7 χρόνια (1900 – 1907) όπου γενικεύτηκαν οι καταστροφές και οι σκοτωμοί, ως μητροπολίτης Καστοριάς ύψωσε το σύνθημα «Βούλγαρος να μη μείνει».

Έφιππος ο ίδιος και με το όπλο στον ώμο, από κοινού με τον αξιωματικό του ελληνικού στρατού Βάρδα, ο Καραβαγγέλης εμπνέει και δημιουργεί τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την εκδίκηση των σφαγών, που συγκλόνισαν τότε τον κόσμο. Μεταξύ αυτών των αντιποίνων ήταν και η ιστορική σφαγή στη Ζαγορίτσανη.

Επίσης ίδρυσε ορφανοτροφείο στη Καστοριά προκειμένου να μπορούν να φιλοξενηθούν τα παιδιά των Ελλήνων ανταρτών και προκρίτων που είχαν χαθεί σε δολοφονικές επιθέσεις που εκτελούσε η βουλγαρική οργάνωση. Το ορφανοτροφείο αυτό έδινε υποτροφίες μέσω του Ελληνικού κομιτάτου στους αποφοίτους του για να εκπαιδευτούν στο λύκειο Δέλλιου.

Ο Καραβαγγέλης κατάρτιζε αντάρτικα σώματα αποσκοπώντας στη συγκρότηση ελληνικών αντιστασιακών πυρήνων. Χαρακτηριστικό αποτελεί η στρατολόγηση του καπετάν Βαγγέλη Στρεμπενιώτη, από τον μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανό, στα τέλη του 1901.

Έχει καταγραφεί επίσης με λαμπρή δόξα στην ιστορία, η συνεργασία του με τον θρυλικό οπλαρχηγό Καπετάν Κώττα. Με λίγα λόγια ο Γερμανός Καραβαγγέλης είχε αποτελέσει πραγματικός θρύλος στην περιοχή της Καστοριάς.
Μετά τον Μακεδονικό αγώνα και ύστερα από διάφορες πιέσεις που ασκήθηκαν διετέλεσε μητροπολίτης Αμασείας Πόντου, ενώ αργότερα μετά τη Συνθήκη της Λωζάνης (1923) Έξαρχος Κεντρώας Ευρώπης (Αυστρία, Ουγγαρία, Ιταλία) του Οικουμενικού Πατριαρχείου με έδρα το Βουκουρέστι.

Πέθανε από εγκεφαλικό επεισόδιο στις 11 Φεβρουαρίου 1935 σε μια επαρχιακή, μόλις 30 χιλιόμετρα από την Βιέννη, πάμπτωχος διαμένοντας σε ένα ξενοδοχείο. Η σορός του Καραβαγγέλη ετάφη σε ένα λιτό μνήμα στη Βιέννη από τον Αρχιμανδρίτη Αγαθάγγελο Ξηρουχάκη.

TOP NEWS