Το σκάνδαλο των “Σιμωνιακών” και η Πολιτειοκρατία στην Ελλάδα στα 1875 – Αφιέρωμα στην “Κιβωτό της Ορθοδοξίας”

  • Δόγμα

Του Δρος π.Αθανασίου Καρυάμη στην έντυπη εφημ. “Κιβωτός της Ορθοδοξίας” Η όγδοη και τελευταία κυβέρνηση του Δημήτριου Βούλγαρη συνοδεύτηκε από δύο  σκάνδαλα που ταρακούνησαν την συθέμελα  Ελλάδα. Το πολιτικό σκάνδαλο που έμεινε γνωστό στην Ιστορία ως Στηλιτικά και το μεγάλο πολιτικό, οικονομικό και εκκλησιαστικό σκάνδαλο που έμεινε γνωστό στην Εκκλησιαστική Ιστορία ως  Σιμωνιακά, και έφεραν […]

Του Δρος π.Αθανασίου Καρυάμη στην έντυπη εφημ. “Κιβωτός της Ορθοδοξίας”

Η όγδοη και τελευταία κυβέρνηση του Δημήτριου Βούλγαρη συνοδεύτηκε από δύο  σκάνδαλα που ταρακούνησαν την συθέμελα  Ελλάδα. Το πολιτικό σκάνδαλο που έμεινε γνωστό στην Ιστορία ως Στηλιτικά και το μεγάλο πολιτικό, οικονομικό και εκκλησιαστικό σκάνδαλο που έμεινε γνωστό στην Εκκλησιαστική Ιστορία ως  Σιμωνιακά, και έφεραν ανοικτά στο προσκήνιο τις  παθογένειες του πολιτειοκρατικού συστήματος, που επιβλήθηκε στο υπό ίδρυση κράτος από την αρχή του Αγώνα του 1821. Το σκάνδαλο αυτό  το έφερε στην επιφάνεια ο λαϊκός ιεροκήρυκας εισηγητής του ευσεβισμού στην Ελλάδα Απόστολος Μακράκης (1831  – 1905)   μέσα από τα  δημοσιεύματά του στην εβδομαδιαία εφημερίδα «Ειρήνη» που άρχισαν από τον Ιανουάριο του1874. Το έντυπο συνέχισε με αλλεπάλληλα δημοσιεύματα να στηλιτεύει το μεγάλο αυτό σκάνδαλο, της δωροδοκίας των δύο υπουργών της κυβέρνησης Βούλγαρη, από τους εκλεγέντες τέσσερις αρχιερείς Πατρών και Ηλείας, Αργολίδος, Μεσσηνίας και Κεφαλληνίας με τεράστια για την εποχή χρηματικά ποσά, ώστε, να καταφέρουν να εκλεγούν επίσκοποι και να υπογραφούν τα ανάλογα Βασιλικά Διατάγματα από τους δύο αρμόδιους υπουργούς οι οποίοι στη συνέχεια, θα έπρεπε να τα προωθήσουν στα ανάκτορα για να υπογραφούν από τον βασιλιά Γεώργιο Α΄. Ο  Μακράκης ασκούσε συνεχώς  έντονη κριτική στην Εκκλησία της Ελλάδος και όχι μόνο  (στο στόχαστρό του είχε μπει μεταξύ άλλων η Θεολογική Σχολή Αθηνών και οι καθηγητές της) δίνοντας άμεση προτεραιότητα στην κάθαρση όχι μόνο από τους εσωτερικούς της εχθρούς της Ορθοδοξίας  όπως ήταν οι σιμωνιακοί αρχιερείς, αλλά και στην αντιμετώπιση όλων των υπολοίπων εξωτερικών εχθρών της. Οι υπουργοί που έβγαλαν απροκάλυπτα σε δημοπρασία τις τέσσερεις κενές εκκλησιαστικές επαρχίες, στέλνοντας ανθρώπους του περιβάλλοντός τους σε όλους τους ενδιαφερόμενους ιερωμένους, ήταν ο Β. Νικολόπουλος (γαμπρός του πρωθυπουργού Βούλγαρη) και ο αρμόδιος για τα εκκλησιαστικά υπουργός Ι. Βαλασόπουλος, οι οποίοι δεν παραδέχθηκαν ποτέ ότι έλαβαν παρανόμως χρήματα[1].

    Ο όρος σιμωνία δεν υπάρχει ούτε μέσα στην Αγία Γραφή ούτε στους Ιερούς Κανόνες της Εκκλησίας, αλλά οφείλει την προέλευσή του στην απόφαση του Σίμωνα του Μάγου να εξαγοράσει με χρήματα το Άγιο Πνεύμα από τον Απόστολο Πέτρο (Πράξ. 8, 9 – 24) ώστε, ο ίδιος να αποκτήσει τα χαρίσματα της γλωσσολαλιάς και της προφητείας. Η σιμωνία αντιμετωπίζεται πάντα από την Εκκλησία ως σοβαρότατο αμάρτημα και επιτιμάται από τους θείους και ιερούς κανόνες αφού οι σιμωνιακώς χειροτονούντες και χειροτονούμενοι επιτιμώνται από τους κανόνες κθ´ και λ´ των Αγίων Αποστόλων με καθαίρεση και αφορισμό. Ο Αριστηνός τονίζει πως με αυτές τις ποινές γίνεται αντιληπτό από όλους η σοβαρότητα του αμαρτήματος, που προκαλεί μεγάλο σκανδαλισμό στα μέλη της Εκκλησίας[2].

   Η σιμωνία υπήρξε ευρύτατα διαδεδομένη στην περίοδο της Οθωμανικής κυριαρχίας με αφετηρία την ένταξη του Πατριαρχείου ως θεσμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο Πατριάρχης είχε δικαιοδοσία σε κάθε πτυχή του βίου των Ορθοδόξων λαών. Στη συνέχεια, ο Πατριάρχης ήταν υποχρεωμένος να παραδίδει στην Υψηλή Πύλη ένα χρηματικό ποσό, χωρίς αυτό να σημαίνει την υποχρεωτική ισόβια παρουσία του στον πατριαρχικό θρόνο[3].

   Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος για να εξαφανίσει τελείως αυτή την πρακτική που κληροδοτήθηκε στην Εκκλησία από τους χρόνους της Οθωμανικής κυριαρχίας, εξέδωσε  δύο παρόμοιες εγκυκλίους. Με την εγκύκλιο 81Β’ με αριθ. πρωτ.: 3460 / 11 Ιουλίου 1853 «Περί ακριβούς εκπληρώσεως των καθηκόντων των Επισκόπων» στην παράγραφο 3 η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος διαμηνύει:  «Την Σιμωνίαν και οι θείοι Απόστολοι, και αι Οικουμενικαί Σύνοδοι χαρακτηρίζουσιν, ως το στυγερώτερον έγκλημα, εφ’ ω και προσδιώρισαν την εσχάτην εκκλησιαστικήν τιμωρίαν και επί τον ούτω χειροτονούντα και επί τον ούτω χειροτονούμενον. Εστέ λοιπόν προσεκτικοί, ίνα μη ποτέ τις απατηθείς, προβαλών χειροτονήση είτ’ επί χρήμασιν, ειτ’ επ’ άλλαις προσφοραίς, είτε προς χάριν, είτ’ εξ αντιπαθείας. Οὐδαμού δε ουδέποτε συγχωρείται χειροτονία ούτε χωρίς Εφημερίας ή Μοναστηρίου κατά τον ς’ Κανόνα της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου, ούτε χωρίς της κανονικής ηλικίας, της υπό του ιδ’ Κανόνος της ς’ Οικουμενικής Συνόδου, οριζομένης. Υπομιμνήσκει δε υμίν η Σὐνοδος την κατά του παραβάτου κανονικήν αυστηρότητα, καθ’ όσον και οι οδηγούντες υμάς προς ταύτα Κανόνες είναι σαφέστατοι, και το προς τους Κανόνας σύμφωνον ΙΑ’ Άρθρον του Σ’ Νόμου είναι ευκρινέστατον, και αι Συνοδικαί διαταγαί είναι προς ταύτα ικανώς διδακτικαί, πάσαν τούτων αφαιρούσαι αμφιβολίαν ή πρόφασιν».  Ένα χρόνο αργότερα η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος επανήλθε με καινούργια εγκύκλιο την 88, αριθ. πρωτ.: 4353 / 09 / 1854 «Περί καθηκόντων των Επισκόπων» όπου στο αρθ. 12 ανέφερε: «Να απέχητε της επί χρήμασι χειροτονίας κατά τους περί τούτους Κανόνας, ίνα μη υπόκησθε εις τας τούτων ευθύνας» [4].

     Το τραγικό γεγονός για την Εκκλησία αλλά και για όλους τους εμπλεκόμενους νέους αρχιερείς, ήταν ότι ενώ είχαν άριστα βιογραφικά σημειώματα και αποκτήσει πολλές περγαμηνές προερχόμενες  τόσο από τα ανώτατα ακαδημαϊκά ιδρύματα στην Ελλάδα και την εσπερία όσο και από την  πλούσια προσφορά τους  στην κοινωνία αλλά και στην Ορθόδοξη Εκκλησία, όμως,  δεν μπορούσαν να αξιοποιηθούν άμεσα από τον εκκλησιαστικό οργανισμό. Το  ακραίο πολιτειοκρατικό σύστημα που δέσμευσε την Ορθοδοξία στην Ελλάδα από το Αυτοκέφαλο του 1833 αλλά και δύο χρόνια αργότερα από την έκδοση του Συνοδικού Τόμου του 1850 από το Πατριαρχείο, η Πολιτεία  με την έκδοση των νόμων Σ΄ / 1852 και ΣΑ΄ / 1852  κατάφερε και αφαίρεσε ξανά από την Εκκλησία στην Ελλάδα την εσωτερική της αυτονομία. Όμως, όλοι οι υποψήφιοι αρχιερείς, για να προαχθούν στον βαθμό του επισκόπου και να προσφέρουν στην Εκκλησία και στην κοινωνία  περισσότερα πράγματα, έπρεπε να επικυρώσει το διορισμό τους η Πολιτεία. Δυστυχώς, οι μηχανισμοί της πολιτικής εξουσίας είχαν φροντίσει η επιλογή των αρχιερέων να παραμένει ουσιαστικά αποκλειστικό δικαίωμα της Πολιτείας. Έτσι, αναγκάζονταν όσοι ήθελαν να γίνουν αρχιερείς να μπουν σε υπόγειες διαδικασίες και διαδρομές διαπλοκής, ανάρμοστες με την ιδιότητά τους ξένες προς το πνεύμα και το ήθος της Ορθοδόξου Εκκλησίας[5].

       Ο Πατρών και Ηλείας Αβέρκειος Λαμπίρης γεννήθηκε στη  Βλασιά Καλαβρύτων. Έγινε μοναχός στην Ιερά Μονή Ταξιαρχών Αιγιαλείας στις 6 Ιουνίου 1842. Ενώ ήταν μοναχός κατάφερε να τελειώσει το γυμνάσιο και να σπουδάσει στη Θεολογική Σχολή του Εθνικού Πανεπιστημίου Αθηνών. Μετά τη λήψη του πτυχίου του έφυγε για τη Γερμανία με σκοπό να συνεχίσει τις σπουδές του. Αργότερα γύρισε στην Ελλάδα όπου χειροτονήθηκε και δίδαξε ως καθηγητής του μαθήματος των θρησκευτικών στο Δ´ Γυμνάσιο Αθηνών. Ο ίδιος σε επιστολή του στην εφημερίδα «Λόγος» της Αθήνας έγραφε: «διατρύρων μόχθων και εσχάτης ενδείας επί μακρά έτη προσεπάθησεν, ως οίον τε, να μορφώσει εαυτόν όπως αποβή πρώτος μεν χρηστός και ωφέλιμος εις εαυτόν, είτα δε εις την Εκκλησίαν και πολιτείαν χρήσιμος».    Ιδιαίτερη αίσθηση στους κύκλους των λογίων των Αθηνών έκανε η μετάφραση από τα Γερμανικά του έργου: «Λόγοι εν λίθοις, επιβεβαιούντος την συμφωνίαν της Πεντατεύχου και ιδίως της Γενέσεως και της Γεωλογίας», ενώ δημοσίευσε το έτος 1867 το «Έργο Χριστιανικής γνώσεως και σοφίας λόγοι τριάκοντα» και το έτος 1882 το έργο «Λόγοι εις το Πάθος του Κυρίου»[6]. Επίσης, μετέφρασε από τα γερμανικά το έργο «Θρησκευτικαί Σίβυλλαι» μετά παραρτήματος περί του Χρυσού Αιώνος» το έτος 1872[7].

      Ο αρχιεπίσκοπος Κεφαλληνίας Σπυρίδων Κομποθέκρας γεννήθηκε στο  Αργοστόλι. Ήταν τόσο μεγάλος ο ζήλος του για τα ιερά γράμματα, ώστε, ο ιερέας Δημήτριος Ρόζος, πρώην καθηγητής Θεολογίας στην Ιόνιο Ακαδημία και δάσκαλός του στο Λύκειο του Αργοστολίου, ζήτησε από τη διεύθυνση να διδάξει τα μαθήματα της Δογματικής, Εκκλησιαστικής Ιστορίας καθώς και της Ερμηνευτικής Θεολογίας. Μεγάλο ζήλο έδειξε και στην εκμάθηση ξένων γλωσσών αφού τελειοποίησε τα έτη 1864-1868 παρά τους πόδας του προϊσταμένου της λατινικής εκκλησίας στο Αργοστόλι Αντωνίου Τορνιέλλη τα λατινικά, ενώ έμαθε ιταλικά, γερμανικά, γαλλικά και αγγλικά. Στην αυτοβιογραφία του σημειώνει πως αρνήθηκε τη θέση του σχολάρχη στο Αργοστόλι παρά τις πιέσεις που δεχόταν από πολιτευτές του νησιού του και ειδικά από τον Δημήτριο Καρούσο, τέως προέδρου της Γερουσίας της Ιονίου Πολιτείας (αργότερα βουλευτή στην παράταξη του Βούλγαρη), διότι: «απεποιήθην, τον μεν, διότι απέφυγον πάσαν μετά των πολιτικών κομμάτων σχέσιν και ανάμιξιν, το δε, διότι ενόμιζον την δημοσίαν θέσιν ως κώλυμα προς επιτέλεσιν των ιερατικών μου καθηκόντων». Στη συνέχεια, το 1872 πηγαίνει στη Βενετία ως δάσκαλος και εφημέριος για να διδάξει στη Φλαγγίνειο Σχολή, στην οποία είχε διδάξει και ο Ηλίας Μηνιάτης (1689-1690). Υπήρξε ένας από τους πλέον πολυγραφότατους αρχιερείς της εποχής του[8].

      Ο Αργολίδος Καλλίνικος Τερζόπουλος ήταν ένας από τους καλύτερους ιεροκήρυκες του θείου λόγου στην περιοχή του νομού Αρκαδίας, υπήρξε διάδοχος στο θρόνο του Δανιήλ Πετρούλια (1867-1872). Χειροτονήθηκε επίσκοπος  το 1874, η δε παραμονή στο θρόνο ήταν μόνο για 14 μήνες, απεβίωσε τον Οκτώβριο του 1875 από κατάθλιψη, αφού δεν άντεξε το διασυρμό του για την εμπλοκή του ονόματός του στο σκάνδαλο. Υπήρξε θιασώτης του μοναχικού ιδεώδους[9]. Ο τοπικός τύπος έγραψε: «Ανεπαύθη εν Κυρίω την 24 του παρελθ. μηνός εν Προνοία προ πολλού πάσχων ο Σ. αρχιεπίσκοπος Καλλίνικος και εκηδεύθη ενταύθα την επιούσαν αξιοπρεπώς. Ο ατυχής Καλλίνικος εκοσμείτο υπό πολλών αρετών και ικανώς ενταύθα ετιμάτο και ηγαπάτο. Την προ πολλού δε ραγείσαν υγιείαν του συνέτριψαν τα εσχάτως διαθρυλληθέντα επισκοπικά. Κατέλιπε δε γονείς πτωχούς και απροστατεύτους, μνήμην δε αγαθού και εναρέτου ιεράρχου. Ο Θεός συγχωρήσαι και αναπαύσαι αυτόν εν σκηναίς δικαίων. Ο μακαρίτης Καλλίνικος αφήκε χρέη κατά τινας μεν δραχ. 30,000 κατ’ άλλους δε 50,000»[10].

     Ο  Μεσσηνίας Στέφανος Αργυριάδης υπήρξε ιεροκήρυκας της αρχιεπισκοπής Μεσσηνίας όταν στο θρόνο βρισκόταν ο μετέπειτα Αθηνών Προκόπιος. Σε νεαρή ηλικία έγινε μοναχός στην ιερά μονή Ταξιαρχών στην Πελοπόννησο. Μετά την παραίτησή του από το θρόνο του πέθανε στην Αθήνα από μαρασμό[11].

    Η δημοσιοποίηση του σκανδάλου έφερε μεγάλη αναστάτωση στην ελληνική κοινωνία η οποία άρχισε να συνειδητοποιεί το αδιέξοδο των εκκλησιαστικών ανδρών στις αυθαιρεσίες του πολιτειοκρατικού συστήματος το οποίο τελειοποίησαν και  επέβαλαν στο νεοσύστατο κρατίδιο οι Βαυαροί. Όπως ο πρωτ. Γεώργιος Μεταλληνός εύστοχα σημειώνει: «Το ελλαδικό αυτοκέφαλο είναι το κλειδί κατανοήσεως όλης της στρεβλής οργανώσεως και εξελίξεως του ελληνικού κράτους»[12].

     Η δίκη κράτησε από 26 Ιανουαρίου 1876 μέχρι 31 Μαρτίου 1836 με την υπ’ αριθμόν 18/1876 απόφαση καταδικάστηκαν ο Ιωάννης Βαλασόπουλος σε φυλάκιση ενός έτους, χρηματική ποινή 56.000 δραχμές υπέρ του ταμείου των πτωχών και στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων για 3 χρόνια. Ο Β. Νικολόπουλος σε φυλάκιση 10 μηνών και οι μεσίτες μεταξύ των δύο πλευρών Περ. Οικονομόπουλος σε φυλάκιση τεσσάρων μηνών και ο Δημ. Χαριτάκης σε φυλάκιση δύο μηνών. Οι χειροτονηθέντες στο βαθμό του επισκόπου καταδικάστηκαν να πληρώσουν το διπλάσιο ποσό. Ο αρχιεπίσκοπος  Μεσσηνίας 20.000 δραχμές, ο αρχιεπίσκοπος  Πατρών και Ηλείας 22.400 δραχμές και ο αρχιεπίσκοπος Κεφαλληνίας 50.000 δραχμές. Η υπόθεση όμως δεν σταμάτησε εδώ. Με το υπ’ αριθ. 2866/ 9-4-1876 έγγραφο του  υπουργείου επί των Εκκλησιαστικών τονιζόταν προς την Ιερά Σύνοδο  ότι έπρεπε και αυτή να «ενεργήσει περαιτέρω ό,τι οι κανόνες της Εκκλησίας και οι νόμοι της Εκκλησίας διακελεύσουσιν»[13].

   .


[1] Μ. Χαρίτου, Ιστορία του μεγάλου διδασκάλου του ελληνικού γένους και της Ορθοδοξίας Αποστόλου Μακράκη, υπό του «Ορθοδόξου Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου» Σικάγου, Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής 1964 (2), σελ. 154-155.

[2] Αθηνά Κονταλη, Η σιμωνιακή χειροτονία κατά τους ιερούς κανόνες, Ε.Κ.Π.Α., εκδόσεις ενοποιηθέντων κληροδοτημάτων κληρονομία Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου και Ιεζεκιήλ Βελανιδιώτου, Αθήνα 2006, σελ. 86

[3] Παρασκευάς Κονόρτας, Οθωμανικές θεωρήσεις για το Οικουμενικό Πατριαρχείο 17ος – αρχές 20ού αιώνα,

εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1998, σελ. 364 – 365.

[4] Δ. Χριστοπούλου (αρχιμ.), Συλλογή των σπουδαιοτέρων εγκυκλίων της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος. Μετά των οικείων νόμων, Β. Διαταγμάτων, υπουργικών εγγράφων οδηγιών κ.λπ. Καταρτισθείσα και Εκδοθείσα εντολή της Ι. Συνόδου. Εκ του Τυπογραφείου Αγγέλου Καναριώτου,εν Αθήναις 1877, σελ. 161 και σελ. 179.

[5]Αθανάσιος Σωτ. Καρυάμης (πρωτ.), «Η συμβολή της  νεότερης και σύγχρονης Εκκλησιαστικής Ιστορίας Ελλάδος  στην κατανόηση και ερμηνεία του πολιτειοκρατικού συστήματος σε όλες του τις προεκτάσεις (19ος – 20ός αιώνας)», Ανάτυπο από το φιλολογικό περιοδικό Παρνασσός Ξ΄ / 2024, σελ. 315 – 377).

[6] Ι. Αθανασόπουλος, «Ο Αρχιεπίσκοπος Πατρών και Ηλείας Αβέρκιος Λαμπίρης και τα “Σιμωνιακά”», στο Εις μνήμην επισκόπου Αθανασίου Βασιλοπούλου, Μητροπολίτου Ηλείας και Ωλένης (1968-1981), σελ. 193-195.

[7] Αβέρκιου Λαμπίρη (αρχιμ., μετέπειτα αρχιεπ.), Θρησκευτικαί Σίβυλλαι μετά παραρτήματος περί του χρυσού αιώνος, εκ του τυπογραφείου Νικολάου Ρουσόπουλου, Εν Αθήναις 1872.

[8] Κ. Δυοβουνιώτου (επιμ.), «Βιογραφία του Αρχιεπισκόπου πρώην Κεφαλληνίας Σπυρίδωνος Κομποθέκρα» στο περιοδικό «Ιερός Σύνδεσμος», αριθ. 260, ημερομηνία 1-3-1916, σελ. 12-13.

[9] Βασιλείου Ατέση (μητροπ.), Επίτιμος επισκοπική ιστορία της Εκκλησίας της Ελλάδος από του 1833 μέχρι σήμερον, Τόμος Α´, Βιβλιοπωλείον Αθανασίου Θ. Πούντζα, Εν Αθήναις 1948, σελ. 159.

[10] Εφημερίδα «Αργολίς», ημερομηνία 4 /11/1875, αριθμός φύλλου 257.

[11] Βασιλείου Ατέση (μητροπ.), Επίτομος…, ό. π., σελ. 266.

[12] Γεώργιος Μεταλληνός (πρωτ.), Εκκλησία και Πολιτεία στην Ορθόδοξη Παράδοση, εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2000, σελ. 40.

[13] Ιωάννης Παναγόπουλος, Η Σιμωνία κατά το Δίκαιον της Ορθοδόξου Ανατολικής και της  Δυτικής Εκκλησίας (Νομική και Κανονική άποψις), εκδοτικός οίκος Αστήρ ΑΛ. & Ε. Παπαδημητρίου, Αθήναι χ. χ., σελ. 119 – 121.

TOP NEWS

Απόρρητο