Η Σιμωνία στην Ελλάδα στα τέλη του 19ου αιώνα (Β΄) – Αφιέρωμα στην “Κιβωτό της Ορθοδοξίας”

  • Δόγμα

Του Δρος π. Αθανασίου Καρυάμη στην “Κιβωτό της Ορθοδοξίας”  Πολλές ήταν οι εφημερίδες που εκδόθηκαν για πρώτη φορά εκείνη την εποχή και κυκλοφόρησαν με τις υπόλοιπες που προϋπήρχαν, βελτιωμένες τόσο στην εμφάνιση όσο και στο περιεχόμενο της ύλης, ενώ υπήρχε συνεργασία με ξένα πρακτορεία ειδήσεων. Το μέγεθος τους έγινε μεγαλύτερο ενώ τα πρακτικά των συνεδριάσεων […]

Του Δρος π. Αθανασίου Καρυάμη στην “Κιβωτό της Ορθοδοξίας”

 Πολλές ήταν οι εφημερίδες που εκδόθηκαν για πρώτη φορά εκείνη την εποχή και κυκλοφόρησαν με τις υπόλοιπες που προϋπήρχαν, βελτιωμένες τόσο στην εμφάνιση όσο και στο περιεχόμενο της ύλης, ενώ υπήρχε συνεργασία με ξένα πρακτορεία ειδήσεων. Το μέγεθος τους έγινε μεγαλύτερο ενώ τα πρακτικά των συνεδριάσεων της Βουλής δημοσιεύονταν την άλλη μέρα μαζί με διάφορες εκδηλώσεις της πολιτιστικής ζωής του τόπου. Η αρθρογραφία κυριαρχούσε όπως και πριν στα έντυπα αλλά με βελτιωμένο ύφος. Η δίκη των σιμωνιακών ταρακούνησε την ελληνική κοινωνία, αλλά και τον εκκλησιαστικό οργανισμό συθέμελα, αναδεικνύοντας τα ποικίλα προβλήματα του πολιτειοκρατικού συστήματος καθώς και την αδιαλλαξία των πολιτικών αρχών, κάθε φορά που η κατάσταση οδηγούσε τις δύο πλευρές σε πλήρες  αδιέξοδο. Την περίοδο της δίκης κάποιες από αυτές στην πρωτεύουσα κυκλοφορούσαν δύο φορές ημερησίως, πράγμα πρωτόγνωρο. Οι επαρχιακές εφημερίδες μη έχοντας τρόπο να καλύψουν τα γεγονότα της δίκης και τα όσα διαδραματίζονταν, αφού δεν κυκλοφορούσαν καθημερινά και δεν είχαν δίκτυο ανταποκριτών, δημοσίευαν τα πραγματικά άλυτα προβλήματα του ελληνικού κράτους και των δραματικών επιπτώσεών τους τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Οι διαμάχες των εφημερίδων ανέδειξαν ένα άλλο πρόβλημα που έφερε στην επιφάνεια η δίκη των σιμωνιακών, και αφορούσε την αξιοπιστία του Τύπου, αφού οι εφημερίδες της περιόδου δημοσίευαν συχνά παραποιημένες τις καταθέσεις των μαρτύρων με σκοπό να επηρεάσουν το αναγνωστικό τους κοινό[1].

    Η δίκη των εμπλεκομένων υπουργών και αρχιερέων διήρκησε από 26 Ιανουαρίου έως 31 Μαρτίου 1876 ενώ στο δικαστήριο κατέθεσαν 109 μάρτυρες. Ο μάρτυρας Ν. Γούδας είπε κατά τη διάρκεια της δίκης, ότι είχε προτείνει στον τότε πρωθυπουργό Δημήτριο Βούλγαρη να μη δώσει υπουργικό θώκο στον σύζυγο της κόρης του, διότι ήταν υπόπτου ηθικής. Όμως, ο πρώην πρωθυπουργός του εκμυστηρεύτηκε ότι αυτό ήταν αδιανόητο, αφού μια τέτοια εξέλιξη θα οδηγούσε σε διαζύγιο του Νικολόπουλου με τη θυγατέρα του. Τελικά, ο τέως υπουργός Ι. Βαλασσόπουλος καταδικάστηκε σε φυλάκιση ενός έτους και στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων, ενώ ο πρώην υπουργός Β. Νικολόπουλος καταδικάστηκε σε φυλάκιση δέκα μηνών για δωροληψία. Οι δύο πρώην υπουργοί αθωώθηκαν από την κατηγορία της εκβιάσεως. Τον Νικολόπουλο οι Αρκάδες ύστερα από δώδεκα χρόνια το ψήφισαν εκ νέου βουλευτή. Ο έτερος πρώην υπουργός δεν ξαναέβαλε υποψηφιότητα για βουλευτής, όμως, αρθρογραφούσε στο Τύπο για να αποδείξει ότι ήταν αθώος[2].

    Στις  19 Απριλίου 1876 η Ιερά Σύνοδος αποφάσισε: «ότι δεν θεωρεί την πράξιν σιμωνίαν» και επέβαλε στους εμπλεκομένους αρχιερείς «τριετή αργίαν από πάσης ιεροπραξίας μετά στερήσεως πάντων των δικαιωμάτων» και όπως «εκλέξωσι τόπον διαμονής εκτός των επαρχιών αυτών και εκτός των Αθηνών»[3].

       Εκείνη την περίοδο (1876)  χρέη βασιλικού επιτρόπου στην Ιερά Σύνοδο είχε αναλάβει ο  καθηγητής της Θεολογικής Σχολής Αθηνών Νικόλαος Δαμαλάς. Στην κρίσιμη εκείνη περίοδο του σκανδάλου, αρνήθηκε φυσικά μετά από συνεννόηση με την κυβέρνηση,  να υπογράψει τα πρακτικά της Συνόδου και με αυτόν τον τρόπο να νομιμοποιήσει την απαράδεκτη στάση της[4].

    Η παρουσία του βασιλικού επιτρόπου στις συνεδριάσεις της Συνόδου συνδέθηκε αναπόσπαστα μαζί της, από την μονομερή ανακήρυξη του Αυτοκέφαλου της Εκκλησίας της Ελλάδος το 1833 από τη Αντιβασιλεία, για τη διασφάλιση των συμφερόντων της Πολιτείας, ώστε, να εξασφαλισθεί η εποπτεία της στον εκκλησιαστικό οργανισμό. Η απουσία του από τις συνεδριάσεις της Συνόδου ή μη υπογραφή των πρακτικών των συνεδριάσεών της από εκείνον, δεν είχε καμία απολύτως εγκυρότητας κάθε απόφαση της Ιεράς Συνόδου. Η παρουσία του δεν αποφεύχθηκε ούτε από τις συνεδριάσεις της Εκκλησίας της Κρήτης τον 20ό αιώνα με την νέα ονομασία του,  Κυβερνητικός Επίτροπος[5].

  Ο Βαλασόπουλος, ως υπουργός επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως, μερικούς μήνες μετά την άνοδό του στην εξουσία της κυβέρνησης  Βούλγαρη στις 9 Φεβρουαρίου 1874, είχε μια φιλοεκκλησιαστική δραστηριότητα. Εξαπέλυσε υπηρεσιακή εγκύκλιο προς τους δημοδιδασκάλους (24 Μαΐου 1874) αλλά και προς τους νομάρχες και έπαρχους  (17 Ιουνίου 1874) με θέμα τον εκκλησιασμό των μαθητών, τονίζοντας τη σπουδαία σημασία του εκκλησιασμού. Ως παράδειγμα ανέφερε τη θρησκευτικότητα της προηγούμενης γενιάς, που ήταν αποτέλεσμα του τακτικού εκκλησιασμού. Φυσικά παρόμοιες εγκύκλιοι είχαν υπάρξει στο παρελθόν από πολιτικά πρόσωπα του 19ου αιώνα, ως μέλη κυβερνήσεων που υποστηρίζονταν από τμήματα του λαού, τα οποία είχαν αυξημένη ευαισθησία σε ζητήματα που αφορούσαν στη θρησκευτική αγωγή των νεαρών μαθητών. Την εξαπόλυση των δύο εγκυκλίων του αρμοδίου υπουργού για την πιστή εφαρμογή του σχολικού εκκλησιασμού, ακολούθησε η κατάθεση στη Βουλή ενός νομοσχεδίου για την ανάθεση της διδασκαλίας στα δημοτικά σχολεία στους ιερείς. Για αυτό το λόγο κατέθεσε στη Βουλή στις 17 Νοεμβρίου 1874 το σχετικό νομοσχέδιο «Περί εφημερίων και δημοδιδασκάλων». Μέσα από αυτό φαίνεται καθαρά η διάθεση του υπουργού να λυθεί οριστικά το ζήτημα της μισθοδοσίας του κλήρου, έχοντας όμως, στο πίσω μέρος του μυαλού του πως έτσι,  θα περιόριζε σε πολύ μεγάλο βαθμό την ανάμειξη των δημοδιδασκάλων στα πολιτικά πράγματα, αφού ο κλήρος θα ελεγχόταν πολύ εύκολα μέσω των ιεραρχών, που θα τους απαγόρευαν αυστηρά κάθε πολιτική ανάμειξη. Η διαπαιδαγώγηση αυτή των μαθητών σύμφωνα με τον υπουργό ήταν απαραίτητο να γίνεται από τους ιερείς όπως στην εσπερία, αφού με αυτόν τον τρόπο θα εξασφάλιζε καλύτερα την ηθική διαπαιδαγώγηση των παιδιών. Το νομοσχέδιο βρήκε αντίθετα όλα τα μέλη του εν Αθήναις Διδασκαλικού Συλλόγου, όμως, οι αντιδράσεις αυτές δεν απέτρεψαν τον Βαλασόπουλο να το καταθέσει στη Βουλή, χωρίς να συζητηθεί ποτέ, αφού λίγο αργότερα κατηγορήθηκε για την ανάμειξη του στα σιμωνιακά[6].

      Η αντίδραση αυτή του βασιλικού επιτρόπου αντικατόπτριζε τα αισθήματα κλήρου και λαού, για την απαράδεκτη επιείκεια που έδειξαν οι συνοδικοί ιεράρχες σε ένα τέτοιου μεγέθους σκάνδαλο, επιβάλλοντας τέτοιες ποινές στους αποδεδειγμένα σιμωνιακούς αρχιερείς. Η κοινή γνώμη θεώρησε ως υπεύθυνο συγκαλύψεως όλης αυτής της παρανομίας τον μητροπολίτη Αθηνών Προκόπιο Α´. Ο λαϊκός ιεροκήρυκας Μακράκης και η ομάδα του, εξαπέλυσαν σφοδρή επίθεση κατά της χαλαρής αντίδρασης των υπολοίπων ιεραρχών, οι οποίοι με αυτόν τον τρόπο ήθελαν  τη συγκάλυψη της υπόθεσης. Έτσι, στις 18 Νοεμβρίου 1877 η Σύνοδος μη μπορώντας να πράξει αλλιώς αναγκάστηκε να ανοίξει ξανά την υπόθεση. Με αυτόν τον τρόπο δέχθηκε επί της ουσίας τις αποφάσεις του πολιτικού δικαστηρίου κατά των εμπλεκομένων υπουργών για την υπόθεση της δωροδοκίας τους από τους σιμωνιακούς αρχιερείς, χωρίς όμως αυτοί να καθαιρεθούν[7].

        Κατά τη συνεδρίαση στις 4 Δεκεμβρίου μειοψηφούντος του Φωκίδος Δαυΐδ αποφάσισε πως δεν μπορεί να επανέλθει «εις το δεδικασμένον». Στη συνεδρίαση της, στις 19 Οκτωβρίου 1877 αναγκάσθηκε μειοψηφούντος του Αθηνών Προκοπίου να επανέλθει επί του θέματος, αφού με έγγραφο στις 11 Οκτωβρίου 1877 το υπουργείο ενημέρωνε την Ιερά Σύνοδο πως στις 17 Σεπτεμβρίου 1877 το Υπουργικό Συμβούλιο ακύρωσε την απόφαση της με ημερομηνία 19 Απριλίου 1876. Ο Φωκίδος Δαυΐδ  συμβούλευσε τους εμπλεκόμενους ιεράρχες να παραιτηθούν άμεσα από το θρόνο τους, πράγμα που έγινε. Στη συνεδρίαση της Ιεράς Συνόδου διαβάστηκαν οι παραιτήσεις αυτών «οικεία βουλή και προαιρέσει […] προς κατάπαυσιν των από τινος υφισταμένων μεταξύ Εκκλησίας και πολιτείας σκανδάλων». Οι παραιτήσεις των τριών αρχιεπισκόπων έγιναν δεκτές με Βασιλικό Διάταγμα στις 2 Ιανουαρίου 1878. Τότε οι οπαδοί του  Μακράκη εναντιώθηκαν στον μητροπολίτη Αθηνών για την τροπή όλης της υποθέσεως αφού τον θεωρούσαν ως συνυπεύθυνο. Οι κληρικοί που ήταν δίπλα στον  Μακράκη Ιερόθεος Μητρόπουλος (μετέπειτα Πατρών), ο αρχιμανδρίτης Ευσέβιος Ματθόπουλος (μετέπειτα ιδρυτής της Ζωής), Ηλίας Βλαχόπουλος, Γερβάσιος Κωνσταντινίδης, Θεόκλητος Ιωαννίδης, Νήφων Δημόπουλος κ.ά. υπέβαλαν μήνυση κατά του  Αθηνών Προκοπίου Α´ επειδή «καταγινώσκουσιν αυτού κατεγνωσμένην παρά των Αποστολικών και Συνοδικών κανόνων αίρεσιν σιμωνίας». Η Σύνοδος απέρριψε αυτήν την καταγγελία[8].

       Στις 9 Φεβρουαρίου 1879 έγινε η δίκη των κληρικών οπαδών του Μακράκη. Αυτοί ήταν ο Ιερόθεος Μητρόπουλος, ο Ηλίας Βλαχόπουλος, ο Ευσέβιος Ματθόπουλος, και οι ιεροδιάκονοι Γερβάσιος Κωνσταντινίδης, Θεόκλητος Ιωαννίδης, Νήφων Δημόπουλος και Νείλος Νικολαΐδης. Οι κατηγορούμενοι κληρικοί δεν δέχθηκαν πως ήταν αιρετικοί. Όμως, οι συνοδικοί δικαστές τούς κήρυξαν ενόχους και τους εξόρισαν, τον μεν Ηλία Βλαχόπουλο σε δέκα χρόνια εξορία, ενώ τους υπολοίπους σε οκταετή. Τον αρχιμανδρίτη Ιερόθεο Μητρόπουλο στην αρχή αποφάσισαν να τον εξορίσουν στο μοναστήρι του Αγίου Διονυσίου Στοφάδων, ενώ στη συνέχεια τον μετέφεραν στο μοναστήρι της Άνδρου, ενώ στη Ι. Μονή Στοφάδων πήγαν τον Ηλία Βλαχόπουλο. Επειδή η δράση του Ιεροθέου Μητρόπουλου στη νήσο Άνδρο κάποιους ενοχλούσε, τον έστειλαν μετά από πρόταση του οικείου επισκόπου στην Ιερά Μονή Λογγοβάρδας στη νήσο Πάρο. Ο Ευσέβιος Ματθόπουλος στάλθηκε κατ᾽ αρχάς στη Ι. Μονή Αγάθωνος στη Φθιώτιδα, ενώ αργότερα τον έστειλαν στο μοναστήρι της Παλαιοκαστρίσσης στη νήσο Κέρκυρα. Ο ιερέας Σπυρίδωνας Γιαννουλέας εξορίστηκε στην απομακρυσμένη νήσο Ανάφη[9].

     Η εξορία των κληρικών αυτών δεν κράτησε για αρκετό χρονικό διάστημα, αφού όλοι γνώριζαν ποιοι ήταν οι λόγοι για τους οποίους αυτοί οδηγήθηκαν στην εξορία. Το Μάιο του 1882 έγινε συζήτηση επί του θέματος στη Βουλή, ενώ οι βουλευτές Σ. Πετιμεζάς, Αθ. Πετιμεζάς, Στεφανίδης, Γρυπάρης, Παλαμίδης, Ψύλλας, Δουνίζας και οι αδελφοί Ιακωβάτοι ζήτησαν από το σώμα να ακυρωθεί το συγκεκριμένο Βασιλικό Διάταγμα, αφού δεν βασιζόταν σε κανένα νόμο, και ήταν αντίθετο με τα άρθρα 20ο και 7ο άρθρο του συντάγματος. Η διακονία των κληρικών στους τόπους εξορίας τους, έκανε τους κατοίκους των τοπικών κοινωνιών να στέλνουν στην κυβέρνηση διαμαρτυρίες υπογεγραμμένες από πολλούς πολίτες ώστε, ανάγκασαν την κυβέρνηση Κουμουνδούρου να πάρει θέση και να λήξει αυτή η αισίως η περιπέτειά τους[10].

      Η δίκη αυτή στην πραγματικότητα έπαιξε σωτήριο ρόλο στους εμπλεκομένους πολιτικούς άνδρες του κόμματος του Δημητρίου Βούλγαρη που ενεπλάκησαν στο άλλο μεγάλο σκάνδαλο της όγδοης και τελευταίας κυβέρνησης του, που αφορούσε την ψήφιση του προϋπολογισμού του κράτους χωρίς την απαιτούμενη πλειοψηφία των βουλευτών. Το σκάνδαλο αυτό ξεσήκωσε θύελλα διαμαρτυριών από όλο τον πολιτικό κόσμο και από το σύνολο του Τύπου, και έμεινε γνωστό στην Ιστορία ως τα Στηλιτικά. Η δίκη αυτή που άρχισε αμέσως μετά τη δίκη των σιμωνιακών, άφησε αδιάφορη την κοινή γνώμη στην Ελλάδα που είχε πάθει ανοσία από όσα βγήκαν στο φως της δημοσιότητας μέσα από αυτή τη δίκη. Έτσι, όλοι οι εμπλεκόμενοι βουλευτές έπεσαν στα μαλακά, αφού κανένας πλέον δεν νοιαζόταν για αυτή τη δίκη[11].

    Το μεγάλο αυτό σκάνδαλο είχε μια ακόμα τραγική συνέπεια αφού μειώθηκε τόσο πολύ το κύρος της Εκκλησίας στα μάτια του ανώτατου άρχοντος του κράτους Γεωργίου Α΄, ώστε να αποστασιοποιηθεί  από την εκκλησιαστική γραμμή της Συνόδου για τις σχέσεις του κράτους με την Αγία Έδρα, αλλά και από την γραμμή των πολιτικών του τόπου, στρεφόμενος στο εξής μόνο στο διεθνές συμφέρον του κράτους. Η ύπαρξη ενός σκανδάλου εκκλησιαστικού, οικονομικού  και πολιτικού αυτού του μεγέθους, τον απελευθέρωσε από τις ομολογιακές δεσμεύσεις του χριστιανικού κόσμου, και θα έπραττε αυτό που συνέφερε το βασίλειό του. Μέσα από αυτή την οπτική γωνία θα πρέπει να ανιχνευθούν οι άριστες σχέσεις που είχε στο εσωτερικό με τους ρωμαιοκαθολικούς, αλλά και της επίσκεψής του το Μάιο του 1875 στη Ρώμη μαζί με τη βασίλισσα Όλγα και της συνάντησής τους με τον Πάπα Πίο Θ´, οκτώ χρόνια μετά την αναγνώρισή του το 1867 από την Αγία Έδρα. Η επίσκεψη αυτή συνδέθηκε από τους Γάλλους διπλωμάτες με την εγκαθίδρυση στην πρωτεύουσα της Ελλάδος του ρωμαιοκαθολικού αρχιεπίσκοπου Ιωάννη Μαραγκού για τη διαποίμανση Ελλήνων  και ξένων ρωμαιοκαθολικών. Η κίνηση αυτή προκάλεσε αρνητικά συναισθήματα και καχυποψία σε εκκλησιαστικούς και πολιτικούς κύκλους. Η κυβέρνηση της Αθήνας τελικά αρνήθηκε την εγκατάσταση ρωμαιοκαθολικού επισκόπου στην πρωτεύουσα επειδή αυτό δεν προβλεπόταν στο Πρωτόκολλο  του Λονδίνου του 1830 για την ίδρυση του ελληνικού κράτους[12].


[1] Κ. Μάγερ, Ιστορία του Ελληνικού Τύπου, Τόμος Α´ 1790-1900, εκδότης Α. Δημόπουλος Αθήναι 1957, σελ. 106-107.

[2] Νικόλαος Π. Σοϊλεντάκης, Υπουργοί στο ειδικό δικαστήριο 1821 – 2021, εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2021(2), σελ. 102 – 105.

[3] Ιωάννης Χρ. Κωνσταντινίδης, «Προκόπιος Α´ Γεωργιάδης, μητροπολίτης Αθηνών (1874-1889)», στο περιοδικό Θεολογία, τεύχος 1ο και 2ο, τόμος ΜΔ´ (1973), σελ. 278 – 287.

[4] Δημήτριος Σ. Μπαλάνος, Εθνικόν και Καποδιστριακόν Πανεπιστήμιον Αθηνών. Εκατονταετηρίς 1837 – 1937, τεύχος Α΄, Ιστορία της Θεολογικής Σχολής, Τύποις «Πυρσού», Αθήναι 1937, σελ. 9.

[5] Ιωάννης Κονιδάρης, Η διαπάλη νομιμότητας και κανονικότητας και η θεμελίωση της εναρμονίσεώς τους, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκολα, Αθήνα 1994, σελ. 40 –  42.

[6] Εμμανουήλ Περσελής, Εξουσία και θρησκευτική αγωγή στην Ελλάδα του 19ου αιώνα, εκδόσεις Γρηγόρη, Αθήνα 1997, σελ. 170 – 176.

[7] Αριστείδη Πανώτη, , Το Συνοδικόν ήτοι επίτομος ιστορία της εν Ελλάδι Εκκλησίας κυρίως ως θυγατρός του Οικουμενικού Πατριαρχείου, τόμος Β´ 1850-1922, εκδόσεις Επτάλοφος, Αθήνησι 2009, σελ. 198.

[8] Ιωάννης Χρ. Κωνσταντινίδης, Προκόπιος Α΄…, ό. π., σελ. 278 – 287.

[9] Σεραφείμ Παπακώστας (αρχιμανδρίτης),  Ευσέβιος Ματθόπουλος (Βιογραφία), έκδοσις Αδελφότης Θεολόγων η «Ζωή», Αθήναι 1980 (3), σελ. 28-33.

[10] Σεραφείμ Παπακώστα (αρχιμανδρίτης),  Ευσέβιος…, ό. π., σελ. 34-36.

[11] Σπυρ.  Μπρέκης,  Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδας (19ος αιώνας), Αθήνα 2007 (6), χ. ε., σελ. 308-310, Βλέπε Ε. Κωφός, στο λήμμα «Τα στηλιτικά» στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1977, σελ. 291.

[12] Αριστείδη Πανώτη, Το Συνοδικόν…, ό. π., σελ. 201.

TOP NEWS

Απόρρητο