Η οσία Ευφροσύνη της Μόσχας (κατά κόσμον μεγάλη πριγκίπισσα Ευδοκία)
Θυγατέρα του ηγεμόνα του Σουζντάλ, Δημητρίου Κωνστάντοβιτς, η αγία Ευδοκία νυμφεύθηκε το 1637 τον μεγάλο ηγεμόνα της Μόσχας Δημήτριο [19 Μαΐου], θέτοντας τέρμα στην μακρόχρονη αντιπαλότητα μεταξύ των δύο πόλεων.
Με την πραότητα και την ευλάβειά της έγινε στήριγμα και παραμυθία για τον σύζυγό της σε μία από τις πιο κρίσιμες φάσεις της ρωσικής ιστορίας. Μοίραζε απλόχερα ελεημοσύνες στους φτωχούς και ανήγειρε ναούς προς δόξαν Θεού. Ενώ δημόσια εμφανιζόταν με πλούσια ενδύματα, κατ’ ιδίαν διήγε αυστηρό ασκητικό βίο, έφερε αλυσίδες στο σώμα και προσευχόταν επί ώρες την νύκτα· φρόντιζε όμως να κρατά κρυφούς τους άθλους αυτούς.
Κατά την διάρκεια της περίφημης μάχης του Κουλίκοβο (1380), που ο σύζυγός της έδωσε εναντίον των Τατάρων, η πριγκίπισσα προσευχόταν διαρκώς στον ναό του Αρχαγγέλου Μιχαήλ. Μετά την νίκη αυτή, καθώς μία ταταρική στρατιά απειλούσε την Μόσχα, το ηγεμονικό ζεύγος κατέφυγε στην Κοστρομά προκειμένου να ενώσουν τις διαιρεμένες ρωσικές δυνάμεις.
Όταν επέστρεψαν στην Μόσχα βρήκαν την πόλη λεηλατημένη και τους δρόμους γεμάτους πτώματα. Τον επόμενο χρόνο (1383), ο πατέρας της Ευδοκίας πέθανε και ένας από τους γιους της αιχμαλωτίσθηκε ως όμηρος από τους Τάταρους. Παρά την οδύνη της η πριγκίπισσα διηύθυνε την ανέγερση μεγάλης γυναικείας μονής, αφιερωμένης στην Ανάληψη, κοντά στο Κρεμλίνο.
Το 1389 χήρεψε, και εξαιτίας του νεαρού της ηλικίας των παιδιών της και της επισφαλούς κατάστασης του Κράτους υποχρεώθηκε να αναλάβει η ίδια, συνεπικουρούμενη από τους βογιάρους, την αντιβασιλεία της ηγεμονίας της Μόσχας. Οι κυβερνητικές υποθέσεις δεν την εμπόδιζαν ωστόσο να συνεχίζει εν τω κρυπτώ τους ασκητικούς αγώνες της και να επιδίδεται σε έργα θεάρεστα, όπως η ανέγερση πέτρινων ναών, τους οποίους προίκιζε με εικόνες και πολύτιμα αντικείμενα.
Όταν άγγελος Κυρίου της ανήγγειλε την επικείμενη τελευτή της, απαρνούμενη κάθε είδους κοσμική μέριμνα, η πριγκίπισσα εκάρη μοναχή με το όνομα Ευφροσύνη, στην Μονή της Αναλήψεως, και τελείωσε τις ημέρες της εν προσευχή. Λίγο πριν την ειρηνική κοίμησή της στις 7 Ιουλίου 1407, εμφανίσθηκε σε ενύπνιο σε έναν τυφλό υποσχόμενη την θεραπεία του, η οποία δεν άργησε να πραγματοποιηθεί.
(Μνημονεύεται επίσης στις 17 Μαΐου.)
Από το βιβλίο: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, υπό Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου. Τόμος ενδέκατος, Ιούλιος. Ίνδικτος, Αθήναι 2008, σελ. 79.