Καισαριανής Δανιήλ: «Και γλυκύ το φως»

  • Δόγμα

Του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Καισαριανής, Βύρωνος και Υμηττού κ. Δανιήλ στην “Κιβωτό της Ορθοδοξίας” «Και γλυκύ το φως και αγαθών της οφθαλμοίς του βλέπειν συν τον ήλιον» (Εκκλησιαστής 11,7). Κάθε άνθρωπος δοκίμασε αυτή την εμπειρία από όπου προέρχεται και ένας στενός συσχετισμός του φωτός και της ζωής: γεννιέμαι σημαίνει «βλέπω τον ήλιον» (Ιώβ 3,16 και Ψαλμός […]

Του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Καισαριανής, Βύρωνος και Υμηττού κ. Δανιήλ στην “Κιβωτό της Ορθοδοξίας”

«Και γλυκύ το φως και αγαθών της οφθαλμοίς του βλέπειν συν τον ήλιον» (Εκκλησιαστής 11,7). Κάθε άνθρωπος δοκίμασε αυτή την εμπειρία από όπου προέρχεται και ένας στενός συσχετισμός του φωτός και της ζωής: γεννιέμαι σημαίνει «βλέπω τον ήλιον» (Ιώβ 3,16 και Ψαλμός 57,9). Ο τυφλός που δεν βλέπει «το φως του Θεού» (Ιώβ 3, 17) έχει μία πρόγευση του θανάτου (Ιώβ 5, 11 κ. εξ). Αντίθετα, ο ασθενής τον οποίον ο Θεός αποσπά από το θάνατο, χαίρεται βλέποντας να λάμπει πάλι πάνω του «το φως των ζώντων» (Ιώβ 33, 30 και Ψαλμός 55, 14)  αφού ο άδης είναι ο τόπος του σκότους (Ψαλμός 87,13).  Πριν από όλα, το φως των θεοφανειών έχει μία υπαρξιακή σημασία για εκείνους που το απολαμβάνουν, είτε γιατί υπογραμμίζει το μεγαλείο ενός Θεού που έχει γίνει οικείος είτε γιατί κάνει αισθητές τις φοβερές θεικές ιδιότητες. Σ’ αυτή τη μυστηριώδη υπενθύμιση της θείας παρουσίας, η μεταφορική έκφραση «το φως του προσώπου σου» προσθέτει ένα καθησυχαστικό τόνο ευμένειας. Αλλά η παρουσία του Θεού στον άνθρωπο είναι κυρίως προστατευτική. Με το Νόμο του φωτίζει τα βήματα του ανθρώπου (Παροιμιών 6,23 και Ψαλμός 118, 105), είναι έτσι ο λύχνος που τον οδηγεί (Ιώβ 29,3). Λυτρώνοντάς τον από τον κίνδυνο, φωτίζει τα μάτια του, είναι έτσι το φως του και η σωτηρία του (Ψαλμός 26, 1). Αν ο άνθρωπος είναι δίκαιος, τον οδηγεί προς τη χαρά μιάς φωτεινής ημέρας, ενώ ο κακός τρικλίζει στο σκοτάδι και βλέπει να σβήνει ο λύχνος του (Παροιμιών 13,9. 24. Ιώβ 18, 5 κ. ε.). Είναι εκπληκτικό να ξαναβρίσκει κανείς το συμβολισμό του φωτός και του σκότους, στους Προφήτες, με εσχατολογική προοπτική. Το σκότος, απειλητική μάστιγα που δοκίμασαν οι Αιγύπτιοι αποτελεί ένα από τα σημεία που προαγγέλουν την Ημέρα του Θεού (Ησαίου 13,10. Ιερεμίου 4, 23. 13,16. Ιεζεκιήλ 32,7. Αμώς 8,9. Ιωήλ 2,10): για ένα κόσμο αμαρτωλό η μέρα αυτή θα είναι σκότος και όχι φως (Αμώς 5,18. και Ησ. 8, 21 και εξής).

Ωστόσο η Ημέρα του Θεού θα πρέπει να έχει και μία άλλη όψη ακόμη, χαράς και απελευθερώσεως, για το ταπεινωμένο και ταλαιπωρημένο λαό των δικαίων. Τότε «ο λαός ο πορευόμενος εν σκότει» θα δεί «φως μέγα» (Ησαΐου 9,1. 42,7. 49,9). Η εικόνα είναι ξεκάθαρη και ταιριάζει σε πολλές περιπτώσεις. Φέρνει στη σκέψη αρχικά τη διαύγεια μιάς θαυμαστής ημέρας χωρίς εναλλαγή ημέρας και νύχτας, φωτισμένης από τον «Ήλιον δικαιοσύνης» (Μαλαχίου 4,2). Μολαταύτα, η αυγή που θα ανατείλει πάνω στη νέα Ιερουσαλήμ (Ησαΐου 60,1 και εξής) θα είναι άλλης φύσεως από την αυγή του παρόντος αιώνος: ο ζωντανός Θεός θα φωτίσει ο ίδιος τους δικούς του. Ο νόμος του θα φωτίσει τους λαούς (Ησαΐου 2,5. 51,4) δούλος του θα είναι το φως των εθνών (Ησαΐου 42,6. 49,6).

Η ιστορία της Εξόδου παρουσιάζει το σκότος για τους ασεβείς, αλλά για τους αγίους το άπλετο φως (Σ. Σολωμώντος 17,1). Αυτοί εδώ θα λάμψουν σαν τον ουρανό και τα άστρα, ενώ οι ασεβείς θα μείνουν για πάντα μέσα στη φρίκη του σκοτεινού άδη (Δευτερονομίου 12,3). Οι προσδοκίες καταλήγουν σε ένα κόσμο μεταμορφωμένο σύμφωνα με την εικόνα του Θεού του Φωτός.

Μια ανάλογη παράσταση του Θεού ως «πυρ καταναλίσκον» (Λευιτικό 18,21) βρίσκεται επίσης στην τελετουργική χρήση των ολοκαυτωμάτων. Με την πλήρη ανάλωση από τη φωτιά του θύματος που ο καπνός του ανέβαινε κατόπι προς τον ουρανό, ο Ισραήλ εξέφρασε ίσως την επιθυμία του για ολοκληρωτικό εξαγνισμό ή, πιο σίγουρα, τη θέλησή του να προσφέρει έτσι ένα δώρο αμετάκλητο. Κι’ εδώ πάλι η φωτιά έχει συμβολική μόνο σημασία, και η χρήση της δεν εξαγιάζει οποιαδήποτε λειτουργία: είναι απαγορευμένο να προσφέρεται ως ολοκαύτωμα ο πρωτότοκος γιός. Αλλά αυτή η συμβολική σημασία της φωτιάς έχει μεγάλη σπουδαιότητα στη λατρεία. Μία ακοίμητη φωτιά πρέπει να διατηρείται πάνω στο θυσιαστήριο, αλλά φωτιά αχειροποίητη. Δυστυχισμένος όποιος θα τολμούσε να υποκαταστήσει τη φωτιά του Θεού με μία βέβηλη φωτιά. Μήπως ο Θεός δεν είχε επέμβει με θαυμαστό τρόπο στις φημισμένες θυσίες του Αβραάμ (Γενέσεως 15,17), του Γεδεών(Α΄ Παροιμιών 21, 26.), του Δαυΐδ, (Β΄ Παροιμιών 7,1 και εξής.) του Σολομώντα και του Ηλία (Γ΄ Βασιλειών 18, 38) ως τη θαυματουργική ανάφλεξη του λιμνασμένου νερού σε μία νέα ακοίμητη φωτιά (Β΄, Μακκαβαίων 1,18 και εξής.). Με τη φωτιά ο Θεός δέχεται τη θυσία του ανθρώπου για να συνάψει μαζί του μία συμφωνία λατρείας.

Απόρρητο