Ιερομάρτυς Αλέξανδρος (Παρούσνικωφ)
Ο νέος άγιος ιερομάρτυς του Χριστού Αλέξανδρος (Παρούσνικωφ) χειροτονήθηκε ιερέας το 1908 και διορίστηκε εφημέριος του Ναού της Αγίας Τριάδος του χωριού Τρόιτσκι, στην επαρχία της Μόσχας.
Οι ενορίτες τον αγάπησαν πολύ για την καλοσύνη του, την καταδεκτικότητά του και την ακτημοσύνη του. Πηγαίνοντας για ιεροτελεστίες στα σπίτια των χωρικών μετά την επιβολή του μπολσεβικικού καθεστώτος, όταν ο λαός δοκιμαζόταν από μεγάλη πείνα, δεν δεχόταν από κανέναν ούτε χρήματα ούτε τρόφιμα. Η πρεσβυτέρα του Αλεξάνδρα του έλεγε:
– Πάτερ, μην ξεχνάς ότι στο σπίτι μας δεν έχουμε τίποτα. Αν σου δώσουν κάτι…
– Καλά, το ξέρω, τη διέκοπτε ο π. Αλέξανδρος.
Αλλά πάντοτε γύριζε με άδεια χέρια. Η πρεσβυτέρα του τον κοίταζε λυπημένη και τον ρωτούσε:
– Τίποτα δεν έφερες;
– Μα πώς να φέρω; Όπως δεν έχουμε εμείς, έτσι δεν έχουν και οι άλλοι…
Όταν άρχισε ο διωγμός της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας από το σοβιετικό καθεστώς, η οικογένεια του π. Αλεξάνδρου, που είχε δέκα παιδιά, βρέθηκε σε πολύ δύσκολη θέση. Καθώς οι ιερείς, οι πρεσβυτέρες τους και τα παιδιά τους στερήθηκαν τα δικαιώματα που είχαν οι άλλοι πολίτες, δεν έπαιρναν από τις αρχές δελτία τροφίμων, προκειμένου να προμηθεύονται από τα κρατικά καταστήματα τα αναγκαία για την επιβίωσή τους. Και καθώς τα ελάχιστα ιδιωτικά καταστήματα, που είχαν απομείνει, ήταν πανάκριβα, όλες οι ιερατικές οικογένειες είχαν παραδοθεί στο έλεος του Θεού και στην αγάπη των πιστών.
Κάποια παραμονή Χριστουγέννων στο σπίτι του π. Αλεξάνδρου δεν υπήρχε ούτε ψωμί. Η πρεσβυτέρα του καθόταν περίλυπη, με το κεφάλι σκυμμένο, δίπλα στο άδειο τραπέζι. Ο π. Αλέξανδρος ετοιμάστηκε να πάει στην εκκλησία για την ακολουθία.
Μόλις άνοιξε την πόρτα, φώναξε:
– Αλεξάνδρα, έλα ‘δω!
Η πρεσβυτέρα βγήκε, και τι να δει! Στο κατώφλι βρίσκονταν δύο τσουβάλια, που είχαν μέσα ψωμί, σιμιγδάλι και πατάτες.
– Αυτά είναι για τη γιορτή, της είπε ο π. Αλέξανδρος.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1920 οι αρχές δήμευσαν το μισό σπίτι του π. Αλεξάνδρου και εγκατέστησαν εκεί τον διοικητή του τοπικού αστυνομικού τμήματος, ο γιος του οποίου δούλευε στην Κεντρική Διεύθυνση της ΓκεΠεΟυ Μόσχας. Ο διοικητής έπασχε από φυματίωση, ασθένεια από την οποία πέθανε αργότερα. Άθεος και μοχθηρός καθώς ήταν, κάθε λίγο και λιγάκι πήγαινε στο άλλο μισό σπίτι, όπου ζούσε η ιερατική οικογένεια, κι έφτυνε πέρα-δώθε για να διασπείρει τα μικρόβια. Ο π. Αλέξανδρος πολλές φορές έπεσε στα πόδια του και τον ικέτεψε να σταματήσει.
– Σ’ εμένα κάνετε ό,τι θέλετε, του έλεγε. Μου αξίζει και ο θάνατος. Λυπηθείτε, όμως, τα παιδιά μου!
– Η παπαδική λέρα πρέπει να αφανιστεί! αποκρινόταν εκείνος, κοιτάζοντάς τον με μίσος.
Σύντομα ένας γιος του π. Αλεξάνδρου αρρώστησε από φυματίωση. Ακολούθησε άλλος ένας γιος. Έπειτα αρρώστησε μια κόρη και λίγο αργότερα άλλη. Δεν περνούσε χρόνος κατά τον οποίο να μη συνοδεύσει κάποιο από τα παιδιά του στο κοιμητήριο.
Στο σχολείο, πάλι, όσα παιδιά του έμειναν ζωντανά, δεν είχαν την ίδια μεταχείριση με τους συμμαθητές τους. Οι δάσκαλοι πρόσφεραν κάθε μέρα πρωινό στους μαθητές και τις μαθήτριες, εκτός μόνο από τα παιδιά των ιερέων, που τα κάθιζαν την ώρα εκείνη σε ξεχωριστό πάγκο και τα άφηναν νηστικά.
Μια μέρα ο π. Αλέξανδρος βάδιζε στον δρόμο με τη μικρή του κόρη Τατιανή, την οποία κρατούσε από το χέρι. Κάποιοι διαβάτες, μόλις διασταυρώνονταν μαζί τους, γύριζαν ασύστολα κι έφτυναν τον ιερέα από πίσω. Η μικρή, σφίγγοντας το χέρι του μ’ όση δύναμη είχε, συλλογιζόταν: “Γιατί, Χριστέ μου, φτύνουν τον πατέρα μου; Είναι τόσο καλός!”. Ο π. Αλέξανδρος, νιώθοντας τη θλίψη της κορούλας του, έσκυψε και της ψιθύρισε παρηγορητικά στο αυτί:
– Δεν πειράζει, Τατιανή! Όλα αυτά μπαίνουν στον κουμπαρά μας.
Μιαν αγελάδα, τη μοναδική περιουσία και το τελευταίο μέσο συντηρήσεως της ιερατικής οικογένειας, τους την πήραν κι αυτήν οι αρχές κάποια μέρα. Ο π. Αλέξανδρος ήταν τότε στον ναό. Επιστρέφοντας στο σπίτι, είδε την πρεσβυτέρα του πολύ ταραγμένη.
– Τι έγινε; τη ρώτησε.
– Πήραν την αγελάδα μέσ’ από την αυλή μας, απάντησε εκείνη με φωνή τρεμάμενη.
– Πήραν την αγελάδα;… Αλεξάνδρα! Παιδιά! Ελάτε όλοι! Γρήγορα, γονατίστε! Ας κάνουμε ευχαριστήρια προσευχή στον προστάτη της οικογένειάς μας, τον άγιο Νικόλαο τον θαυματουργό!
Η πρεσβυτέρα τον κοίταξε με απορία.
– Πάτερ;!… ψέλλισε.
– Αλεξάνδρα, της είπε, γιατί απορείς; Ο Κύριος μας έδωσε την αγελάδα, ο Κύριος και μας την πήρε. Δοξασμένο το όνομά Του! Ελάτε να κάνουμε την ευχαριστήρια προσευχή.
Ο καλός ιερέας ήθελε να δείξει έτσι στην πρεσβυτέρα του και στα παιδιά του ότι στην κακία πρέπει να απαντούμε με την ακακία, και ότι τον Κύριο πρέπει να Τον ευγνωμονούμε όχι μόνο για τις χαρές αλλά και για τις πίκρες, προκειμένου να γευθούμε τους γλυκούς καρπούς του παραδείσου.
Από την ημέρα που στερήθηκαν την αγελάδα, κάθε πρωί έβρισκαν στο κατώφλι της εξώπορτας ένα καλάθι με μια μπουκάλα γάλα και δύο καρβέλια ψωμί. Τα μεγαλύτερα παιδιά για καιρό έμεναν άγρυπνα ως αργά τη νύχτα, παρατηρώντας την εξώπορτα από ένα κοντινό παράθυρο, προκειμένου να μάθουν ποιος ήταν εκείνος που τους έφερνε το γάλα και το ψωμί. Δεν κατόρθωσαν, ωστόσο, να ανακαλύψουν τον ευεργέτη τους.
Καθώς τα δίσεκτα εκείνα χρόνια κυλούσαν, όλο και πιο συχνά – και πάντοτε τη νύχτα – καλούσαν τον π. Αλέξανδρο στη ΝιΚαΒεΝτε για εκφοβιστική ανάκριση. Κάποια φορά του είπαν:
– Άφησε πια την Εκκλησία! Δεν λυπάσαι τα παιδιά σου;
Εκείνος απάντησε:
– Και τα παιδιά μου λυπάμαι και όλους τους ανθρώπους, αλλά υπηρετώ τον Θεό και θα μείνω στην Εκκλησία ως το τέλος της ζωής μου.
Πολλές φορές πήγαινε το πρωί να λειτουργήσει, αφού είχε περάσει όλη τη νύχτα ξάγρυπνος στη ΝιΚαΒεΝτε…
Στις 24 Μαρτίου του 1938, τον καιρό του μεγάλου διωγμού, ο π. Αλέξανδρος συνελήφθη με χαλκευμένες κατηγορίες και υποβλήθηκε σε σκληρές ανακρίσεις για δύο περίπου μήνες. Στο διάστημα αυτό ήταν προφυλακισμένος στα κρατητήρια του Αστυνομικού Τμήματος Ράμενσκι…
Από τα κρατητήρια έστειλε στην οικογένειά του τρία σημειώματα γραμμένα σε τσιγαρόχαρτα, που τα μετέφερε ένας αποφυλακισμένος κρυμμένα στο τακούνι της μπότας του. Σ’ αυτά έγραφε:
Αγαπημένη μου Αλεξάνδρα.
Σε ευχαριστώ για την ευτυχία που μου προσέφερες. Μην κλαις για μένα. Θα γίνει το θέλημα του Θεού.
Παιδιά μου,
Σας φιλώ και σας σφίγγω νοερά στην αγκαλιά μου. Να αγαπιέστε μεταξύ σας, να σέβεστε τους μεγαλυτέρους, να φροντίζετε τους μικροτέρους. Τη μητέρα σας να την προσταστέψετε μ’ όλες σας τις δυνάμεις. Ο Θεός να σας ευλογεί.
Αγαπημένε μου Σέργιε,
Σε αποχαιρετώ. Εσύ, ως ο μεγαλύτερος γιος μου, παίρνεις τώρα τη θέση μου στην οικογένεια. Σε παρακαλώ, να νοιαστείς για τη μητέρα σου, τις αδελφές σου και τους αδελφούς σου. Έτσι ο Θεός θα σε ευλογήσει και θα προκόψεις στη ζωή σου. Σας νοσταλγώ όλους και θα σας νοσταλγώ ως τον θάνατο. Σας ζητώ γι’ άλλη μια φορά να με συγχωρέσετε…
Στις 2 Ιουνίου του 1938 η τρόικα της ΝιΚαΒεΝτε καταδίκασε τον π. Αλέξανδρο, που βρισκόταν τότε στις φυλακές Ταγκάνκα της Μόσχας, σε θάνατο με τουφεκισμό. Εκτελέστηκε στις 27 Ιουνίου και τάφηκε σε άγνωστο κοινοτάφιο στο Μπούτοβο, κοντά στη Μόσχα.
Από το βιβλίο: Πνευματική Ανθολογία από τους βίους και τους λόγους των Αγίων της Ρωσίας. Ιερά Μονή Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής 2018, σελ. 189.