Αναμνήσεις από συναντήσεις μου με τον όσιο Γέροντα Παΐσιο

  • Dogma

Η πρώτη επίσκεψη στον Γέροντα Παΐσιο πραγματοποιήθηκε τη Μεγάλη Τρίτη του 1981. Ήταν τότε και η πρώτη μετάβασή μου στον αγιώνυμο Άθωνα με μικρή ομάδα συμφοιτητών μου, για να περάσουμε εκεί την Μεγάλη Εβδομάδα και την Ανάσταση.

Θυμάμαι πως μαζί μου ήταν και οι Νεόφυτος Τσάππας (σημ. αρχιμ. Νήφων Βατοπεδινός), Γεώργιος Χριστοδούλου (σημ. αρχιμανδρίτης και αρχιγραμματέας της Συνόδου της Εκκλησίας Κύπρου), Χρήστος Παπαβασιλείου από τον Άγιο Σέργιο Αμμοχώστου (θεολόγος). Οι ίδιοι ήταν παρόντες και στην εφεξής δεύτερη συνάντηση μου με τον Γέροντα (Νοέμβριος 1981).

Φθάνοντας έξω από το περιφραγμένο κελλί του Γέροντος, συναντήσαμε απρόσμενα γνωστό θεολόγο από την Κύπρο, που περίμενε πριν από μας. «Τι γίνεται, Χ., πώς βρίσκεσαι εδώ;», ερωτήσαμε. «Με έστειλε ο Πνευματικός μου, π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος, να συζητήσω με τον Γέροντα κάτι σοβαρό, που με απασχολεί», μας απάντησε. Μετά από λίγο, μας άνοιξε ο Γέροντας.

Είχα τόσα ακούσει στην Κύπρο γι’ αυτόν, που, να ειπώ την αλήθεια, με διακατείχε και κάποιος φόβος, ότι δηλαδή θα συναντούσαμε ένα αυστηρό, διορατικό Γέροντα, που θα αποκάλυπτε ευθέως τη ζωή μας κ.λπ.! Έτσι, μας έκανε μεγάλη εντύπωση η απλότητα, η προσήνεια, το πηγαίο χιούμορ, η μεγάλη οξύνοια, η ετοιμότητα λόγου, η ευφυΐα και οι ευφυολογίες του Γέροντος. Μα, προπάντων, η μεγάλη του πηγαία και έκδηλη αγάπη και αγαπητική προσέγγιση του άλλου. Πράγματα, τα οποία ασφαλώς βιώναμε σε κάθε ευλογημένη συνάντηση μαζί του.

Δεν είχε τότε άλλους, θυμάμαι, και ο Γέροντας στην αρχή «περίλαβε» τον θεολόγο, που προαναφέραμε! Πριν δηλ. αρχίσουμε να του ομιλούμε, απευθύνθηκε αυστηρά σ’ αυτόν και, ναι με αγάπη, αλλά του έκανε παρατηρήσεις (σημειώστε, τον γνώριζε από χρόνια, από το κελλί του Τιμίου Σταυρού, και τον αγαπούσε). «Τι είναι αυτά τα πράγματα, βρε Χ.;», του είπε. «Τι είναι αυτές οι ταμπέλλες, που ακούω ότι βάζεις για μένα εκεί κάτω στην Κύπρο και με διαφημίζεις»; Αυτά είπε ο Γέροντας, διότι πράγματι ο Χ. διηγείτο αρκετά στην Κύπρο περί του Γέροντος, ασφαλώς για ψυχική των άλλων ωφέλεια, αλλά μετά αυξάνονταν οι επισκέπτες του Γέροντος κι αυτός τα πληροφορήθηκε προφανώς από άλλους Κυπρίους, και δεν τον ανέπαυε τούτο. Κι αμέσως μας είπε να πάμε πιο πέρα, σε κάτι κούτσουρα στην άκρη της αυλής του, για να μην ακούμε τι έλεγε στον Χ. Το μόνο που βλέπαμε από εκεί ήταν ότι του μιλούσε έντονα ο Γέροντας, ασφαλώς για το καλό του! Βεβαίως, θα μίλησαν και για το θέμα, για το οποίο είχε έρθει.

Κατόπιν, έφυγε ο Χ. και μας κάλεσε κοντά ο Γέροντας. Η ατμόσφαιρα άλλαξε αμέσως! Βέβαια, μας ταπείνωσε κι εμάς ο Γέροντας με τρόπο, ως εξής: Πριν από εμάς, ήταν κοντά του ένα άλλο παιδί από την Κύπρο, με τον οποίο γνωριζόμαστε καλά (ήμασταν κάποτε μαζί στα κατηχητικά σχολεία), ένας πράγματι εξαίρετος αγνός νέος, με ήθος σπάνιο, αριστούχος στο σχολείο, φοιτητής τότε ιατρικής, ο Χ. Π., και τον οποίο είδαμε, που ερχόταν από τον Γέροντα. Ο Γέροντας δεν ήξερε ασφαλώς πως γνωριζόμαστε, και μας είπε: «Εσείς, δεν είστε τίποτα! Πριν λίγο, ήταν εδώ κάποιος πατριώτης σας. Αυτός είναι καλό παιδί, με ιδανικά, με αγάπη στον Χριστό και στην πατρίδα, με πόθο να προσφέρει!»

Θυμάμαι πως είχαμε πάρει στον Γέροντα για ευλογία κάτι ψώνια (ένα καρβέλι, κάτι παξιμάδια και λίγες ντομάτες, από όσο θυμάμαι) από ένα μαγαζί στις Καρυές. Αλλά αυτός μας κατσιάδασε: «Τι μου τα φέρατε όλα αυτά;» Πού να σκεφθούμε τότε εμείς τα παιδαρέλια, πως του χαλούσαμε το ασκητικό του πρόγραμμα;

Κατόπιν μας είπε διάφορα ψυχωφελή. Θυμάμαι, που, κατά παρότρυνση του παπα-Θανάση του Σιμωνοπετρίτη (του σημερινού Υμνογράφου· είχαμε προηγουμένως περάσει από την Σιμωνόπετρα), τον ερωτήσαμε ταπεινά για τους λεγομένους «αόρατους ασκητές» του Αγίου Όρους (νομίζω κι αν είναι επτά ή δώδεκα), και μας είπε ότι πράγματι υπάρχουν. Μας περιέγραψε δε και τη συνάντηση, που είχε με ένα από αυτούς και την εντύπωση που του προξένησε, και το πώς, με τι κουρέλια ήταν ντυμένος. Μας είπε πως φορούσε κάτι σαν σακούλα, πιασμένη στον λαιμό με μια ραφίδα (σακκοράφι). Αργότερα ο Γέροντας δημοσίευσε το γεγονός της συνάντησής του αυτής με τον άγνωστο εκείνο ασκητή στο βιβλίο του Αγιορείτες Πατέρες και Αγιορείτικα (εκδ. Ιερό Ησυχαστήριο Αγ. Ιωάννης ο Θεολόγος, Θεσσαλονίκη 1993, σσ. 46-47).

Ένας από τα παιδιά της ομάδας μας, ήταν ο Κύπριος Α., που κατόπιν έγινε και μοναχός. Πολύ εκδηλωτικός και συναισθηματικός ο Α., ζήτησε κάποια ευλογία από τον Γέροντα, και αυτός έδωσε σε όλους μας από ένα κομβοσχοινάκι, από εκείνα που έπλεκε συνομιλώντας με τους επισκέπτες του. Ο Α. όμως ήθελε κι άλλη, σπουδαιότερη ευλογία! Και, βγάζει ο Γέροντας απ’ την τσέπη του ένα απ’ αυτά τα παλαιότερα αργυρά ρολόγια τσέπης, που κλείνουν με καπάκι, και του το δίνει! Ενώ όμως συνομιλούσαμε με τον Γέροντα, ο Α., αφού περιεργάστηκε το ρολόι, πρόσεξε ότι δεν δούλευε, ήταν χαλασμένο! Και το είπε στον Γέροντα. Οπότε αυτός του απαντάει: «Βρε Α., τώρα είναι Μεγάλη Εβδομάδα, παιδί μου, είναι αργίες, και γι’ αυτό δεν δουλεύει το ρολόι!»

Κι όταν κατόπιν ο Α. άρχισε να ερωτά τον Γέροντα για πράγματα υψηλά, πώς έρχονται τα δάκρυα και η κατάνυξη, του απάντησε προσφυέστατα ο Γέροντας: «Άκου, βρε Α., αν θες κατάνυξη και δάκρυα, είναι εύκολο να τα αποκτήσεις. Πάρε ένα σακκί κρεμμύδια, κι άρχισε να τα καθαρίζεις, και θα έρθουν και τα δάκρυα!»…

Σημειώστε, μέχρι που να κοιμηθεί ο Γέροντας και, παρόλο που είχε γίνει μοναχός ο Α. και άλλαξε όνομα, όταν επισκεπτόταν τον Γέροντα, όπως πληροφορήθηκα, τον αποκαλούσε και πάλιν, βρε Α.! Γράφω τέτοιες λεπτομέρειες, γιατί μέσω αυτών διαφαίνεται και η διάκριση και ποιμαντική προσέγγιση του Γέροντα σε διαφόρους ανθρώπους, που τον πλησίαζαν και έπρεπε να βοηθήσει τον καθένα κατά την περίπτωσή του.

Φεύγοντας, μας έδωσε πίσω εκείνα τα λίγα τρόφιμα που του είχαμε πάρει και μαζί και άλλες τσάντες με φαγώσιμα, και μας είπε: «Εγώ, δεν έχω ανάγκη απ’ αυτά. Ξέρετε τον πατριώτη σας, τον γέρο-Ιωσήφ στην Σκήτη του Αγίου Παντελεήμονος;» (*) «Όχι, Γέροντα», απαντήσαμε. «Ευκαιρία να τον γνωρίσετε. Σ’ αυτόν να πάτε τα τρόφιμα αυτά, γιατί αυτός έχει πράγματι ανάγκη». Έτσι και κάναμε. Πριν αναχωρήσουμε όμως, ο Γέροντας έκοψε ένα κομματάκι από το καρβέλι που του πήγαμε και σταύρωσε τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα με το τεμάχιο εκείνο του ψωμιού. Μετά μας ρώτησε:«Προς τα πού πέφτει η Κύπρος»; Του δείξαμε, και στράφηκε προς την Ανατολή και σφράγισε και προς τα εκεί με το σημείο του σταυρού… Πήραμε την ευχή του Γέροντα και, ερωτώντας, ανακαλύψαμε την… τρώγλη, όπου οικειοθελώς ζούσε μόνος ο ευλογημένος εκείνος μοναχός, που χάρηκε πράγματι με την επίσκεψή μας. Και, φαίνεται, ο Γέροντας Παΐσιος θα έστελνε κατά καιρούς βοήθεια και στον παππού εκείνο, χωρίς όμως να το γνωρίζει αυτός. Γιατί, όταν ερωτήσαμε τον γέρο-Ιωσήφ αν γνώριζε τον Γέροντα Παΐσιο, που του έστελνε τα πράγματα, μας είπε πως δεν τον γνώριζε!

(*) Πρόκειται για έναν απλούστατο μοναχό από το Ριζοκάρπασο της Κύπρου, που διήλθε μόνος του εκουσίως χρόνια πολλά, σχεδόν τυφλός και ανήμπορος, σ’ ένα κελλάκι στην ως άνω Σκήτη, με τελεία πτωχεία και εγκατάλειψη ανθρώπινη, και εκοιμήθη νομίζω σε ηλικία 107 ετών. Έχουν γράψει γι’ αυτόν και σε αγιορειτικά περιοδικά.

Αρχιμανδρίτης Φώτιος Ιωακείμ

Από την ιστοσελίδα της Ιεράς Μητροπόλεως Μόρφου

Απόρρητο