ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ: Όταν κάνεις το καλό

  • Δόγμα

Όταν κά­νε­τε μια κα­λο­σύ­νη, να αι­σθά­νε­στε πάν­τα πως ό,τι κά­νε­τε έχε­τε υπο­χρέ­ω­ση να το κά­νε­τε και να εί­στε έτοι­μοι να αν­τι­με­τω­πί­σε­τε πει­ρα­σμό, για να μην χά­σε­τε το καλό που κά­να­τε, αλλά να το κερ­δί­σε­τε όλο. Κά­νει λ.χ. ένας μια ελεη­μο­σύ­νη, χω­ρίς να έχει σκο­πό να την φα­νε­ρώ­σει. Μπαί­νει ο πει­ρα­σμός στη μέση και βά­ζει άλ­λους […]

Όταν κά­νε­τε μια κα­λο­σύ­νη, να αι­σθά­νε­στε πάν­τα πως ό,τι κά­νε­τε έχε­τε υπο­χρέ­ω­ση να το κά­νε­τε και να εί­στε έτοι­μοι να αν­τι­με­τω­πί­σε­τε πει­ρα­σμό, για να μην χά­σε­τε το καλό που κά­να­τε, αλλά να το κερ­δί­σε­τε όλο. Κά­νει λ.χ. ένας μια ελεη­μο­σύ­νη, χω­ρίς να έχει σκο­πό να την φα­νε­ρώ­σει. Μπαί­νει ο πει­ρα­σμός στη μέση και βά­ζει άλ­λους να του πουν «εσύ ο φι­λάρ­γυ­ρος, που δεν έκα­νες τί­πο­τε κ.λπ., ο τάδε έκα­νε αυτό, ο τάδε εκεί­νο», για να τον αναγ­κά­σει να πει και αυ­τός… τα­πει­νά: «έκα­να και εγώ κάτι» ή να τον αναγ­κά­σει να αγα­να­κτί­σει και να πει: «ποιός, εγώ, που έκα­να αυτό και αυτό;» και να τα χά­σει όλα. Ή θα βά­λει αυ­τόν που ευερ­γέ­τη­σε να του πει: «Αχά­ρι­στε, εκμε­ταλ­λευ­τά κ.λπ.», μέ­χρι να του απαν­τή­σει: «Εγώ εκμε­ταλ­λευ­τής;

Εγώ που σου έκα­να εκεί­νη την κα­λω­σύ­νη;». «Βρε τον αχά­ρι­στο, θα πει μετά, δεν ήθε­λα να μου πει “ευ­χα­ρι­στώ”, αλλά του­λά­χι­στον να το ανα­γνώ­ρι­ζε». Όταν όμως κα­νείς πε­ρι­μέ­νει ανα­γνώ­ρι­ση, πάει, τα χά­νει όλα. Ενώ, αν βά­λει έναν καλό λο­γι­σμό και πει: «κα­λύ­τε­ρα που ξέ­χα­σε την κα­λω­σύ­νη που του έκα­να» ή «μπο­ρεί να ήταν στε­να­χω­ρη­μέ­νος ή κου­ρα­σμέ­νος, γι’ αυτό μί­λη­σε έτσι», δι­καιο­λο­γεί τον άλ­λον και δεν χά­νει. Όταν δεν πε­ρι­μέ­νου­με αν­τα­πό­δο­ση, τότε έχου­με κα­θα­ρό μι­σθό. Η σω­στή πνευ­μα­τι­κή πο­ρεία εί­ναι να ξε­χνά­ει κα­νείς τα καλά που κά­νει και να θυ­μά­ται τα καλά που του κά­νουν οι άλ­λοι.

Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης

TOP NEWS