Ποσότητα ή ποιότητα στην προσευχή
Του π. Γεωργίου Δορμπαράκη στην “Κιβωτό της Ορθοδοξίας”
«Εμείς σαν ατελείς, εκτός από την ποιότητα, έχουμε ανάγκη και από την ποσότητα της προσευχής. Το δεύτερο άλλωστε είναι πρόξενος του πρώτου. «Ο Θεός – λέγει η Γραφή – δίνει προσευχή καθαρή σ’ εκείνον που προσεύχεται, έστω και ρυπαρά, αλλά χωρίς να υπολογίζει κόπο και πόνο (πρβλ. Α΄ Βασ. β΄9)» (Άγιος Ιωάννης Κλίμακος, λόγ. κη΄ 23).
Δεν αναιρεί τον εαυτό του με αυτό που επισημαίνει ο μέγας διδάσκαλος της νηπτικής ζωής όσιος Ιωάννης της Κλίμακος. Γιατί ο ίδιος λέει κάπου αλλού «μη ζητάς να λες πολλά στην προσευχή σου, για να μη διασκορπισθεί ο νους σου, αναζητώντας λόγια…. Η πολυλογία στην προσευχή πολλές φορές δημιούργησε στον νου φαντασίες και διάχυση, ενώ αντιθέτως η μονολογία συγκεντρώνει τον νου». Και δεν τον αναιρεί, γιατί κάνει τη διάκριση μεταξύ των αρχαρίων, όλων ημών δηλαδή που είμαστε στις απαρχές της πνευματικής ζωής, και των προχωρημένων και τελείων. Για τους τελείους, για εκείνους που πράγματι έχουν αφιερώσει πλήρως και ολοκληρωτικώς τον εαυτό τους στον Θεό, τα πολλά λόγια… βλάπτουν: τους φέρνουν φαντασίες και διάχυση· εκείνο που έχουν ανάγκη είναι η μονολόγιστη κυρίως ευχή, το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», γιατί έχουν ουσιαστικά ανακραθεί με τον Θεό, έχουν γίνει ένα μαζί Του, συνεπώς ολόκληρη η ζωή τους είναι μία προσευχή. Δηλαδή έχουν φτάσει στο σημείο να μη λένε προσευχές, αλλά να έχουν γίνει οι ίδιοι προσευχή – και η αναπνοή τους και το βλέμμα τους και η στάση τους όλη φανερώνουν Ουρανό!
Για εμάς όμως τους αρχαρίους και ατελείς ισχύουν άλλα μέτρα και άλλα σταθμά. Είμαστε προσανατολισμένοι προς την κορυφή, αλλά βλέπουμε ότι πατάμε ακόμη πολλή… γη κι έχουμε πολύ δρόμο μπροστά μας! Σαν την καλόγρια εκείνη που μνημόνευε ο όσιος Εφραίμ Κατουνακιώτης, η οποία σαν σε όραμα έβλεπε μεν τους αγίους στην κορυφή ενός βουνού, αλλά όταν θέλησε να τους φτάσει, πιστεύοντας ότι είναι σχεδόν δίπλα της, είδε ότι ο δρόμος της είναι μέσα σε αγκάθια και τριβόλια! Κι έπρεπε να «φτύσει αίμα» κατά τη λαϊκή έκφραση, για να μπορέσει λίγο να προχωρήσει και να ανέβει. Λοιπόν, λέει ο όσιος της Κλίμακος ότι για εμάς είναι απαραίτητη και η ποσότητα: να επιμένουμε σε πολλές προσευχές και να κοπιάζουμε σ’ αυτές, ξέροντας ότι πολύ συχνά το μυαλό μας θα ξεφύγει. Κι όταν θα έχουμε προχωρήσει με τον τρόπο αυτόν, τότε θα δούμε ότι η ποιότητα θα γίνει και η δική μας αναζήτηση: τα πέντε λόγια που λέει και ο απόστολος Παύλος (Α΄ Κορ. 14, 19), που θα’ ναι όμως ικανά να ανάψουν το πυρ του Θεού στην ψυχή μας.
Και να διευκρινίσουμε ότι το να ξεφεύγει το μυαλό μας, ενώ προσευχόμαστε, δεν πρέπει να μας απογοητεύει και να μας απελπίζει. Γιατί το μυαλό τρέχει από δω κι από κει λόγω της τρεπτότητας του νου και αποτελεί μεγάλο αγώνισμα να μπορεί κανείς να τιθασεύσει τους λογισμούς του, όταν συντρέχει με τον αγώνα αυτόν και η ιδιαίτερη χάρη του Θεού. Ο ίδιος ο άγιος Ιωάννης επισημαίνει αλλού ότι τούτο μοιάζει με το να περιορίσει κανείς τη θάλασσα σ’ ένα σημείο – είναι σχεδόν ακατόρθωτο! Γι’ αυτό και δεν διστάζει να ομολογήσει ότι ο απόλυτος έλεγχος των λογισμών δεν πραγματοποιείται ούτε και από τους μεγάλους αγίους – κι εκείνοι κάποια στιγμή μπορεί να δουν τον λογισμό τους να παραστρατεί! «Το άσυλον», γράφει χαρακτηριστικά, να μη διασκορπίζεται δηλαδή ο νους ποτέ στην προσευχή, συνιστά γνώρισμα μόνον των αγίων αγγέλων. Για μας τους ανθρώπους υπάρχει δυστυχώς όσο ζούμε στη ζωή αυτή πάντοτε η αδυναμία αυτή! Αλλά θα συμπληρώσει φιλάνθρωπα ο άγιος: να μη στενοχωριόμαστε γι’ αυτό, ότι μπορεί δηλαδή να ξεφύγει το μυαλό μας, αλλά αντίθετα να ευθυμούμε και να χαιρόμαστε που καταλαβαίνουμε την εκτροπή και επαναφερόμαστε με επίγνωση στη στάση μας ενώπιον του παναγάθου Θεού μας! Πρόκειται για τη συμφωνία όλων των αγίων ότι η προσευχή όντως συνιστά τη μεγαλύτερη εργασία του ανθρώπου, κυριολεκτικά «πάλη» με τον Θεό, αφού όχι μόνον τα πάθη μας, όχι μόνο η εγγενής αδυναμία μας ευρισκόμενοι σ’ έναν κόσμο πεσμένο στην αμαρτία, αλλά και η διαρκής επήρεια των πονηρών δαιμόνων λειτουργούν αποπροσανατολιστικά και βασανιστικά, κατά παραχώρηση βεβαίως του Κυρίου, για όποιον θελήσει να ζει τη μετάνοια ως αδιάκοπη επιστροφή προς τον Δημιουργό μας.
Οπότε είναι μονόδρομος η ορθή ένταξή μας στην εκκλησιαστική ζωή. Το να προσευχόμαστε κατά τον τρόπο της Εκκλησίας σημαίνει ότι προσευχόμαστε με εκείνην την ποσότητα που μας εκβάλλει στην ποιότητα που λέει ο άγιος, χωρίς ποτέ να υπάρχει τέλος στη χαρισματική διαδικασία αυτή.