Η αξία του Νόμου

  • Dogma
νόμος

Οι άνθρωποι για να ρυθμίσουν την ζωή τους χρειάζονται οπωσδήποτε κανόνες, αλλιώς όλοι θα κάνουν τα πάντα και θα έχουν και δίκαιο, ελλείψει οριοθεσίας. Ο πρώτος νόμος τέθηκε εντός του Παράδεισου στους πρωτόπλαστους, τον αθέτησαν και η εξορία ήρθε σαν τιμωρία. Στην οργάνωση πλέον της ανθρωπότητας σε κράτη με αρχές, τέθηκαν και οι όροι συμβίωσης, οι νόμοι.

Του Αρχιμ. Χρυσόστομου Χρυσόπουλου, θεολόγου-διδάσκοντος Παν/μιου Πειραιώς, για το dogma.gr
Πρέπει να υπάρχουν όρια για να γνωρίζουμε ποιό είναι το σωστό και που βρίσκεται το σφάλμα. Να διδαχθούμε το πρώτο και να λογοδοτούμε για το δεύτερο. Ο νόμος όμως αρκετές φορές έγινε και μαχαίρι δίκοπο προκειμένου να καταστρατηγηθούν προσωπικότητες και να ποδοπατηθούν δικαιώματα. Ο ανθρώπινος παράγοντας του νομοθέτη δεν εξασφαλίζει πάντα και το αλάνθαστο του, αντίθετα αρκετές φορές χαρακτηρίσθηκε νόμος άδικος, μεροληπτικός, παράλογος.

Στην πνευματική ζωή των χριστιανών νόμος είναι ο λόγος του Θεού. Προ Χριστού δόθηκε και καταγράφηκε στην Παλαιά Διαθήκη. Με τη Θεία Ενανθρώπιση έχουμε τον νόμο ζωντανό δια του λόγου του Κυρίου, αυτός που καταχωρήθηκε στην Καινή Διαθήκη. Μεταξύ των δύο αυτών περιπτώσεων υπάρχει μια βασική διαφορά. Στην Π.Δ. υπάρχει και κυριαρχεί το γράμμα του νόμου, δια της φαρισαϊκής – υποκριτικής ερμηνείας και επιμονής  επ’ αυτού.  Στην Κ.Δ. αλλάζει η κατάσταση, εδώ υπάρχει το πνεύμα του νόμου,αυτό που αρχίζει από τη διάκριση, περνά στη συγχώρεση και φτάνει στη δικαίωση.

Δεν αμνηστεύουμε την παράβαση του νόμου, θείου ή ανθρώπινου. Αλλά βλέπουμε και τον παραβάτη, το γιατί και το πώς της αμαρτίας και το κυριότερο αναγνωρίζουμε την μεταμέλεια∙  αρκεί αυτή να έχει στοιχεία ειλικρίνειας, να εκδηλώνεται με την εξομολόγηση και να καταφεύγει στον αγώνα να μην επαναληφθεί. Η Εκκλησία του Χριστού δεν δικάζει, αλλά παραμυθεί∙  δε προξενεί πόνο, αλλά απαλύνει. Βλέπει το πρόσωπο του χριστιανού και πολεμά το προσωπείο του υποκριτή. Δεν τηρούμε τον νόμο μηχανικά, αλλά γιατί μας εκφράζει σαν βαπτισμένους χριστιανούς και σαν πολίτες ενός κράτους.

Ο νόμος υπάρχει για να εξυπηρετεί και όχι να ταλαιπωρεί, να βλέπει άνθρωπο και όχι άτομο. Η παρεξήγηση της επιβολής και της εφαρμογής του νόμου, ακόμα και δια του μυστηρίου της μετανοίας, υπάρχει δυστυχώς και στον ορθόδοξο χώρο. Η εξέταση των κακών πεπραγμένων μας δεν μπορεί να είναι είδος ιερής ανάκρισης, αφού και αν αυτή γίνει και εξορύξει αμαρτήματα, αν δεν τα περάσουμε από την μετάνοια δεν αξίζει ο κόπος. Ταυτόχρονα δεν πρέπει να καλλιεργείται το κυνήγι  παραβάσεων και αντίστοιχης τιμωρίας, πάντα και παντού να βλέπουμε   αμαρτία. Τότε  υπερβάλουμε και το  κυριότερο  οπισθογυρίζουμε και φτάνουμε πριν τον ερχομό του Χριστού. Εκείνος όμως συνάντησε αμαρτωλούς και δεν τους καταδίκασε, αντίθετα διαπιστώνοντας την ενδόμυχη πίστη τους θεράπευσε από ψυχικά ή από σωματικά νοσήματα.

Η παρερμηνεία του πνευματικού νόμου έχει δεχθεί πάμπολλες παρερμηνείες από εξομολόγους και εξομολογούμενους, κινούμενη μεταξύ άγνοιας και πλάνης. Πρέπει να ξεχωρίζουμε την τήρηση από την τυπολατρεία, τη  διάθεση από το αποτέλεσμα, την εμμονή από την αλλαγή. Αυτό μας διδάσκει ο θείος Παύλος στο αυριανό αποστολικό ανάγνωσμα και οφείλουμε να το εφαρμόσουμε για να ζήσουμε καλύτερα μέσα στην Εκκλησία και όχι μόνο.

TOP NEWS

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ