Η ανόρθωση του ανθρώπου και ο θρίαμβος της αγάπης του Θεού
Ο Αδάμ, παρακούοντας την σαφή εντολή του Θεού, έπεσε πολύ βαριά. Και ευρισκόμενος στην κατάσταση της παρακοής στερήθηκε τη θεία χάρη και αποξενώθηκε από το Θεό.
Έχασε το ζωοποιό και φωτιστικό Άγιο Πνεύμα, αφού δεν θέλησε να τιμήσει και την προνομιακή θέση, που σε αυτήν τον τοποθέτησε ο Θεός, καθώς και τις ανεκτίμητες ευεργεσίες, που του έκανε ο Δημιουργός του. «Και άνθρωπος εν τιμή ων ου συνήκε. Παρασυνεβλήθη τοις κτήνεσι τοις ανοήτοις και ωμοιώθη αυτοίς». Έτσι βυθίστηκε στην άγνοια και στο σκοτάδι μη έχοντας πια οδηγό του το Άγιο Πνεύμα και δεν του ήταν πια δυνατή η πρώτη οικεία σχέση του με τον Θεό. Κατάντησε λοιπόν άνθρωπος γεώδης και βοσκηματώδης, σκλάβος των παθών του και της αμαρτίας, που τον κυρίεψε ολοκληρωτικά. Ο άνθρωπος έμεινε πια μόνος του, με μόνο σύντροφό του την πικρή, την κατάπικρη τώρα για την κατάστασή του ανάμνηση μιας ανέφικτης πια και οριστικά χαμένης ευτυχίας και ενός απολεσθέντος Παραδείσου.
Άδικα λοιπόν δημιούργησε ο Θεός τον άνθρωπο; Θα έμενε πια όνειρο μακρινό η αρχέγονη κατάσταση; Θα ήταν για πάντα κλειστός για τον άνθρωπο ο ουρανός;
Ο Θεός όμως δεν είναι μικροπρεπής ούτε εκδικητικός. Το πλάσμα του ελεύθερα τον παράκουσε. Διεχώρισε την πορεία του από την πορεία που του χάραξε ο Δημιουργός του. Αλλά εκείνος, μακρόθυμος ων και πολυέλεος, δεν μπορούσε να υποφέρει βλέποντας το πλάσμα του καταδικασμένο στη φθορά και στο θάνατο από τον ίδιο τον εαυτό του. Αν ο άνθρωπος λησμόνησε τον Πλαστουργό του, ο Πλαστουργός του δεν λησμόνησε ποτέ το πλάσμα του το ξεπεσμένο και δυστυχισμένο από τη δική του παράνοια και ανυπακοή. «Ο Θεός αγάπη εστί». Και η δύναμη του Θεού «ουδέποτε εκπίπτει» σε μη-αγάπη. Ο Θεός δεν έπαψε να αγαπά το δημιούργημά του, στο οποίο μάλιστα εγκατέστησε την εικόνα του. Ως Παντογνώστης, αλλά και πλήρως Προγνώστης του μέλλοντος, είχε σχεδιάσει «προ καταβολής κόσμου» την επανόρθωση του πεσόντος Αδάμ και της καταπεσμένης ανθρώπινης φύσης. Και προγραμμάτισε κάτι, που όχι ανθρώπου διάνοια αλλά και αυτών των αγίων αγγέλων ο άγιος νους ήταν αδύνατο να φανταστεί.
Επειδή δε, δεν ήθελε με κανένα τρόπο να παραβιάσει την ελευθερία του ανθρώπου, που ο ίδιος του χάρισε, και επειδή δεν ήθελε χρησιμοποιώντας τη θεία δύναμή του να αναγκάσει τον άνθρωπο να δεχτεί τη λύτρωσή του, έπρεπε να χρησιμοποιήσει τρόπο τέτοιον, που να βοηθηθεί ο άνθρωπος να δεχτεί ελευθερία και αβίαστα την επάνοδό του στην αγαπητική σχέση με τον Δημιουργό του.
Ο Θεός χαρίζει αμεταμέλητα ό,τι χαρίζει. Δεν μετανιώνει ποτέ για ό,τι έκανε, γιατί δεν κάνει τίποτα που να μην είναι και σοφά καμωμένο και ακριβώς σύμφωνο με αυτό ακριβώς που ήθελε να κάνει. Και λοιπόν βρήκε τη λύση. Βρήκε τη λύση όχι περιμένοντας τη πτώση του ανθρώπου, αλλά προαιωνίως, γιατί ο Θεός ήξερε τι επρόκειτο να συμβεί με τον άνθρωπο. Και ποια θα ήταν η λύση; Η λύση θα ήταν η «κένωση». Η κένωση; Τι σημαίνει κένωση; Σημαίνει ότι θα άδειαζε από τη θεότητά του και θα έπαιρνε σάρκα και οστά ο μονογενής Υιός του, η απόλυτη Αγάπη του θείου προσώπου του, το θείο και υπερφυσικό Γέννημά του.
Τι πιο μεγαλειώδες και πιο υπέροχο σχέδιο από αυτό; Σχέδιο, που μόνον Αυτός μπορούσε να σκεφθεί και προ πάντων να το θέσει σε εφαρμογή, επισκεπτόμενος τον άνθρωπο ο Θεός σαν άνθρωπος και αυτός στο πρόσωπο του αγαπημένου του Μονογενούς Υιού και Λόγου του, που ήταν και είναι ισοδύναμος και συνάναρχος με τον Πατέρα, Θεός εκ Θεού. Και θα τον έστελνε όχι με θείο μεγαλείο κα δόξα ουράνια και στρατιές αγγέλων δορυφορούντων αυτόν, αλλά ως ταπεινόν άνθρωπο.
Και λοιπόν «ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν» εν τοις ανθρώποις. Μάλιστα, «άνθρωπος γίνεται Θεός, ίνα θεόν τον άνθρωπον απεργάσηται»!
Ο λόγος του Θεού, το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, ο Χριστός, που ως απαράλλακτη εικόνα του Θεού και Πατρός ήταν και ο ίδιος Θεός, άδειασε τον εαυτό του από το θεϊκό του μεγαλείο, τον σμίκρυνε μόνος του θεληματικά από αγάπη και μόνο και από απόλυτη υπακοή στο θέλημα του αγαπημένου του Πατρός και έλαβε μορφή δούλου, δηλαδή έγινε άνθρωπος και ουσιαστικά ίδιος με τους ανθρώπους κατά το εξωτερικό του φαινόμενο, χωρίς όμως αμαρτία, και ταπείνωσε τον εαυτό του μέχρι θανάτου και μάλιστα σταυρικού θανάτου, οδυνηρού και ατιμωτικού.
Αντί λοιπόν να παρουσιαστεί ένδοξος και περιβεβλημένος όλη του τη θεία δύναμη και το μοναδικό του μεγαλείο, ήρθε ταπεινά, από αγάπη, και εντελώς αθόρυβα, για να κάνει ότι ο θείος Απόστολος Παύλος σημειώνει αναφερόμενος στο γεγονός αυτό: «Ιδού γέγονε καινά τα πάντα». Όλα έγιναν καινούργια. Και όλες οι δωρεές πηγάζουν από το Θεό, ο οποίος μας συμφιλίωσε με τον εαυτό του διά του Ιησού Χριστού. Τώρα είναι πια εύκολο έργο η συμφιλίωση με τον Θεό διά μέσου του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, που ως άνθρωπος δεν γνώρισε ποτέ καμιά αμαρτία από προσωπική πείρα. Αυτόν τον Ιησού Χριστό τον έκανε για μας αμαρτία, τον φόρτωσε, με άλλα λόγια, τις δικές μας αμαρτίες και τον άφησε να κατακριθεί ως αμαρτωλός για χάρη μας, ώστε εμείς διά μέσου του και της θυσίας του να δικαιωθούμε απέναντι του Θεού.
Ο Πατήρ αγάπησε πράγματι τον κόσμο. Το ίδιο και ο Υιός του. Αγάπησε και αυτός με την ίδια θέρμη και στον ίδιο βαθμό τον άνθρωπο.
Η αγάπη του Θεού φαίνεται και συνίσταται στο γεγονός ότι δεν είμαστε εμείς εκείνοι που πρώτοι αγαπήσαμε τον Θεό, αλλά εκείνος αγάπησε πρώτος εμάς τους αμαρτωλούς και έστειλε τον Υιό του για να προσφέρει τον εαυτό του ως θυσία λυτρωτική για τις αμαρτίες μας και τη συμφιλίωσή μας με τον Θεό.
Από το περιοδικό “Ο ΟΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ”, Έκδ. Ι. Μ. Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, τ. 29 (2004), άρθρο: «ΑΝΑΣΤΑΣΗ! Ο ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ», σελ. 18 (αποσπάσματα).