Ξέρει ο Θεός

  • Δόγμα

Μια φορά, στο Κα­λύ­βι του Τι­μί­ου Σταυ­ρού, αντί για λίγο κρα­σί που πε­ρί­με­να σαν φάρ­μα­κο για το πρό­βλη­μα που είχα στα έν­τε­ρα, μου έφε­ραν από το μο­να­στή­ρι κατά λά­θος ένα μπου­κά­λι ξύδι. Δεν είπα τί­πο­τε, για­τί σκέ­φθη­κα, ότι έτσι ήθε­λε ο Θεός. Πέ­ρα­σαν πε­ρί­που σα­ράν­τα ημέ­ρες και με το βρό­χι­νο νερό που έπι­να επι­δει­νώ­θη­κε η […]

Μια φορά, στο Κα­λύ­βι του Τι­μί­ου Σταυ­ρού, αντί για λίγο κρα­σί που πε­ρί­με­να σαν φάρ­μα­κο για το πρό­βλη­μα που είχα στα έν­τε­ρα, μου έφε­ραν από το μο­να­στή­ρι κατά λά­θος ένα μπου­κά­λι ξύδι. Δεν είπα τί­πο­τε, για­τί σκέ­φθη­κα, ότι έτσι ήθε­λε ο Θεός. Πέ­ρα­σαν πε­ρί­που σα­ράν­τα ημέ­ρες και με το βρό­χι­νο νερό που έπι­να επι­δει­νώ­θη­κε η κα­τά­στα­ση. Μια μέρα υπέ­φε­ρα πολύ. Και­γό­μουν για νερό, αλλά φο­βό­μουν να πιώ, επει­δή την προ­η­γού­με­νη μέρα που ξε­θάρ­ρε­ψα λίγο, είχα όλη την νύ­χτα πρό­βλη­μα. Κά­ποια στιγ­μή που μπή­κα στον ναό, για να ανά­ψω τα καν­τή­λια, είδα ένα μπου­κά­λι κρα­σί μπρο­στά στο τέμ­πλο, κάτω από την ει­κό­να της Πα­να­γί­ας. Το μεν μπου­κά­λι ήταν δικό μου, το γνώ­ρι­σα· αλλά από που γέ­μι­σε; Ούτε είχε έρ­θει κα­νείς εκεί­νες τις ημέ­ρες, και εγώ πολ­λές φο­ρές είχα μπει στον ναό και δεν υπήρ­χε τί­πο­τε μπρο­στά στο τέμ­πλο. Ήταν στυ­φό κρα­σί, φάρ­μα­κο, όπως με ωφε­λεί. Την ίδια ημέ­ρα μου έφε­ραν και ένα με­γά­λο μπου­κά­λι κρα­σί από το μο­να­στή­ρι…

Απόρρητο