Ο Αθηνών Δαμασκηνός και η στάση της Εκκλησίας την περίοδο της Κατοχής (Γ΄) – Αφιέρωμα στην “Κιβωτό της Ορθοδοξίας”
Του Δρος π. Αθανασίου Καρυάμη
ΜΕΡΟΣ Γ΄
Κατά τη διάρκεια της τριπλής κατοχής της χώρας, η Εκκλησία της Ελλάδος έπρεπε να διαχειριστεί μια σειρά ανοικτών ζητημάτων σε όλη την αυτή τη δύσκολη περίοδο. Από το 1942 που ο ανταρτοπόλεμος υπήρξε μια διαδεδομένη τακτική κατά των στρατευμάτων κατοχής, οι Γερμανοί δεν σταματούσαν να πιέζουν τον προκαθήμενο της Εκκλησίας της Ελλάδος Αθηνών Δαμασκηνό, να βγει επίσημα και να καταδικάσει κάθε αντάρτικη ομάδα και να απειλήσει όσους συμμετείχαν σε αυτές, ότι θα αφόριζε όλους τους αντάρτες, ώστε, να μειωθούν οι εχθροπραξίες κατά των ξένων στρατευμάτων. Ο Αθηνών Δαμασκηνός αρνήθηκε με σθένος το αίτημα αυτό των αρχών κατοχής. Μια άλλη φορά απαίτησαν ο αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός να καταδικάσει επίσημα την ΕΣΣΔ ως εχθρό της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η άρνηση του αρχιεπισκόπου Αθηνών Δαμασκηνού προς τον διευθυντή της αστυνομίας που τον βολιδοσκοπούσε για την αποδοχή μια τέτοιας πρότασης, στηρίχθηκε στην άρνηση της καταδίκης όχι μόνο του κομμουνισμού, αλλά και της ίδιας της ΕΣΣΔ από κάθε Εκκλησία συμμαχικού κράτους, παρόλα τα προβλήματα που είχαν όλες οι θρησκείες και ο χριστιανισμός στο έδαφος της ΕΣΣΔ, αφήνοντας ανοικτό το ζήτημα της αντιμετώπισης της κομμουνιστικής ιδεολογίας για αμέσως μετά τον πόλεμο από την Εκκλησία της Ελλάδος. Όμως, οι Γερμανοί δεν υποχώρησαν και έστειλαν ξανά ένα νέο κείμενο που το περιεχόμενό του καταδίκαζε απερίφραστα τον κομμουνισμό και τον ανταρτοπόλεμο εναντίων των Γερμανών, προσδοκώντας να αποσπάσουν την υπογραφή του Αθηνών Δαμασκηνού. Το κείμενο αυτό θα παρουσιαζόταν από της κατοχικές αρχές ως ένα επίσημο κείμενο καταδίκης της κομμουνιστικής ιδεολογίας από την Εκκλησία της Ελλάδος, όμως όπως ήταν αναμενόμενο ο αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός δεν δέχθηκε να το υπογράψει. Ο Δαμασκηνός Παπανδρέου απάντησε στους Γερμανούς Neumbacher και Altenburg ότι εάν έθετε την υπογραφή του στο συγκεκριμένο κείμενο, θα ήταν η αφορμή να ξεκινήσει στη χώρα μια νέα μορφή αντιθρησκευτικής προπαγάνδας σε βάρος της Εκκλησίας και επιπλέον θα έβαζε στο στόχαστρο των κομμουνιστών τον κλήρο[1].
Ένας από τους πονοκεφάλους των κατακτητών και των δοσιλογικών τους κυβερνήσεων, ήταν η αδυναμία τους να ελέγξουν άμεσα τον εκκλησιαστικό οργανισμό. Ακόμα και αρχιερείς συνεργάστηκαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο με το ΕΑΜ – ΕΛΑΣ προκαλώντας νέο πονοκέφαλο στους κατακτητές. Εκτός από τους Σερβίων Ιωακείμ, Ηλείας Αντώνιο που έλαβαν μέρος στη Κυβέρνηση του Βουνού, και του Χίου Ιωακείμ Στρουμπή υπήρξαν και άλλοι αρχιερείς που είχαν κάποια επαφή με τους αντάρτες του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ. Ο μητροπολίτης Σάμου και Ικαρίας Ειρηναίος οργανώθηκε στο ΕΑΜ και πρόσφερε πολύτιμες υπηρεσίες για την επίτευξη των στόχων της εθνικής αντίστασης. Δύο φορές επικοινώνησε ο ίδιος με το αρχηγείο των ανταρτών Σάμου και βοήθησε αρκετά τους αντάρτες που πολεμούσαν κατά των Ιταλών κατακτητών, προσφέροντας τρόφιμα και άλλα είδη πρώτης ανάγκης στους αντάρτες. Μετά την συνθηκολόγηση της Ιταλίας, όταν το νησί του βρέθηκε για ένα μικρό διάστημα ελεύθερο, χρημάτισε πρόεδρος του τοπικού πυρήνα της οργάνωσης. Διαβάζοντας στο επίσημο περιοδικό «Εκκλησία» τη νεκρολογία του βλέπουμε ότι την κρίσιμη εκείνη περίοδο κατόρθωσε να πείσει τους «εαμοφρονούντας αντάρτας να ενταχθώσιν στρατευόμενοι εις το εθνικόν καθήκον», εγείροντας βάσιμες υποψίες για τα φιλικά του αισθήματα απέναντι στο ΕΑΜ – ΕΛΑΣ, καθώς «απετολμήθη κατασυκοφάντησις» [2].
Ο μητροπολίτης Δημητριάδος και Αλμυρού Ιωακείμ Αλεξόπουλος υπήρξε ο αντικαταστάτης του μητροπολίτη Γερμανού Μαυρομάτη, γνωστού για την εμπλοκή του στα Αθεϊκά του Βόλου και της προσχώρησής του αργότερα στην παράταξη των παλαιοημερολογιτών. Τα Αθεϊκά ήταν για τον ίδιο όπως φαίνεται η βασικότερη αιτία για την απώλεια του θρόνου της μητροπόλεως Αθηνών, αφού υπήρξε η επιλογή της Επαναστατικής κυβέρνησης και ειδικά του Στ. Γονατά. Τον Ιούνιο του 1923 ο Ιωακείμ Αλεξόπουλος χειροτονήθηκε επίσκοπος Βοστώνης, ενώ το 1928 ανέλαβε τη μητρόπολη Φωκίδας. Στις 5 Σεπτεμβρίου 1935 ο Ιωακείμ εξελέγη μητροπολίτης Δημητριάδος και Αλμυρού. Ανέπτυξε πολύπλευρη πνευματική, φιλανθρωπική και συγγραφική δραστηριότητα. Ο Χρήστος Δεληγιάννης γράφει: «Η σχέση του Μητροπολίτη Δημητριάδος με τους αντάρτες του ΕΛΑΣ ήταν περίεργη. Σε γενικές γραμμές υποστήριξε τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα του ΕΑΜ αλλά εξαιτίας των κομμουνιστικών ιδεών ορισμένων μελών του, διατύπωνε αμφιβολίες καθώς ο ίδιος δεν υποστήριζε την υλιστική φιλοσοφία» [3].
Σύμφωνα με τα γραφόμενα στο βιβλίο του Μεταξύ κατακτητών και ανταρτών ο μητροπολίτης Δημητριάδος Ιωακείμ αναφέρει ότι στα μέσα Ιουλίου 1943 τον επισκέφθηκε ο δικηγόρος Δ. Παπαναστασίου και του μετέφερε την επιθυμία του καθοδηγητή των ανταρτών Θεσσαλίας Κ. Καραγεώργη να συναντηθούν μαζί για να συνομιλήσουν. Ο μητροπολίτης καταγράφει την απόπειρα απαγωγής του από τους αντάρτες με τη συμμετοχή του πρωτοσυγκέλου της Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλιώτιδος αρχιμανδρίτη Λουκιανού Δεπούντε. Ο ιεράρχης κατάφερε να διαφύγει παρόλο που τον ξεγέλασαν και τον έβαλαν σε αυτοκίνητο, δύο νέοι με συνοδό τους το λοχαγό του ΕΛΑΣ αρχιμανδρίτη Λουκιανό Δεπούντε. Ο αρχιερέας Δημημητριάδος Ιωακείμ πίστευε ότι η απαγωγή του αποσκοπούσε στη δημιουργίας μιας τριμελούς Ιεράς Συνόδου της Κυβερνήσεως του Βουνού η οποία στη συνέχεια, θα καθαιρούσε τον νόμιμο μητροπολίτη Θεσσαλιώτιδος Ιεζεκιήλ και στη θέση του θα χειροτονούσαν τον πρωτοσύγκελο και λοχαγό του ΕΛΑΣ αρχιμανδρίτη Λουκιανό Δεπούντε. Ο ιεράρχης αρχικά αποσιώπησε το γεγονός, όμως, κατά τα μέσα του 1945 με επίσημη έκθεσή του προς την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, απαίτησε και πέτυχε την ακύρωση της χειροτονίας του τότε λοχαγού του ΕΛΑΣ αρχιμανδρίτη Λουκιανού Δεπούντε ως βοηθού επισκόπου του μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Γεννάδιου Αλεξιάδη[4].
Ο μητροπολίτης Μυτιλήνης, Ερρεσού και Πλωμαρίου Ιάκωβος Γκιγκίλας ή Νικολάου (1878 – 1958) γεννήθηκε στα Μοσχονήσια της Μικράς Ασίας. Το 1894 χειροτονήθηκε στον πρώτο βαθμό της ιεροσύνης και το 1908 έγινε επίσκοπος Χριστουπόλεως. Το 1911 το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως τον εξέλεξε μητροπολίτης Δυρραχίου, Γκόρα – Μόκρας και Σπαθίας, όπου έδωσε μάχη υπέρ των ελληνικών συμφερόντων στην περιοχή. Το 1925 ο μητροπολίτης Ιάκωβος μετατέθηκε στην Ιερά Μητρόπολη Μυτιλήνης και ανέπτυξε δράση υπέρ των προσφύγων που είχαν καταφύγει αναγκαστικά στο νησί. Δεν είχε εκφράσει μια καθαρά φιλοβενιζελική πολιτική θέση και άποψη, όμως, τον κατηγόρησαν ανοικτά για τη συμμετοχή στο κίνημα του 1935. Ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Μελέτιος Μεταξάκης μέσω πολιτικών του γνωριμιών κατάφερε να απαλλάξει τον Ιάκωβο από τις κατηγορίες που τον βάραιναν[5].
Ο μητροπολίτης Μηθύμνης Διονύσιος προσχώρησε πολύ νωρίς στο ΕΑΜ. Λίγο αργότερα το τοπικό ΕΑΜ τον ανακήρυξε για τις πολλαπλές υπηρεσίες του πρόεδρό του. Υπήρξαν και άλλοι αρχιερείς που συνεργάστηκαν με το ΕΑΜ όπως οι Δρυϊνουπόλεως και Κονίτσης Δημήτριος, ο μητροπολίτης Ελασσόνος Καλλίνικος, που οι Ιταλοί κατακτητές για την αντιστασιακή του δράση τον ανάγκασαν να εγκαταλείψει την επαρχία του και να εγκατασταθεί στην πρωτεύουσα. Φιλικά προσκείμενος στο ΕΑΜ υπήρξε ο μητροπολίτης Σητείας[6].
Ο μητροπολίτης Χαλκίδος, Ξηροχωρίου και Β. Σποράδων Γρηγόριος Πλειαθός (1890 – 1971) αριστούχος διδάκτορας Θεολογίας, και πτυχιούχος της Νομικής Σχολής Αθηνών. έγινε μοναχός το 1916 και μετά τη χειροτονία του υπηρέτησε ως ιεροκήρυκας στη Μητρόπολη Καλαβρύτων και Αιγιαλείας επί των ημερών μητροπολίτη Τιμοθέου Αναστασίου και ιεροκήρυκας Σύρου και Τήνου επί των ημερών μητροπολίτη Αθανασίου Λεβεντοπούλου. Το 1922 σε ηλικία 31 ετών εξελέγη μητροπολίτης Χαλκίδος Ο ιεράρχης ίδρυσε πολλούς φιλανθρωπικούς συλλόγους, οικοτροφείο εκκλησιαστική σχολή και ανέπτυξε την κατηχητική κίνηση. Κατά την περίοδο της κατοχής βοήθησε σημαντικά το ποίμνιό του προσφέροντας σημαντική βοήθεια στους Εβραίους της Χαλκίδας. Μαζί με τα μέλη του ΕΑΜ οργάνωσαν συλλαλητήριο στη Χαλκίδα, όταν οι Ιταλοί για τις δολιοφθορές που είχαν υποστεί από τον ΕΛΑΣ αποφάσισαν την εκτέλεση 50 αμάχων από τη πόλη της Χαλκίδας. Μετά τη απελευθέρωση ο Χαλκίδος Γρηγόριος υπέστη διωγμό από πρώην συνεργάτες των κατακτητών, όπως και από την Εκκλησία της Ελλάδος. Απομακρύνθηκε από το θρόνο του από τη δικτατορία των συνταγματαρχών το 1968[7].
Οι αρχιερείς που εξέφρασαν την αντίθεσή τους για την καλλιέργεια κλίματος εθνικού διχασμού, μπήκαν στο στόχαστρο όπως και οι ιεράρχες που ανήκαν ή συνεργάστηκαν με το ΕΑΜ την περίοδο της κατοχής. Χαρακτηριστική ήταν η περίπτωση του μητροπολίτη Θεσσαλιώτιδος Ιεζεκιήλ. Τον Ιούνιο του 1947 σύμφωνα με δημοσιεύματα των φιλοβασιλικών εφημερίδων δεν αποδέχθηκε την πρόσκληση του στρατηγού Τσιγκούνη, να καταδικάσει επίσημα τον κομμουνισμό και δεν δέχθηκε να τον ακολουθήσει στις περιοδείες του στα χωριά της υπαίθρου, όπου θα προσπαθούσε μέσα από τις ομιλίες του να μειώσει την επιρροή της κομμουνιστικής ιδεολογίας στους απλούς χωρικούς. Η δήλωση του μητροπολίτη Ιεζεκιήλ ότι «[…] ο κομμουνισμός είναι πολιτική οργάνωσις και η Εκκλησία δεν ασχολείται με την πολιτικήν» όπως ήταν αναμενόμενο προκάλεσε τους εθνικόφρονες και ξεσήκωσε θύελλα διαμαρτυρίας. Η Ιερά Σύνοδοςτης Εκκλησίας της Ελλάδος δεν μπορούσε να αφήσει να περάσει απαρατήρητη η στάση του Θεσσαλιώτιδος Ιεζεκιήλ που θα μπορούσε να αποκτήσει και άλλους μιμητές από τις τάξεις του κλήρου και αποφάσισε «[…] να συστήσει εις τον επίσκοπον Θεσσαλιώτιδος Ιεζεκιήλ να ακολουθήσει καταπιστώς τα αναφερόμενα εις την εγκύκλιο, η οποία καταδικάζει την ανταρσίαν»[8].
Ανάμεσα στους αρχιερείς που βοήθησαν το ΕΑΜ στην περίοδο της γερμανικής κατοχής και είχε αναπτύξει μεγάλη φιλανθρωπική δράση στην επαρχία του διατηρώντας επαφές μαζί τους ήταν και ο μητρ. Αττικής και Μεγαρίδος Ιάκωβος Βαβανάτσος (μετέπειτα Αθηνών)[9].
Ιδιαίτερη περίπτωση υπήρξε κατά την περίοδο της τριπλής κατοχής της χώρας η ίδρυση της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης το 1942. Από την ίδρυση του δεύτερου ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος της χώρας το 1925, οι ποικίλες εχθρικές προκλήσεις στην περιοχή της Μακεδονίας και Θράκης, έκαναν αναγκαία την ίδρυση μιας Θεολογικής Σχολής πανεπιστημιακού επιπέδου. Όταν η κυβέρνηση Παπαναστασίου είχε φέρει προς συζήτηση στο κοινοβούλιο το θέμα αυτό, δήλωσε ότι θα έπρεπε η Θεολογική Σχολή εκτός από πτυχία Θεολογίας, να απονέμει και πτυχία εβραιολογίας. Ο καθηγητής Κωνσταντίνος Μπόνης δήλωσε ότι μια νέα Θεολογική Σχολή σε μια τόσο ευαίσθητη περιοχή θα βοηθούσε στη διατήρηση της ελληνικότητας της Μακεδονίας. Επιπλέον η εγγραφή των σλαβόφωνων φοιτητών στη Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης, θα ακύρωνε σε μεγάλο βαθμό τις προσπάθειες των ξένων να διεκδικήσουν ξανά τη Μακεδονία. Την περίοδο της κατοχής ενεργοποιήθηκαν τα αντανακλαστικά των υπευθύνων, την ώρα που η Βουλγαρία είχε ιδρύσει ένα νέο πανεπιστημιακό ίδρυμα στα Σκόπια, και ήταν έτοιμη να επαναλάβει το ίδιο στη Θεσσαλονίκη. Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος συζήτησε παλαιότερα, στις 19 – 10 -1939 το θέμα αυτό σε συνεδρίασή της με τους ιεράρχες να διαφωνούν μεταξύ τους, για την αναγκαιότητα της ίδρυσής της Θεολογικής Σχολής στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Όμως, μια μερίδα αρχιερέων με πρωτεργάτη τον Σερβίων και Κοζάνης Ιωακείμ (που αργότερα συντάχθηκε με τους κομμουνιστές) απαιτούσαν οπωσδήποτε τη ίδρυσή της, για να υπάρξει ως αντίβαρο στους πολλούς κομμουνιστικούς πυρήνες που δραστηριοποιούνταν εκείνη την περίοδο στην ευρύτερη περιοχή. Η άλλη μερίδα αρχιερέων με κύριο εκφραστή τον μητροπολίτη Ελευθερουπόλεως Σωφρόνιο Σταμούλη, τόνιζε την στρατιά αδιόριστων θεολόγων που θα προερχόταν από τη συγκεκριμένη Θεολογική Σχολή, οι οποίοι δεν θα ήθελαν να ενταχθούν στον ιερό κλήρο. Ο αρχιμανδρίτης Π. Δουληγέρης σε άρθρα του στο έντυπο Τρεις Ιεράρχες τόνιζε την αναγκαιότητα της ύπαρξης μιας Θεολογικής Σχολής στη Θεσσαλονίκη «προς αντιμετώπισιν της αθεΐας και του κομμουνισμού»[10].
[1] Ηλίας Βενέζης, Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός. Οι χρόνοι της δουλείας, Βιβλιοπωλείον Ι. Δ. Κολλάρου ΄΄Εστίας’’, Αθήνα 1981, σελ. 234 – 235.
[2]Δημήτρης Καϊλας, Ο κλήρος στην αντίσταση, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1981.σελ. 37. Βλέπε Δημήτρης Αρκάδας, Ο σύντροφος Ιησούς. Αριστεροί Ορθόδοξοι Χριστιανοί στην Ελλάδα του 20ου αιώνα, εκδόσεις Manifesto, Αθήνα 2020, σελ. 138.
[3] Β. Ατέσης (μητρ.), Επισκοπική Ιστορία της Εκκλησίας της Ελλάδος από του 1833 μέχρι σήμερον, τόμ. Γ΄, Αθήναι 1969, χ. ε.σελ. 184 -186. Βλέπε Χρήστος Δεληγιάννης, Οι ιεράρχες Οι ιεράρχες στην Εθνική Αντίσταση (1941 – 1944). Ηλείας και Ωλένης Αντώνιος, Σερβίων και Κοζάνης Ιωακείμ, Χίου, Ψαρών και Οινουσσών Ιωακείμ, Σάμου και Ικαρίας Ειρηναίος, Χαλκίδος, Ξηροχωρίου και Β. Σποράδων Γρηγόριος, Δημητριάδος και Αλμυρού Ιωακείμ, Μυτιλήνης, Ερεσσού και Πλωμαρίου Ιάκωβος, Μηθύμνης Διονύσιος, εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2021,σελ. 264 – 273.
[4] Ι. (Αλεξόπουλος) (μητρ.), Μεταξύ κατακτητών και ανταρτών, έκδοση Η Ιερά Μητρόπολις Δημητριάδος, Τύποις Χ. Συνοδινού, Αθήναι 1950, σελ. 158 – 163.
[5] Χ. Δελληγιάννης, Οι ιεράρχες…, ό. π., σελ. 273 – 279.
[6] Δ. Κάϊλας, Ο κλήρος… ό. π., σελ.37 – 38.
[7] (Θέμελης) Χρυσόστομος (επίσκοπος Θαυμακού), λ. «Γρηγόριος ο Πλειαθός μητροπολίτης Χαλκίδος, Ξηροχωρίου (Ιστιαίας) και Βορείων Σποράδων (Σκιάθου, Σκοπέλου και Αλονήσου)», στη ΘΗΕ, σελ. 812 – 813. Βλ. Βασίλειος Ατέσης (μητρ.), Επισκοπική Ιστορία τ. Γ΄, σελ. 130 – 131. Βλέπε Χρήστος Δεληγιάννης, Οι ιεράρχες… ό. π., σελ.246 – 250.
[8] Γιώργος Καραγιάννης, Η Εκκλησία από την κατοχή στον εμφύλιο, εκδόσεις Προσκήνιο, Χαλάνδρι 2001, σελ. 81.
[9] Α. Καρυάμης (πρωτ.), Σημεία τριβής στις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας. Η περίπτωση του πρώην Αθηνών Ιακώβου Γ΄ Βαβανάτσου (1895 – 1984) και η στάση του εγχώριου Τύπου, εκδόσεις Ηρόδοτος, Αθήνα 2022, σελ. 96 – 98.
[10] Θ. Στράγκας (αρχιμ.), Εκκλησίας Ελλάδος Ιστορία εκ πηγών Αψευδών 1817 – 1967, τόμ. Δ΄ Αθήναι 2001(3),χ. ε., σελ. 2284. Βλ. Δ. Αρκάδας, Πανεπιστημιακοί Θεολόγοι. Το Διδακτικό και Ερευνητικό Προσωπικό της Θεολογικής Σχολής Αθηνών στον 20ο αιώνα, εκδόσεις Manifesto, Αθήνα 2022, σελ. 190 – 191.