Θεοσεβούμενοι και αθεόφοβοι

  • Δόγμα

Του Δημητρίου Λυκούδη, θεολόγου

Ο Όσιος Εφραίμ ο Σύρος, στο περίφημο έργο του «Ασκητικά», οριοθετεί πνευματικά την έννοια του φόβου εντός του λειτουργικού χώρου της ορθοπραξίας και λέγει: «Αγάπης δε έργον είναι και το να παρακινώμεν αλλήλους εις τον φόβον του Θεού» (σελ. 131). Ένας φόβος που είναι συνυφασμένος με τη «Σοφία» του Θεού, όπως άλλωστε τη διατυπώνει ο ιερός συγγραφεύς Σειράχ στο ομότιτλο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης (εάν δεχθούμε αυτόν ως συγγραφέα και όχι τον υιό του Ιησού, τον Ιεροσολυμίτη), γύρω στα 190 – 180 π.Χ. οπότε και το συνέγραψε. Τί είναι, όμως, ο φόβος του Θεού και γιατί χρειάζεται, εάν, στην όλη πνευματική ζωή;

Συνήθως, με βάση την προσέγγιση του άγγλου ψυχολόγου Άιζενκ (Eysenck, 1916-1997), o οποίος μίλησε για την ιεραρχικά διαρθρωμένη προσωπικότητα του ανθρώπου και τις νομοτέλειές της, καθένας που τολμάει να ομιλεί ή να γράφει περί φόβου Θεού, τις περισσότερες φορές, αν όχι όλες, τυγχάνει αθεόφοβος…! Αλλά, το προσπερνώ για να βγάλω άκρη στις σκέψεις που με συνέχουν τούτη την ώρα…

Ο Μέγας Αντώνιος, ο οικιστής της Ερήμου, στο πέρας της επί γης βιωτής του, τόνισε πως «εγώ δε, ουκέτι φοβούμαι τον Θεό, αλλά αγαπώ Αυτόν». Πλην, όμως, το είπε ένας Αντώνιος και δη Μέγας και, μάλιστα, εις το πέρας της μοναχικής και αναχωρητικής του εγκαταβίωσης και ουχί εις την απαρχή της. Αλλά, ο φόβος, δε χωρεί αμφισβήτηση περί αυτού, ευαγγελικώς και αγιοπατερικώς, τις περισσότερες φορές, έχει την έννοια της ευσεβείας, του ιερού δέους, της ολόθερμης αφοσιώσεως.

Παρά ταύτα, όμως, ο φόβος δεν πρέπει να απέχει  πολύ από το πνευματικό λεξιλόγιο του χριστιανού και, εισέτι, ουδεπόποτε να απουσιάζει από τα μύχια της καρδιάς του. Η υιική σχέση κτιστού προς το Άκτιστο, η μόνη ουσιώδης θεολογική διαφορά που χωρίζει γη και Ουρανό, Θεό και άνθρωπο, καλλιεργείται και ορθοτομείται έμπρακτα μέσω του φόβου του Θεού, που δέον και πρέπον να είναι εγκαθιδρυμένος στην καρδιά του πιστού, πάντοτε αυτοθέλητα και αυτενέργητα από τον τελευταίο και ποτέ παραναγκαστικά. Σε αντίθετη περίπτωση, είτε ο δήθεν «φόβος» του πιστού θα είναι μια δουλική υποδηλωτικά αγχώδης επιθυμία του πιστού να μην καταλήξει στην «Κόλαση» είτε θα εμπίπτει στη σφαίρα των ψυχονευρώσεων, όπου και εν πολλοίς, κυριαρχούν πολλές χημικές και προβληματικές ουσίες του εγκεφάλου που είναι υπεύθυνες για τη μετάδοση όσεων σε αυτόν!

Στην προσπάθειά μας δε, να κερδίσουμε το φόβο του Θεού, συνήθως, εάν η απαρχή και εκκίνησή μας είναι εκτός Εκκλησίας και ενεργούς συμμετοχής στη λειτουργική ζωή της, ά-φοβα τρώμε ανθρώπους και αναζητούμε φόβο Θεού στα ουράνια, με αγρυπνίες και νηστείες ατέρμονες, έστω και αν λογιζόμεθα ως ανθρωποποιοί. Σε αυτό, όμως, λέγει και πάλι ο Μ. Αντώνιος: «Ανθρωποποιοί οφείλουσι λέγεσθαι, ως τους ανθρώπους αναπλάττοντες» (Φιλοκαλία, τόμ. Α΄, 6, ια΄).

Ας προσέχουμε, λοιπόν, και τώρα και πάντοτε. Ο φόβος του Θεού για το Θεό, ξεκινά από τη γη και, πρώτιστα, συναντά το φόβο (σεβασμό) του ανθρώπου, ώστε να μην καταλήξουμε από τούδε θεομπαίχτες και α-θεόφοβοι!

Απόρρητο