Το παράδειγμα του Προδρόμου και των άλλων αγίων
Όλοι γνωρίζουμε τα σχετικά με τη γέννηση του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, καθώς αναφέρονται με πολλές λεπτομέρειες στην Καινή Διαθήκη και πιο συγκεκριμένα στο κατά Λουκάν Ευαγγέλιο.
Οι γονείς του, άτεκνοι και ηλικιωμένοι, κατά θαυμαστό τρόπο, μετά από επέμβαση του Θεού φέρνουν στον κόσμο τον Ιωάννη. Αν έμεναν τα πράγματα απλώς στη φυσική σειρά, όπως συμβαίνει με όλους τους ανθρώπους, δεν θα γεννιόταν ο Ιωάννης ο Πρόδρομος. Δεν θα υπήρχε, δεν θα είχε έρθει στη ζωή. Είναι ο Θεός εκείνος ο οποίος τον αγαπά, πριν καν τον φέρει στην ύπαρξη, είναι ο Θεός εκείνος που τον θέλει, που τον διαλέγει πριν τον φέρει στην ύπαρξη. Και τον φέρνει κατά θαυμαστό τρόπο. Αλλά και ύστερα το έργο που κάνει δεν το κάνει διότι το σκέφθηκε ο ίδιος και το βρήκε ότι ήταν καλό.
Και παίρνοντας αφορμή από τον Ιωάννη, θα μπορούσαμε να πούμε γενικότερα, αυτό το οποίο παρατηρούμε μέσα στην Εκκλησία από τον Ιωάννη, αν θέλετε, τον Βαπτιστή μέχρι και σήμερα –αλλά και στην Παλαιά Διαθήκη– ότι κατά κανόνα οι άγιοι άνθρωποι, οι άνθρωποι του Θεού δεν τολμούν –αυτό που συνηθίζουμε να λέμε– να θέσουν από μόνοι τους τον εαυτό τους στην υπηρεσία του Θεού. Δεν τολμούν. Κανείς δεν το σκέπτεται εξ ιδίων. Κανείς. Όλοι είναι κεκλημένοι. Όλους τους καλεί ο Θεός. Εκείνος είναι που τους διαλέγει, εκείνος είναι που τους καλεί, εκείνος είναι ο οποίος τους ετοιμάζει.
Π.χ. ο Μωυσής δεν σκέφτηκε μόνος του να μάθει ορισμένα πράγματα στην αυλή εκεί του Φαραώ, που θα του ήταν χρειαζούμενα μετά. Ο Θεός ήταν που οικονόμησε έτσι τα πράγματα. Και γενικά, δεν είναι αυτόκλητος, δεν είναι αυτός που σκέφτηκε να οδηγήσει τον λαό από την Αίγυπτο στη γη της επαγγελίας και γι’ αυτό ετοιμάστηκε. Όχι. Ο Θεός τον διαλέγει εκ κοιλίας μητρός, ο Θεός τον προετοιμάζει και με τον έναν και με τον άλλο τρόπο. Και μάλιστα γι’ αυτόν πολλά πράγματα γίνονται ανυπόπτως. Ούτε καν υποπτεύεται γιατί συμβαίνει το ένα, γιατί το άλλο. Τελικά όμως, καθώς τον καλεί ο Θεός, παραδίδεται στον Θεό, γίνεται δούλος του και κάνει αυτό για το οποίο τον κάλεσε ο Θεός.
Εδώ στον Ιωάννη τον πρόδρομο αυτό ακόμη πιο πολύ φαίνεται. Τον οποίο Ιωάννη εκ κοιλίας μητρός ή, αν επιτρέπεται να πούμε, πριν ακόμη αρχίσει να υπάρχει στην κοιλιά της μητέρας του ο Θεός τον έχει διαλέξει. Τελικά το συμπέρασμα που βγαίνει από την όλη ιστορία της Εκκλησίας είναι ότι, όπως το υπαινίσεται η Αγία Γραφή, πρέπει να είναι μεγάλη αμαρτία, όταν κανείς αυτόκλητος, κατά αυτόκλητο τρόπο έρχεται να υπηρετήσει τον Θεό.
Οι πατέρες, οι άγιοι όλοι, τρέμουν, φοβούνται. Εκείνο που κάνουν οι ίδιοι είναι να μετανοούν, να αγαπούν τον Θεό, να χαίρουν που τους κάλεσε ο Θεός να είναι δικοί του, να είναι χριστιανοί, και αγωνίζονται με όλες τους τις δυνάμεις να κάνουν το θέλημα του Θεού. Τρέμουν όμως να μπουν στην υπηρεσία του Θεού. Διότι, όταν μπαίνει κανείς στην υπηρεσία του Θεού, κάνει αυτό το έργο του Θεού, είναι στη θέση του Θεού από κάποια πλευρά. Και το τρέμουν αυτό οι άγιοι.
Πρέπει να είναι μεγάλη αμαρτία λοιπόν, όταν κανείς μόνος του αποφασίζει, μόνος του καλεί τον εαυτό του, και μόνος του βάζει τον εαυτό του τάχα στην υπηρεσία του Θεού. Δεν ξέρω εάν μπορούμε να πούμε ότι όχι μόνο όταν αναλαμβάνει κανείς να υπηρετήσει τον Θεό πρέπει να είναι κεκλημένος από τον Θεό, και όχι αυτόκλητος, αλλά και γενικότερα το ότι γίνεται κανείς χριστιανός και μένει χριστιανός και αγωνίζεται σε όλη του τη ζωή να είναι χριστιανός και αυτό ακόμη είναι μια κλήση. Βέβαια, όχι με την έννοια ότι ο Θεός άλλους καλεί και άλλους δεν καλεί.
Ο Θεός τους πάντας καλεί. «Πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι». Όμως, κι αν είναι έτσι, δηλαδή τρόπον τινά όλοι καλούνται, στην πράξη αληθινός χριστιανός είναι εκείνος ο οποίος νιώθει αυτή την πραγματικότητα, ζει αυτή την πραγματικότητα, ότι τον κάλεσε ο Θεός να είναι χριστιανός, τον κάλεσε ο Θεός να πιστέψει, να βαπτιστεί, να σκέπτεται όπως σκέπτεται και να έχει τη δύναμη να αγωνίζεται να είναι χριστιανός. Τον κάλεσε ο Θεός.
Θα τολμούσα να πω ότι δεν μπορεί να γίνει καμιά σύγκριση μεταξύ της καταστάσεως που υπάρχει στην ψυχή εκείνου ο οποίος νιώθει ακριβώς ότι είναι κεκλημένος από τον Θεό να είναι χριστιανός, και της καταστάσεως του άλλου, ο οποίος δεν νιώθει αυτό το πράγμα και απλώς προσπαθεί, απλώς αγωνίζεται. Δεν μπορεί να γίνει καμιά σύγκριση. Άλλο το ένα, άλλο το άλλο. Αυτό είναι μυστήριο μέγα, και αν λίγο το σκεφτούμε καλά, σωστά, θα διατεθούμε αλλιώς απέναντι του Θεού. Αυτή την ώρα τώρα εδώ που είμαστε, όσο κι αν φαίνεται ότι εμείς σκεφτήκαμε και ήρθαμε, εμείς αποφασίσαμε και βρεθήκαμε στον ναό, όσο κι αν φαίνεται έτσι, δεν είναι αυτή η πραγματικότητα. Αλλά και για ό,τι κάνουμε καθημερινά ως χριστιανοί, όσο κι αν φαίνεται ότι εμείς σκεφτήκαμε και εμείς προσπαθούμε, δεν είναι αυτή η πραγματικότητα. Είναι ο Θεός που μας κάλεσε και μας εμπνέει να κάνουμε ό,τι κάνουμε. Και τη συγκεκριμένη αυτή ώρα που είμαστε εδώ, ο Θεός μας έφερε.
Αν το προσέξει κανείς αυτό, αν το μελετήσει, θα διαπιστώσει ότι είναι μεγάλο, πολύ μεγάλο πράγμα, ότι είναι μυστήριο μεγάλο. Έχει μεγάλη σημασία να νιώσεις αυτή την ώρα τώρα ότι νοιάστηκε και για σένα απόψε ο Θεός, ότι σε σκέφτηκε και σε κάλεσε να είσαι μέσα στο ναό του. Οπότε, αλλιώς αρχίζει κανείς να αισθάνεται και αλλιώς αρχίζει να σκέπτεται· γίνεται αλλιώτικη η διάθεσή του. Πάρα πολλοί άνθρωποι, πάρα πολλοί χριστιανοί, πολύ αδικούνται σ’ αυτό το σημείο, διότι, για ό,τι κάνουν, μένουν απλώς στο ότι προσπαθούν να κάνουν κάτι, επειδή το σκέφτηκαν αυτοί.
Παίρνοντας αφορμή από δω, από τον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο, θα μπορούσαμε λοιπόν να πούμε: ό,τι είσαι και δεν είσαι, είναι ο Θεός που σου το έδωσε. Είναι ο Θεός που σε κάλεσε. Είναι ο Θεός που σε έφτιαξε να είσαι αυτό που είσαι ως χριστιανός, και να έχεις το όποιο καλό έχεις. Και αυτό σημαίνει μεγάλη φροντίδα, μεγάλη μέριμνα, μεγάλη αγάπη, ιδιαίτερη αγάπη, από μέρους του Θεού. Και δεν σε κάλεσε απλώς για να σε βάλει σε κάποια δοκιμασία, αλλά, καθώς σε κάλεσε, έγινε η αρχή, σε έβαλε σε ένα δρόμο, και οπωσδήποτε θα σε οδηγήσει μέχρι τέλους, θα σε φτάσει στο τέλος. Σ’ αυτό καλείται ο καθένας. Και το άλλο που πρέπει να προσέξουμε είναι ότι ο Θεός καλεί ειδικότερα να γίνουμε δούλοι του, υπηρετούντες αυτόν.
Να γίνουμε δούλοι στην Εκκλησία του. Και είναι ο Θεός που καλεί σ’ αυτό. Εάν κινείται κανείς με το φρόνημα τάχα να βοηθήσει την Εκκλησία στο έργο της, μάλλον εμποδίζει τα πράγματα, και το Πνεύμα του Θεού δεν αναπαύεται σ’ αυτόν. Πρέπει κανείς να είναι ταπεινός ενώπιον του Θεού, παραδομένος στον Θεό, και να το αφήνει στον Θεό το θέμα αυτό της ειδικής κλήσεως. Όχι κρυφά-κρυφά να ελπίζει να τον αναδείξει ο Θεός. Όχι. Αφήνεται στην αγάπη του Θεού κανείς απλώς και γενικώς. Και ο Θεός, όποιον θέλει εκείνος θα καλέσει, όταν θέλει, όπως θέλει, κι εκείνο το οποίο χρειάζεται είναι να ανταποκριθεί κανείς.
Έχουμε ευτυχώς ζωντανά παραδείγματα τους ιδίους τους αγίους. Τόσες φορές είπαμε ότι είναι χιλιάδες και εκατομμύρια οι άγιοι και όλοι-όλοι είναι το ίδιο, έχουν το ίδιο πνεύμα. Και όλοι μαζί και ο καθένας χωριστά μπορεί να γίνει για μας το υπόδειγμα, το παράδειγμα. Και ιδού σήμερα, απόψε, ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, ο οποίος εντυγχάνει υπέρ ημών, προσεύχεται για μας, μεσιτεύει –και κάπως θα έβαλε κι εκείνος το δακτυλάκι του, για να είμαστε εδώ απόψε– και του οποίου η ζωή μάς είναι και με την έννοια της γενικής και με την έννοια της ειδικής κλήσεως παράδειγμα. Είθε λοιπόν οι ευχές του, οι προσευχές του και οι πρεσβείες του να μας πιάσουν, και να μας πιάσουν έτσι που να μιμηθούμε και το δικό του παράδειγμα και των άλλων αγίων.
24-6-1985