Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης: Ορθοπραξία και Ανάσταση – Αφιέρωμα στην “Κιβωτό της Ορθοδοξίας”
Του Δημητρίου Λυκούδη, θεολόγου
Έχω γράψει ξανά στο παρελθόν για τον άγιο Ιάκωβο τον Τσαλίκη, τον ¨παππού¨ όπως τον αποκαλούσαμε τότε, μικρά παιδιά εμείς, στη μέση της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης, τότε που δεν είχε πολύ κόσμο στη Μονή του Οσίου Δαυίδ και τον παππού τον έβλεπες σχεδόν πάντα, όποτε και αν πήγαινες.
Ήταν λίγο αυστηρός, το έχω ξαναγράψει, όχι όμως με εμάς τα παιδιά. Μια φορά, το ξαναγράφω για όσους δεν το θυμούνται, μεσημέρι στη Μονή, παίζαμε στον αυλόγυρο και φωνάζαμε. Εγώ πρωτεργάτης! Φωνές, γέλια! Με είδε, με φώναξε, με αυστηρό τρόπο με επανέφερε στα λογικά μου και, το θυμάμαι ωσάν και τώρα, όταν είδε πως βούρκωσα και ήμουν έτοιμος να βάλω τα κλάμματα, με πήρε αγκαλιά και χαμογέλασε. Ήθελε την ¨τάξη¨ στη Μονή να τη μαθαίνουμε από μικροί, ήθελε ευπρέπεια, ησυχία, ευσέβεια από όλους: «Οι Πατέρες ησυχάζουν, σιγά σιγά έλεγε, σιγά σιγά, μη φωνάζετε».
Ολόκληρη η μοναστική ζωή του Γέροντα, αλλά και από μικρής ηλικίας, ήταν μια προσπάθεια να αρέσει στον Χριστό. Συνήθιζε να λέγει πως το μοναδικό ¨δικαίωμα¨ που έχουμε εδώ στη γη είναι αυτό της αγάπης! Να αγαπάς χωρίς τέλος, χωρίς αντίδοση, χωρίς να αναμένεις ανταπόδοση και επιστροφή. Αν είναι τέτοια η αγάπη, έλεγε, σε αυτήν δεν υπάρχει φόβος, είναι ¨άφοβη¨, έχει θάρρος, έλεγε!
Πολλές φορές αναπαυόταν να προσεύχεται ενώπιον του Εσταυρωμένου τόσο στο κελάκι του όσο και εντός του Ιερού Βήματος, όταν ήταν μόνος και δεν τελούνταν Ακολουθίες. Μπροστά στον Εσταυρωμένο και γλυκύτατο Ιησού, ο παππούς εναπέθετε τους δικούς τους αγώνες, τις δικές του σταυρικές δοκιμασίες, τα δικά του προβλήματα. Ακόμη και στο τέλος της επί γης βιωτής του και λίγο πριν, όταν ξεκίνησαν τα προβλήματα υγείας να είναι εντονότερα, ο Γέροντας αναπαυόταν στο λογισμό ότι αυτή η εκούσια υπομονή είναι, κατ΄ Οικονομίαν, συμμετοχή στη Σταυρική θυσία του Λυτρωτού, διότι θελημένα υπομένεις ένεκα της αγάπης. Και πάντοτε, ως έλεγε, η αγάπη χρωματίζει τα πάντα, τα φωτίζει, δείχνει μονοπάτι, χαράζει ορίζοντες!
Σταύρωνε στην αρετή της ξενιτείας το δικαίωμα στην αγάπη των συγγενών και των οικογενειακών του προσώπων. Γι΄ αυτό, τίποτε δε στάθηκε ικανό να υπερκεράσει τη βαθύτατη προσήλωσή του στον σταυροαναστάσιμο αγώνα του, ακόμη και όταν, ως νεότερος, ανέβαινε με σκοτάδι έως το Ασκηταριό του Οσίου Δαυίδ και προσευχόταν σιωπηλά από όλους. Και χαράματα, πριν τον αντιληφθούν οι άλλοι Πατέρες, γύριζε και πάλι πίσω στη Μονή για την απαρχή της Ακολουθίας.
Ο Γέροντας ζούσε στο Σταυρό, δε θεολογούσε απλά. Ο Σταυρός είχε γίνει ορθοπραξία ζωής και πορευόταν θυσιαστικά. Δε γεύθηκε ξεκούραση, δε χόρτασε φαγητό και νερό, δεν αποδέχθηκε έστω και λίγο να ξεκουράσει το άκρως ταλαιπωρημένο σώμα του. Όλα τα σταύρωνε ένεκα της αγάπης του Κυρίου Ιησού Χριστού και σιωπηλά πορευόταν, ακούραστα, υπομονετικά, αγιαστικά!
«Δεν ξέρομε την ημέρα, ουδέ και την ώρα του θανάτου μας. Γι’ αυτό, επειδή είμαστε προσωρινοί άνθρωποι, ας φροντίζωμε για την ψυχή μας, που είναι πράγμα αθάνατο. Πεθαίνουν οι άνθρωποι, αλλά πώς πεθαίνουν; Πεθαίνομε, αλλά να είμαστε κοντά στον Χριστό. Να αγωνιζόμαστε με προσευχή, με αγάπη. Μην ακούσεις ποτέ τί λέει ο κόσμος. Μπαίνουν πειρασμοί, άνθρωποι είμεθα. Ό διάβολος έχει πολλά ποδάρια, πανουργίες, παγίδες. Όλα να αντιμετωπίζωνται με αγάπη, πραότητα, υπομονή. Πίστη στον Θεό και προσευχή και όλα θα πηγαίνουν κατά Θεόν», έλεγε.
Όποιος γόγγυζε από τα πολλά προβλήματα και τις δυσκολίες, ο Γέροντας τον αγκάλιαζε, έλεγε θα κάνει εντατική προσευχή και τού έδειχνε τον Εσταυρωμένο: «Εκεί, εκεί στηρίξου, από εκεί πάρε δύναμη και προχώρα!», παρότρυνε.
«Χωρίς τη Χάρη και τη βοήθεια του Θεού, ούτε τα άτομα, ούτε οι οικογένειες, ούτε οι ομάδες προσώπων, ούτε τα κράτη μπορούν να προοδεύσουν και να ευδοκιμήσουν», τόνιζε. Γι΄ αυτό παρακινούσε καθέναν να παραμένει σταθερός και υπογράμμιζε τη σταθερότητα ως ύψιστη ανάγκη και πνευματική προτεραιότητα στον ορθόδοξο αγώνα.
Ακόμη και όταν δεχόταν επιθέσεις από τον πονηρό, ο Γέροντας στον Σταυρό κατέφευγε. Τον αγκάλιαζε, τον έσφιγγε επάνω του λες και οξυγονονόταν ολόκληρη η ύπαρξη και κάθε κύτταρο της υπόστασής του.
«Σταυρός σημαίνει αγκαλιάζω την αγάπη», συνήθιζε να συμβουλεύει. Και, αλήθεια, πόσο όμορφος λόγος τυγχάνει αυτός, ώστε να τον οικειοποιηθώ, έστω και φραστικά, και να κλείνω τις παρούσες αράδες μου, στη σύντομη αυτή αναφορά μου στον ταπεινό παππού μας, στον άγιο Γέροντα Ιάκωβο…!