Φλωρίνης Ειρηναίος: Όταν η μνήμη γίνεται παρακαταθήκη

  • Δόγμα

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην έντυπη εφημερίδα “Κιβωτός της Ορθοδοξίας” (27, 08, 2026)

Η 3η Σεπτεμβρίου δεν είναι για μένα μία απλή ημερομηνία. Μέσα μου ξυπνούν ενθυμήσεις, νοσταλγία και βαθιά ευγνωμοσύνη για έναν άνθρωπο που σημάδεψε την εκκλησιαστική και προσωπική μου πορεία. Η Εκκλησία τιμά τον Άγιo Ιερομάρτυρα Άνθιμο, Επίσκοπο Νικομηδείας, και η μνήμη μου επιστρέφει, σχεδόν ασυναίσθητα, στον μακαριστό πρώτο Γέροντά μου, τον από Αλεξανδρουπόλεως Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης κυρό Άνθιμο. Άλλοτε, τέτοια ημέρα, οι ευχές γέμιζαν το Επισκοπείο. Σήμερα η ευχή έγινε προσευχή, η προσφώνηση μνημόνευση και η ανάμνηση πηγή ευγνωμοσύνης. Εύστοχα το αναφέρει ο Απόστολος των Εθνών Παύλος: «Μνημονεύετε των ηγουμένων υμών»¹.

Υπάρχουν, πράγματι, άνθρωποι που δεν μένουν απλώς στη μνήμη. Γίνονται μέτρο της δικής μας πορείας.

Γυρίζοντας πίσω τον χρόνο, τον ξαναβλέπω στην Αλεξανδρούπολη, όπου από το 1974 έως το 2004 διήνυσε τριάντα χρόνια γόνιμης και πολυσχιδούς ποιμαντικής διακονίας, και έπειτα στη Θεσσαλονίκη, από το 2004 έως το 2023. Σαράντα εννέα χρόνια αρχιερωσύνης. Δύο επισκοπικές έδρες, αλλά μία αμετάθετη εκκλησιαστική συνείδηση.

Ο Γέροντας δεν έβλεπε τον Επίσκοπο ως κάτοχο εξουσίας, αλλά ως φύλακα παρακαταθήκης, ως άνθρωπο που οφείλει να προηγείται στην ευθύνη, να υπομένει στις δοκιμασίες και να έχει πάντοτε ζωντανή τη συνείδηση της λογοδοσίας του ενώπιον του Θεού. Η διακονία όμως της Εκκλησίας, δεν σταματά στα πρόσωπα, αλλά συνεχίζεται αδιάκοπα μέσα στον χρόνο. Σήμερα, στις δύο αυτές Μητροπόλεις, τη διακονία συνεχίζουν οι άξιοι και φωτισμένοι διάδοχοί του, οι Μητροπολίτες Αλεξανδρουπόλεως Άνθιμος ο έτερος φάρος της πορείας μου και Θεσσαλονίκης Φιλόθεος.

Οσo ανατρέχω σε αυτή τη μακρά πορεία, τόσο περισσότερο αναγνωρίζω τα χαρίσματα που σφράγισαν την προσωπικότητα και τη διακονία του. Είχε οξύτητα νού, σπάνια μνήμη, ευθυκρισία, τόλμη και δύναμη λόγου. Τον διέκρινε στέρεη και πολύπλευρη παιδεία, καρπός θεολογικής συγκρότησης και άριστης φιλολογικής κατάρτισης.

Γνώριζε σε βάθος την ελληνική γλώσσα, τη γραμματεία και την ιστορία και διέθετε ευρυμάθεια, γλωσσική ακρίβεια και σπάνια ρητορική δεινότητα. Υπήρξε συγχρόνως άριστος κήρυκας, με λόγο ζωντανό, εύληπτο και θεολογικά μεστό, ικανό να διδάσκει, να συγκινεί και να αφυπνίζει. Πίσω από κάθε λέξη του υπήρχαν γνώση, εμπειρία και εκκλησιαστικό φρόνημα. Αυστηρός όταν το απαιτούσε η ευθύνη, χωρίς να χάνει την πατρική λεπτότητα και αποφασιστικός χωρίς να παύει να ακούει. Γνώριζε πότε να μιλά, πότε να περιμένει, πότε να ελέγχει και πότε να σκεπάζει.

Από την πολύχρονη μαθητεία κοντά του αυτό έμεινε μέσα μου, ότι η αληθινή πνευματική πατρότητα δεν αποδεικνύεται με την επιβολή, αλλά με τη διάκριση. Να γνωρίζεις όχι μόνο τι πρέπει να πείς, αλλά και πότε, πως και μέχρι που να μιλήσεις. Ένα όμως στοιχείο της εκκλησιαστικής του προσωπικότητας θεωρώ ανεκτίμητη παρακαταθήκη: τη συνοδικότητα. Την αγαπούσε βαθιά. Σεβόταν απεριόριστα την εκκλησιαστική τάξη και το συνοδικό πολίτευμα.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην έντυπη εφημερίδα “Κιβωτός της Ορθοδοξίας” (27, 08, 2026)

Είχε ισχυρή γνώμη, αλλά δεν μετέτρεπε τη γνώμη σε αυτάρκεια. Είχε παρρησία, αλλά δεν συνέχεε την παρρησία με την αυτονόμηση. Για εκείνον ο Επίσκοπος ήταν μέσα στη Σύνοδο, ποτέ απέναντι στη Σύνοδο. «Πάντα ευσχημόνως και κατά τάξιν γινέσθω»². Η τάξη δεν ήταν τύπος ούτε εξωτερική συμμόρφωση. Ήταν έκφραση ενότητας, ευθύνης και εκκλησιαστικού φρονήματος.

Σε αυτή την πτυχή της προσωπικότητάς του έρχεται φυσικά στον νού μου μία χρυσοστομική διδαχή. Ο Άγιος, ερμηνεύοντας το «τη ταπεινοφροσύνη αλλήλους ηγούμενοι υπερέχοντας εαυτών»³, διακρίνει καθαρά την ταπεινοφροσύνη από την κολακεία και τη μικροψυχία⁴. Η αληθινή ταπείνωση δεν αφαιρεί τη δύναμη από τον άνθρωπο, την εξαγνίζει. Δεν καταργεί την γνώμη, την ελευθερώνει από τον εγωισμό. Δεν κάνει τον ποιμένα άφωνο, τον μαθαίνει να μιλά ως μέλος του σώματος και όχι ως αυτάρκης μονάδα. Αυτό έβλεπα και στον Γέροντά μου: έναν ισχυρό χαρακτήρα με ακέραιη συνείδηση ότι το προσωπικό  στο φρόνημα της Εκκλησίας. Τον Απρίλιο του 1998, μετά από την εκλογή του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου, γυρίζαμε αεροπορικώς στην Αλεξανδρούπολη. Ποτέ δεν θα ξεχάσω στη ζωή μου ότι κάπου στη μέση της σαρανταπεντάλεπτης πτήσεως μου είπε: «Οι εκλογές τελείωσαν, έχουμε Αρχιεπίσκοπο, γυρίζουμε πίσω και κάνουμε τη δουλειά μας. Η Εκκλησία είναι πάνω από τα πρόσωπα». Έχασε την εκλογή, αλλά πάντοτε στήριζε τον Αρχιεπίσκοπο.

Αυτή η σύνθεση δύναμης και ταπεινοφροσύνης άφηνε βαθύ αποτύπωμα σε όσους είχαν την ευλογία να μαθητεύσουν κοντά του. Δεν δίδασκε μόνο με τον λόγο, αλλά και με τον τρόπο που στεκόταν απέναντι στις ευθύνες, στις δοκιμασίες και στους ανθρώπους.

Δίπλα του έμαθα ακόμη ότι η Αρχιερωσύνη δεν είναι προνόμιο, αλλά σταυρός ευθύνης και διακονίας. Ο καλός ποιμένας «την ψύχήν αυτού τίθησιν υπέρ των προβάτων»⁵. Επίσκοπος σημαίνει να κουράζεσαι χωρίς να διαφημίζεις τον κόπο, να πονάς χωρίς να μεταβάλλεις τον πόνο σε παράπονο, να σηκώνεις βάρη που οι πολλοί ίσως δεν θα μάθουν ποτέ και να μένεις όρθιος όταν οι άλλοι αναζητούν στήριγμα.

Αναλογιζόμενος σήμερα όλα όσα έζησα και διδάχθηκα κοντά του, δύο είναι εκείνα που κρατώ ως ιδιαίτερα πολύτιμη παρακαταθήκη.

Πρώτον, από τη μαθητεία μου κοντά του έμειναν βαθιά μέσα μου η αφοσίωσή του στην Εκκλησία, ο σεβασμός του στη συνοδικότητα και στην κανονική τάξη, η παρρησία που δεν αποχωριζόταν ποτέ την υπακοή και η δύναμη που ήξερε να συναντά την ταπείνωση.

Δεύτερον, από τη ζωή και τη διακονία του έμαθα πως εκείνο που τελικά μένει από έναν άνθρωπο είναι ό,τι πρόσφερε, ό,τι δίδαξε και ό,τι άφησε στις καρδιές των άλλων. Και πάνω από όλα, η μαρτυρία της πίστεως: «Τον αγώνα τον καλόν ηγώνισμαι, την πίστιν τετήρηκα»⁶.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην έντυπη εφημερίδα “Κιβωτός της Ορθοδοξίας” (27, 08, 2026)

Αν ένας ποιητικός στίχος μπορούσε να αποδώσει κάτι από την πνευματική εγρήγορση, την οξύτητα και την αδιάκοπη μέριμνά του για την Εκκλησία, θα ήταν του Διονυσίου Σολωμού: «Παντ’ ανοιχτά, παντ’ άγρυπνα, τα μάτια της ψυχής μου»⁷.

Γέροντά μου, άλλοτε αυτή την ημέρα σου λέγαμε «χρόνια πολλά». Σήμερα κρατώ μέσα μου όσα έζησα κοντά σου και όσα μου δίδαξες με τον λόγο και το παράδειγμά σου. Σε ευχαριστώ και σε ευγνωμονώ. Ας έχουμε την ευχή σου.

Παραπομπές:

1. Εβρ. 13, 7.

2. Α΄ Κορ. 14, 40.

3. Φιλ. 2, 3.

4. Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, Υπόμνημα εις την προς Φιλιππησίους Επιστολήν, Ομιλία Ε΄, εις Φιλ. 2, 1–4.

5. Ιω. 10, 11.

6. Β΄ Τιμ. 4, 7.

7. Διονυσίου Σολωμού, Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, Σχεδίασμα Β΄.

Απόρρητο