Οκτωβριανή Επανάσταση και Μελέτιος Μεταξάκης – Αφιέρωμα στην “Κιβωτό της Ορθοδοξίας”

  • Δόγμα

Του Δρος Θεολογίας π. Αθανασίου Καρυάμη

Η Οκτωβριανή επανάσταση το 1917 θορύβησε ολόκληρο τον χριστιανικό κόσμο, αφού οι Μπολσεβίκοι στράφηκαν αμέσως κατά της κάθε θρησκείας. Ο προκαθήμενος της Εκκλησίας της Ελλάδος μητροπολίτης Αθηνών Μελέτιος Μεταξάκης (1917 – 1920) με το επικοινωνιακό του γόητρο και τις διπλωματικές του ικανότητες, κατηύθυνε συνειδητά το ρόλο της ελλαδικής Εκκλησίας δίπλα στο αγωνιζόμενο κράτος. Μετά από συνεννόηση με την ελληνική κυβέρνηση εγκαινίασε την εκκλησιαστική διπλωματία. Αμέσως μετά την ενθρόνισή του ταξίδεψε και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, όπου συναντήθηκε με αρχηγούς κρατών, πολιτικούς ταγούς και εκκλησιαστικούς άνδρες των υπόλοιπων χριστιανικών δογμάτων, προωθώντας τα εθνικά συμφέροντα σε μια εποχή που η Μεγάλη Ιδέα βρισκόταν στο τελικό στάδιο για την υλοποίησή της, μετά τη λήξη του Μεγάλου Πολέμου. Την ίδια ευαισθησία έδειξε για θέματα που αφορούσαν τον υπόλοιπο Ορθόδοξο κόσμο. Δεν ήταν λίγες οι  περιπτώσεις που ζητήθηκε η άμεση παρέμβασή  του προς το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και όχι μόνο, για την αντιμετώπιση προβλημάτων που είχαν ανακύψει στο εσωτερικό τους, όπως οι Εκκλησίες Σερβίας και Ρωσίας. Μετά την πτώση της δυναστείας των Ρομανώφ, το Πατριαρχείο Μόσχας που είχε δώσει αρκετές μάχες τις περασμένες δεκαετίες για την επανίδρυση του Πατριαρχείου, συντόμευσε τις διαδικασίες μετά την πτώση της προσωρινής κυβέρνησης. Στις 30 – 10 – 1917 , παρόντων 317 μελών ψήφισαν μόνο οι 265. Από αυτούς οι 141 υπέρ και οι 112 κατά της επανιδρύσεως του Πατριαρχείου και ακολούθησε η εκλογή νέου Πατριάρχη. Ο νέος Πατριάρχης Τύχων (1865 – 1925) ενθρονίσθηκε στις 29 – 11 – 1917. Στο Κρεμλίνο είχαν ήδη εγκατασταθεί οι Μπολσεβίκοι, με το Λένιν να προχωρά στην απαλλοτρίωση της περιουσίας των μονών, ενώ αναγνώρισε τον πολιτικό γάμο. Στις 19 – 1 – 1918 ο Τύχων αναθεμάτισε αυτές τις αποφάσεις με την Σύνοδο να επιδοκιμάζει τις ενέργειές του αυτές[1].
Αν και ζητήθηκε η τιμωρία του Πατριάρχη, μετά από παρέμβαση του Λένιν, ο Τύχων υποβλήθηκε σε περιορισμό εντός της οικίας του, ενώ εκδόθηκε νόμος για το χωρισμό της Εκκλησίας από το κράτος και απαγορεύτηκε η διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών.  Mε αυτές τις αποφάσεις προσπαθούσαν να εκμηδενίσουν κάθε αντίδραση της Ορθόδοξης Εκκλησίας και να την αποδυναμώσουν σε τέτοιο σημείο, ώστε να γίνει αντιληπτό στο δοκιμαζόμενο ποίμνιό της η αποδυνάμωσή της, για να πάψει να ελπίζει ότι θα μπορούσε να τον στηρίξει σε αυτές τις δύσκολες ώρες. Η αντιμετώπιση από τους μπολσεβίκους του τσάρου και της οικογένειάς του, βάρυνε περισσότερο τις σχέσεις τους. Ο Πατριάρχης δεν δέχθηκε την πρόσκληση να παρουσιαστεί ενώπιον της νέας κυβερνήσεως.Την παραμονή της επετείου της Επαναστάσεως ο Πατριάρχης Τύχων έστειλε μια οξύτατη διακήρυξη  στο Λένιν, η οποία βάρυνε περισσότερο το ήδη τεταμένο κλίμα μεταξύ τους. Η ρήξη με τους μπολσεβίκους ήταν πλέον περισσότερο από ποτέ ορατή[2].
Οι εξελίξεις αυτές δεν άφησαν αδιάφορο τον Αθηνών Μελέτιο Μεταξάκη, με τις ημερήσιες εφημερίδες στην Αθήνα να φιλοξενούν τις δηλώσεις του και τις ενέργειές του για τους ομόδοξους διωκόμενους Ρώσους. Η τσαρική Ρωσία στο παρελθόν είχε συνταχθεί με τις δυνάμεις της Εγκάρδιας συμμαχίας όμως, με την  επικράτηση τους οι  Μπολσεβίκοι, αποστασιοποιήθηκαν από τις πολεμικές επιχειρήσεις της Αντάντ αλλάζοντας τις ισορροπίες. Ο Αθηνών Μελέτιος σε συνέντευξη που παραχώρησε από την Ουάσινγκτον δήλωσε ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος ήταν στενά συνδεδεμένη κατά του Γερμανικού αγώνα. «Η Εκκλησία αύτη, είπε, δύναται να αποβή χρήσιμος εις τους Συμμάχους εν τη λύσει του Ρωσσικού ζητήματος, ως εκ της επιρροής την οποίαν δύναται να εξασκήση το Ελληνικόν Πατριαρχείον εις τον ομόθρησκον Ρωσσικόν λαόν.  Οι Μπολσεβίκοι είνε άθρησκοι, οι δε Γερμανοί καταβάλλουν πάσαν προσπάθειαν όπως αποσπάσουν τον ομόθρησκον Ρωσσικόν λαόν της Εκκλησίας, διότι γνωρίζουν καλώς ότι αύτη αντιτίθεται πάντοτε εις την Γεμανικήν επιρροήν»[3].
Η Εκκλησία της Ρωσίας ασφυκτιούσε μέσα σε αυτό το διαμορφωμένο κλίμα και προσπαθούσε να αντιδράσει ζητώντας στήριξη από τους ομόδοξους. Οι ημερήσιες εφημερίδες δημοσίευσαν την έκκληση της Ρωσικής πρεσβείας στην Αθήνα προς τον  Μελέτιο Μεταξάκη, να δείξει τη δέουσα προσοχή  στις πληροφορίες που οι διωκόμενοι του προσκόμιζαν. Η Ανώτατη Διεύθυνση της Ορθόδοξης Εκκλησίας που αποτελούνταν από τον αρχιεπίσκοπο του Όμσκ, τον αρχιεπίσκοπο Σιβηρίας Βενιαμίν και τον ιερέα Βλαδίμηρο Σαντοβόσκυ – Πισσάρεφ που δεν ήταν υπό τον έλεγχο των Μπολσεβίκων, ζήτησε να ενημερωθεί ο προκαθήμενος της ΙΣΕΕ για την απελπιστική κατάσταση που βίωναν οι θρησκευόμενοι στις περιοχές που οι Μπολσεβίκοι επικρατούσαν. Είχαν καταστρέψει  θρησκευτικά μνημεία, τα θρησκευτικά τεχνουργήματα όλων των θρησκειών. Οι ναοί των πόλεων Γιαροσλάβ και Συμφερουπόλεως και του Κρεμλίνου της Μόσχας είχαν λεηλατηθεί, όπως και οι βιβλιοθήκες του Πατριαρχείου στη Μόσχα και στην Πετρούπολη, ενώ δολοφονήθηκε ο μητροπολίτης Κιέβου Βλαδίμηρος μαζί με πλήθος ιερέων που είχαν και αυτοί την ίδια τύχη με φρικτό τρόπο. Οι θρησκευτικές λιτανείες διαλυόταν με τη χρήση των όπλων. Οι Μπολσεβίκοι υπέβαλαν τους χριστιανούς σε διώξεις εφάμιλλες με αυτές των διωγμών των πρώτων αιώνων. Εξάλλου, η πρεσβεία της Ρωσίας στην Αθήνα,  ζητούσε την έμπρακτη βοήθεια του Αθηνών Μελετίου Μεταξακη[4].
Η αναταραχή που προκαλούσαν στην Αθήνα οι ειδήσεις  για τις θηριωδίες κατά των ομόδοξων Ρώσων κληρικών οποιουδήποτε βαθμού και λαϊκών ήταν εμφανής. Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος συζήτησε τις άσχημες εξελίξεις στη Ρωσία. Ο Αθηνών στη συνεδρίαση της Συνόδου (Μ΄/01-02-1919) ενημέρωσε τους ιεράρχες διαβάζοντας τις επιστολές του μητροπολίτη  Οδησσού Πλάτωνα και του Ρώσου  πρεσβευτή Ντεμίνδωφ στην Αθήνα. Ο Μελέτιος μαζί με τους ιεράρχες  Δημητριάδος Γερμανού και Θεσσαλιώτιδος Ευθυμίου, αποφάσισαν να τελέσουν στους ιερούς  ναούς μνημόσυνο για τα θύματα των μπολσεβίκων, και να αποσταλούν στα Πατριαρχεία αντίγραφα της επιστολής του Ρώσου  πρέσβη στην Ελλάδα, όπως ο ίδιος επιθυμούσε. Στη συνέχεια, αποφάσισαν να ζητήσουν από τον πρωθυπουργό Βενιζέλο να ενημερώσει το Βατικανό για τη δράση των Ουνιτών και τις περιπέτειες του μητροπολίτη  Αντωνίου και να απαιτήσει την απελευθέρωσή του και να βοηθήσει τους ομόδοξους Ρώσους. Τέλος, αποφάσισαν να παρακληθούν οι Αγγλικανοί αρχιεπίσκοπο Καντερβουργίας και Υόρκης καθώς και ο χριστιανικός κόσμος στις ΗΠΑ να βοηθήσουν με κάθε τρόπο[5].
 Οι επαφές των εκκλησιαστικών ανδρών στην Ελλάδα με τους πολιτικούς συνεχίστηκαν και τις επόμενες ημέρες. Ο Θ. Ματουτσέφσκυ, αρχηγός της Ουκρανικής αποστολής που βρέθηκε στην Αθήνα ενημέρωσε τον μητρ. Αθηνών Μελέτιο, του μετέφερε τα αισθήματα φιλίας της Ουκρανικής Εκκλησίας και συζήτησαν τα τελούμενα στη Ρωσία, εις βάρος των Ορθοδόξων πληθυσμών[6]. Λίγο αργότερα ο μητρ. Κασσανδρείας ως επικεφαλής της εκκλησιαστικής αποστολής που θα αναχωρούσε για την Οδησσό για επιτόπια έρευνα της καταστάσεως, επισκέφθηκε τον υπουργό Εξωτερικών της Ελλάδος Διομήδη για να τον ενημερώσει σχετικά. Όμως η εκκλησιαστική αποστολή αναβλήθηκε μέχρι να σταματήσει η αναταραχή και τα επεισόδια[7].
Το ενδιαφέρον του Μελετίου Μεταξάκη δεν έπαψε ποτέ για την Ρωσική Εκκλησία που ήταν σε άμεσο κίνδυνο. Οι Ρώσοι που βρισκόταν ήδη στην Ελλάδα μαζί με αυτούς που βρέθηκαν μετά την Οκτωβριανή επανάσταση στην Αθήνα δημιούργησαν τον σύνδεσμο «Ένωσις των εν Αθήναις Ρώσων προσφύγων». Ο  Αθηνών σε επιστολή του προς το σύνδεσμό τους, της οποίας το περιεχόμενο δημοσίευσε εφημερίδα της πρωτεύουσας «δια της οποίας υποδεικνύει, ότι ευρισκόμενοι εξ’ αυτών εις αδυναμίαν να πορισθούν άλλοθεν τον ημερήσιον άρτον των, δύναται να κρούουν μετά θάρρους την θύραν της Ιεράς Μητροπόλεως εν τη πεποιθήσει ότι θα εύρουν πάσαν δυνατήν αντίληψιν. Πρέπει να σημειωθεί, ότι η Ι. Μητρόπολις και πρότερον προσήλθεν αυτοπροαιρέτως επίκουρος εις την ένδειαν των Ρώσων προσφύγων δια της κυρίας Ντεμίντωφ, δεν έπαυσε δε βοηθούσα τους απόρους»[8]. Ο Ρώσος πρεσβευτής επισκέπτονταν τον  Αθηνών και συζητούσε μαζί του τις εξελίξεις στην πατρίδα του αλλά και προβλήματα των προσφύγων στην Ελλάδα[9].
 Για τις  ανάγκες των προσφύγων που ήταν πολύ μεγάλες, η Μητρόπολη Αθηνών διεξήγαγε εράνους, όπως καταγράφηκαν στις εφημερίδες της εποχής. Οι έρανοι αυτοί πραγματοποιήθηκαν τη Μεγάλη Παρασκευή στους ναούς, ενώ στον έρανο της Μητροπόλεως προσέφεραν χρήματα ο  Δήμος Αθηναίων, η Εθνική Τράπεζα, η Αθηναϊκή Τράπεζα, η Λαϊκή Τράπεζα, η Τράπεζα Ανατολής, καθώς και εύποροι ιδιώτες όπως ο Εμμανουήλ Μπενάκης κ. α.[10].
Οι αντικαθεστωτικοί Ρώσοι μαζί με τους Ρώσους διανοούμενους, αναμεσά τους και πολλοί κληρικοί, εγκαταλείπουν την πατρίδα τους για να σωθούν. Έτσι, δημιουργείται η Ρωσική Διασπορά. Όλοι αυτοί, αναγκαστικά, καταφεύγουν κυρίως σε Ευρώπη και Αμερική. Μέσα από αυτούς η Ορθόδοξη πνευματική κληρονομιά θα έρθει σε επαφή με την ρωμαιοκαθολική και την προτεσταντική θεολογία. Έτσι θα αρχίσει ένας γόνιμος θεολογικός διάλογος  με τη Δύση, η οποία θα ανακαλύψει την Ορθόδοξη παράδοση και την Ορθόδοξη θεολογία ξανά, εκφρασμένη μέσα από τους Ρώσους θεολόγους. Η Οκτωβριανή επανάσταση διέλυσε ολόκληρο το εκπαιδευτικό σύστημα της τσαρικής Ρωσίας, απαγορεύοντας την λειτουργία των Θεολογικών Ακαδημιών και των Εκκλησιαστικών Σχολών. Περισσότεροι από ένα εκατομμύριο πρόσφυγες κατέφυγαν στο εξωτερικό, με το Παρίσι να γίνεται ένα νέο εκπαιδευτικό κέντρο για την εξόριστη ρωσική διανόηση, ενώ λίγο αργότερα εντάχθηκαν σε αυτή την προσπάθεια και άλλοι Σλάβοι θεολόγοι καθηγητές. Για όλους αυτούς η Ορθοδοξία, κατείχε εξέχουσα θέση,  με τους ιερείς να διαδραματίζουν έναν ιδιαίτερο ρόλο. Ο Πατριάρχης Τύχων διόρισε τον μητροπολίτη  Ευλόγιο Γκεοργκιέσκυ, μητροπολίτη των Ορθοδόξων Εκκλησιών στη Δυτική Ευρώπη, ώστε να οργανωθεί η Ορθόδοξη Διασπορά. Στο Παρίσι, λειτούργησε το Ινστιτούτο του Αγίου Σεργίου για να συνεχιστεί το έργο των Θεολογικών Ακαδημιών της τσαρικής Ρωσίας. Το ρεύμα αυτό έμεινε γνωστό στους θεολογικούς κύκλους, με τον όρο «Παρισινή Θεολογία». Εκείνη την περίοδο αναπτύχθηκαν οι νέες θεολογικές αποχρώσεις που οφείλονταν στις δύο κύριες θεολογικές τάσεις που ήδη προϋπήρχαν στη Ρωσία. Το πρώτο ρεύμα που κυριαρχούσε στις Θεολογικές Ακαδημίες που αναζητούσε διέξοδο από το θεολογικό τρόπο σκέψης της Δύσης του 17ου και 18ου αιώνα. Το δεύτερο θεολογικό ρεύμα ήταν αυτό που αναπτύχθηκε εντός των τειχών της θεολογικής ακαδημαϊκής επιστήμης, που αντιστρατευόταν τη δυτική νοοτροπία. Μεταξύ της αντιπαράθεσης αυτής των δύο θεολογικών τρόπων σκέψης θα προκύψει κάτι νέο. Η επίδραση αυτού του ρεύματος θα επηρεάσει έντονα τους θεολογικούς κύκλους στη σύγχρονη Ελλάδα με αφετηρία τη δεκαετία του 1960 που θεωρήθηκε ως η μεγάλη τομή της ελληνικής θεολογικής σκέψης ακόμα και μέσα στους ακαδημαϊκούς κύκλους[11].
Με το ξέσπασμα της Οκτωβριανής επανάστασης στη Ρωσία δημιουργήθηκε μια ομάδα από ιερείς που ήταν υποστηρικτές των μπολσεβίκων οι οποίοι έμειναν γνωστοί στην ιστορία με το όνομα Ανανεωτικό Κίνημα ή Κίνημα της Ζωντανής Εκκλησίας. Αυτοί υποστήριζαν τους σοβιετικούς με στόχο την ανανέωση της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην πρώην τσαρική Ρωσία, σε κάθε επίπεδο (λειτουργικό, διοικητικό και ηθικό). Όλοι αυτοί οι ιερείς σκόπευαν να επαναπροσδιορίσουν τις σχέσεις Εκκλησίας και κράτους προς όφελος του λαού. Η πορεία τους ανέκοπτε την ισχύ των ιεραρχών και το όνομά τους «Ζωντανή Εκκλησία» παρέπεμπε στην ονομασία του περιοδικού «Ζωντανή Εκκλησία», το οποίο εκδιδόταν στην περιοχή του Βόλγα. Το 1923 υπό τον έλεγχο των ανανεωτών βρισκόταν τα δύο τρίτα όλων των εκκλησιών που λειτουργούσαν στην Σοβιετική Ένωση. Στη Μόσχα λιγότερο από πέντε ενορίες δεν ήταν υπό τον έλεγχο των κομμουνιστών ιερέων. Η σύνοδος που έγινε για να επισημοποιηθούν οι σχέσεις τους με την τρέχουσα κυβέρνηση εκφράζοντας την πίστη στο νέο καθεστώς, δεν έμεινε αναπάντητη από το Πατριαρχείο Μόσχας, η οποία χαρακτήριζε τους ανανεωτικούς ως αιρετικούς. Η αλλαγή τις επόμενες δεκαετίες της θρησκευτικής πολιτικής της ΕΣΣΔ για να μετατρέψει σε άθεους όλους τους Σοβιετικούς πολίτες, έβαλε στο στόχαστρο και τους ανανεωτικούς, αφού και οι ίδιοι δεν γλύτωσαν από τις διώξεις [12].
  
 
 


[1] Α. Καρυάμης (πρωτ.), Τα δημοσιεύματα των φιλοβενιζελικών αθηναϊκών ημερησίων εφημερίδων για τον Αθηνών Μελέτιο Μεταξάκη (1918 – 1920), εκδόσεις Ηρόδοτος, Αθήνα 2018, σελ. 661 – 662.
[2] Βλ. Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία της Ρωσίας (988 – 1988), εκδόσεις Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα 1988(3), σελ. 338 – 339.
[3] Εφ. «Πρωϊα», ημ. 01 – 09 – 1918. Βλ. Εφ. «Βαλκανικός Ταχυδρόμος», ημ. 01 – 09 – 1918.
[4] Εφ. «Αστήρ», ημ. 31 – 01 – 1919. Βλ. Εφ. «Νέα Ελλάς», ημ. 31 – 01 – 1919. Βλ. «Ελεύθερος Τύπος», ημ. 31 – 01 – 1919.
[5] Θεόκλητος Στράγκας (αρχιμ.), Εκκλησίας Ελλάδος Ιστορία εκ πηγών αψευδών 1817 – 1967, τόμ. Β’,  χ. ε., Αθήνα σελ. 851 – 852.
[6] Εφ. «Βαλκανικός Ταχυδρόμος», ημ. 24 – 02 – 1919.
[7] Εφ. «Βαλκανικός Ταχυδρόμος», ημ. 08 – 03 – 1919. Βλ. Εφ. «Βαλκανικός Ταχυδρόμος», ημ. 16 – 03 – 1919.
[8] Εφ. «Εστία», ημ. 17 – 03 – 1920.
[9] Εφ. «Βαλκανικός Ταχυδρόμος», ημ. 05 – 03 – 1919.
[10] Εφ. «Εστία», ημ. 26 – 03 – 1920. Βλ. Εφ. «Πρωία», ημ. 25 – 03 – 1920.
[11] Α. Κνιάζεφ, Το Ινστιτούτο « Ο Άγιος Σέργιος» (Η Ορθόδοξη σκέψη στην Παρισινή διανόηση), μτφ. Γεώργιος Μαρνέλος, εκδόσεις Κέντρο Μελέτης Ορθ. Πολιτισμού, Άγιος Νικόλαος Κρήτης 1980, σελ. 33 – 35. Βλ.  Α. Δεληκωστόπουλος, Θεολογία. Δημιουργοί και Ορόσημα, χ. ε., Εν Αθήναις 1973, σελ. 180 – 182. Βλ. Σ. Γιαγκάζογλου, Στο μεταίχμιο της Θεολογίας. Δοκίμια για το διάλογο θεολογίας και πολιτισμού, εκδόσεις Δόμος, Αθήνα 2018, σελ. 181 – 184.
[12] Δ. Αρκάδας, Ο Σύντροφος Ιησούς. Αριστεροί Ορθόδοξοι  Χριστιανοί στην Ελλάδα του 20ου αιώνα, εκδόσεις Μanifesto, Αθήνα 2020, σελ. 80 – 84.

Απόρρητο