Εκκλησία της Κύπρου και Αγγλοκρατία – Αφιέρωμα στην “Κιβωτό της Ορθοδοξίας”
Του Δρος Θεολογίας π. Αθανασίου Καρυάμη Σημαντικό ρόλο στην πορεία και στην ιστορία της Κύπρου έπαιξε η Ορθόδοξη Εκκλησία, τόσο την περίοδο της Οθωμανικής κυριαρχίας όσο και της Αγγλοκρατίας αλλά και μετέπειτα, αφού με την ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας το 1960 ο πρώτος Πρόεδρος του νεοσύστατου κράτους, αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ΄ (1960 – 1977), ήταν ταυτόχρονα […]
Του Δρος Θεολογίας π. Αθανασίου Καρυάμη
Σημαντικό ρόλο στην πορεία και στην ιστορία της Κύπρου έπαιξε η Ορθόδοξη Εκκλησία, τόσο την περίοδο της Οθωμανικής κυριαρχίας όσο και της Αγγλοκρατίας αλλά και μετέπειτα, αφού με την ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας το 1960 ο πρώτος Πρόεδρος του νεοσύστατου κράτους, αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ΄ (1960 – 1977), ήταν ταυτόχρονα και ο προκαθήμενος της Εκκλησίας της Κύπρου ταυτίζοντας έτσι, την πολιτική με την Εκκλησιαστική της Ιστορία. Παρόμοιες στιγμές έζησε και η Ελλάδα μετά την απελευθέρωση της από τα ξένα στρατεύματα της τριπλής κατοχής, αφού ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών Δαμασκηνός Παπανδρέου ανέλαβε μετά από παρέμβαση των Άγγλων το αξίωμα του Αντιβασιλέα και για μικρό χρονικό διάστημα εκείνο του πρωθυπουργού[1].
Η Εκκλησία της Κύπρου παρόλα τα αρχικά προβλήματα που δημιουργήθηκαν από την παρουσία των Άγγλων, δεν βίωσε τα πρώτα χρόνια καμία διαφορά στο εσωτερικό της μηχανισμό από αυτή τη διαδοχή, παρότι δεν είχαν πλέον οι Κύπριοι ιεράρχες τα προνόμια της εθναρχούσας Εκκλησίας, όμως, παρέμεναν συνεχώς άμεσα δραστήριοι στα πολιτικά πράγματα του τόπου, και ήταν μια μεγάλη υπολογίσιμη πολιτική δύναμη. Η προσωπικότητα του προκαθημένου της Εκκλησίας αρχιεπισκόπου Κύπρου Σωφρονίου, υπήρξε καταλύτης για τις σχέσεις τόσο με την Αγγλικανική Εκκλησία όσο και με την Βρετανική Αυτοκρατορία. Εξάλλου, οι Αγγλικανοί ποτέ δεν μπήκαν στη διαδικασία θρησκευτικού προσηλυτισμού των Ορθοδόξων στο νησί, όπως γινόταν στο παρελθόν από Λατίνους και Οθωμανούς. Ο μητροπολίτης Κιτίου Κυπριανός (1868 – 1886) ήταν ο πρώτος αρχιερέας επί αγγλοκρατίας που απαίτησε την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, από την πρώτη κιόλας στιγμή που η Βρετανία ανάλαβε την τύχη του νησιού, ενώ υπήρξε την ίδια στιγμή ο ίδιος εξέχων μέλος του Νομοθετικού Συμβουλίου. Εκείνη την περίοδο και άλλοι Κύπριοι ιερωμένοι έγιναν βουλευτές. Η εμπλοκή των εκκλησιαστικών ανδρών με την πολιτική, κρίθηκε απολύτως απαραίτητη για τα δεδομένα της εποχής. Η μεγάλη δοκιμασία της Εκκλησίας της Κύπρου μετά την εκδημία του αρχιεπισκόπου Σωφρονίου το 1900 έφερε μεγάλη αναστάτωση, αφού οι δύο μοναδικοί εν ενεργεία μητροπολίτες που απέμειναν στο νησί επιθυμούσαν να γίνουν προκαθήμενοι, αφήνοντας την Εκκλησία ακέφαλη για μια περίπου δεκαετία. Ο πρόσφατος θάνατος του μητροπολίτη Πάφου Επιφανίου το 1898 δυσκόλεψε τα πράγματα, αφού άφησε μόνο δύο ζώντες ιεράρχες στο νησί. Η ασυνεννοησία μεταξύ των δύο μητροπολιτών Κιτίου Κυρίλλου και Κυρηνείας Κυρίλλου εστιάζεται, κυρίως στις δύο διαφορετικές πολιτικές προσεγγίσεις του ζητήματος του τρόπου της Ενώσεως της Κύπρου με την Ελλάδα. Φυσικά σπουδαίο ρόλο έπαιξαν και οι πολιτικές καταβολές των νέων ανθρώπων που δεν είχαν ζήσει κάτω από την Οθωμανική κυριαρχία και είχαν σχηματίσει δική τους άποψη. Ο λόγος αυτής της διαμάχης εστιαζόταν στις δύο ομάδες που απαιτούσαν να έχουν μια ανώτερη θέση στην κοινωνία του νησιού. Ο Π. Κιτρομηλίδης εύστοχα σημειώνει: «[…] αποτελούσαν ουσιαστικά εκφράσεις κοινωνικών διαφοροποιήσεων και πολιτικά αλληλοσυγκρουόμενων απόψεων σχετικά με το εθνικό ζήτημα της Κύπρου. Ο μητροπολίτης Κιτίου υποστηριζόταν από τα λαϊκά στρώματα των πόλεων και εκπροσωπούσε την πιο αδιάλλακτη ενωτική τοποθέτηση που απαιτούσε συνεχή και ασυμβίβαστη πίεση πάνω στις βρετανικές αρχές για άμεση πραγματοποίηση της Ένωσης με την Ελλάδα. Ο μητροπολίτης Κυρηνείας αντίθετα υποστηριζόταν από την κατεστημένη αστική τάξη και τις ηγετικές οικογένειες των πόλεων, η εμπειρία των οποίων τους υπαγόρευε μετριοπαθέστερη στάση απέναντι στη αγγλική κατοχή και μια περισσότερο μακροπρόθεσμη σταδιακή επιδίωξη του ενωτικού στόχου»[2].
Η παρουσία των Άγγλων στη Κύπρο δεν έτυχε της ανάλογης προσοχής των ξένων κρατών που την ανταγωνίζονταν στην ευρύτερη περιοχή, αφού και η ίδια η αντιπολίτευση στη χώρας τους, επιτέθηκε στον Βρετανό πρωθυπουργό για τους ευρύτερους σχεδιασμούς του. Η Κύπρος δεν είχε κάποιο αξιόλογο λιμάνι που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί άμεσα για στρατιωτικούς σκοπούς, ενώ έπρεπε πρώτα να αντιμετωπισθεί το ζήτημα της ελονοσίας που την μάστιζε. Η κατάληψη της Αιγύπτου το 1882 έκανε απαραίτητο το έλεγχο της Αγγλίας στο νησί, ως μίας νέας αποικιακής κτίσης. Όμως, η προσπάθεια του ο Salisbury να γίνει η Κύπρος με την βοήθεια των Άγγλων ένα κλασικό παράδειγμα μετασχηματισμού στη Μεσόγειο ώστε, να πετύχουν μια ειρηνική απόβαση των Άγγλων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν επετεύχθη ποτέ, αφού η απόκτηση της Κύπρου ενίσχυσε την καχυποψία της Υψηλής Πύλης, για τα σχέδια των Βρετανών στην ευρύτερη περιοχή. Έτσι, η Κύπρος έγινε μια ακόμα βρετανική αποικία. Ο διορισμός αρχικά του στρατηγού Sir Garnet Wolseley στο θώκο του ύπατου αρμοστή, δεν ενθουσίασε ούτε τον ίδιο ούτε τους Κυπρίους. Οι εντολές που είχε ήταν να μην «εξαρθρώσει τον μηχανισμό της υπάρχουσας οθωμανικής διοίκησης». Η ακαταστασία στη νομισματική κυκλοφορία, τα τοπικά έθιμα, το ζήτημα των θρησκευτικών περιουσιών, της ισχύς του ισλαμικού δικαίου στο νησί και η απαραίτητη επικράτηση τελικά, της φιλοσοφίας του νομικού και δικαστικού συστήματος των Βρετανών, υπήρξε μαζί με την αύξηση της φορολογίας στις άμεσες του προτεραιότητες. Μέσα σε αυτό το γενικό κλίμα, η σύγκρουση της βρετανικής διοίκησης με το ελληνικό στοιχείο που δεν άργησε να φανεί στον ορίζοντα και πήρε σάρκα και οστά. Ο Άγγλος ύπατος αρμοστής αρνήθηκε στην πρώτη αντιπροσωπεία που τον επισκέφθηκε να γίνει η ελληνική γλώσσα η επίσημη γλώσσα στο νησί. Τελικά, η επίσημη γλώσσα θα παρέμενε η Αγγλική, με παράλληλη μετάφραση των νομικών κειμένων στην ελληνική και στην τουρκική γλώσσα. Ο πρώτος ύπατος αρμοστής ήρθε αμέσως σε αντιπαράθεση με την Ορθόδοξη Εκκλησία, αφού απεχθάνονταν κυρίως τους μοναχούς και τα Ορθόδοξα μοναστήρια[3].
Ο ερχομός των Βρετανών βρήκε στον αρχιεπισκοπικό θρόνο της Κύπρου τον αρχιεπίσκοπο Σωφρόνιο, ο οποίος στο παρελθόν ήταν από τους αρχιερείς που είχαν λάβει μέρος στην Πατριαρχική Σύνοδο το 1872 στην Κωνσταντινούπολη υπό τον Πατριάρχη Άνθιμο ΣΤ΄ που καταδίκασε τον Εθνοφυλετισμό[4].
Ο αρχιεπίσκοπος Σωφρόνιος όπως και οι υπόλοιποι ιεράρχες στην Κύπρο με τις παρεμβάσεις τους στα πολιτικά πράγματα του τόπου συνδυαζόμενες με τις βλέψεις τους για Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα και την συμμετοχή τους μαζί με άλλους ιερείς στο Νομοθετικό Συμβούλιο κατάφεραν όπως ο Α. Βίττης γράφει: «[…] οι συνελεύσεις στην Αρχιεπισκοπή για πολιτικά θέματα, οι διαμαρτυρίες της εκκλησίας όποτε διαπιστώνονταν παραβιάσεις δικαιωμάτων του λαού, σε συνδυασμό με το λαϊκό έρεισμα που απολάμβανε η τοπική εκκλησία, όχι απλά παρέχουν τεκμήρια της συνέχισης της θρησκευτικοπολιτικής δράσης της τοπικής εκκλησίας, αλλά θα οδηγούσαν τον εθναρχικό ρόλο στο απόγειό του, σε βαθμό που ολόκληρη η πολιτική ζωή στο νησί να περνά μέσα από την Αρχιεπισκοπή, η οποία κατέστη οιονεί το πολιτικό κέντρο των αποικιοκρατούμενων Ελλήνων της Κύπρου»[5].
Ο αρχιεπίσκοπος Σωφρόνιος πέθανε το Μάϊο του 1900 και ο θρόνος του έμεινε κενός περίπου μία δεκαετία, αφού οι δύο υποψήφιοι για τον θώκο ο Κιτίου Κύριλλος Παπαδόπουλος τον οποίο ο κόσμος αποκαλούσε Κυρίλατσο επειδή ήταν μεγαλόσωμος και ο Κερύνειας Κύριλλος Βασιλείου που ο κυπριακός λαός αποκαλούσε Κυριλούδη επειδή ήταν μικρόσωμος, δεν υποχωρούσαν από αυτή τους την αξίωση. Τελικά, νέος προκαθήμενος της Εκκλησίας της Κύπρου εκλέχθηκε ο Κυτίου Κύριλλος ως αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κύριλλος Β΄. Η εκλογή του βασίσθηκε στο νόμο Περί εκλογής αρχιεπισκόπων. Στη συνέχεια, ο συνυποψήφιός του Κερύνειας Κύριλλος είχε την έγκριση για την άνοδό του στον αρχιεπισκοπικό θρόνο από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Η διαμάχη μεταξύ τους τελείωσε αναγκαστικά όταν υπήρξαν εκλογές για δύο νέους μητροπολίτες, στην Πάφο και στο Κίτιο. Η εξέλιξη αυτή δεν άφηνε άλλα περιθώρια στον Κερύνειας να ελιχθεί διαφορετικά και δέχθηκε την εκλογή του από Κιτίου Κύριλλου ως νέου αρχιεπισκόπου Κύπρου. Ο Κύριλλος Β΄ πέθανε το 1916 και επόμενος αρχιεπίσκοπος εκλέχθηκε ο προηγούμενος συνυποψήφιός του ως αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κύριλλος Γ΄[6].
Κατά τη διάρκεια της κηδεμονίας της Κύπρου από τους Άγγλους η κυπριακή Ορθόδοξη Εκκλησία μπήκε στη διαδικασία να αποκτήσει έναν νέο Καταστατικό Χάρτη. Με αφετηρία το 1884, όταν ο προκαθήμενος της αρχιεπίσκοπος Σωφρόνιος θέλησε να υπάρξει ένα νομικό κείμενο εξαιτίας της πολιτικής αλλαγής που έφερε η μετάβαση της εξουσίας από τους Οθωμανούς στους Βρετανούς στο νησί. Στο παρελθόν η διαχείριση του εκκλησιαστικού οργανισμού βασιζόταν στους Ιερούς Κανόνες και στα βεράτια των σουλτάνων. Έτσι, αναγκαστικά η υπαγωγή της νήσου Κύπρου υπό αγγλική διοίκηση απαιτούσε την ύπαρξη μιας γραπτής κατοχύρωσης των όρων της αυτονομίας της Εκκλησίας και των σχέσεων τους με την Πολιτεία. Η νέα εκκλησιαστική κρίση που ξέσπασε στο νησί με θέμα την εκλογή νέου προκαθημένου δεν επέτρεψε για μια δεκαετία την σύνταξη νέου Καταστατικό Χάρτη. Τη σύνταξη του νέου Καταστατικού Χάρτη επέβαλαν κυρίως πολιτικοί λόγοι, αφού η ύπαρξή του συνδέεται με την ανακήρυξη της Κύπρου ως αποικίας του βρετανικού στέμματος για να αποφευχθούν οι παρεμβάσεις της αποικιακής κυβέρνησης σε θέματα εσωτερικής διοίκησης της Εκκλησίας της Κύπρου. Σημαντικό και καθοριστικό ρόλο για την σύνταξη του Καταστατικού Χάρτη έπαιξε ο μητρ. Μελέτιος Μεταξάκης. Όμως, ο Καταστατικός Χάρτης του 1914 δεν είχε κανένα πολιτειακό κύρος, πράγμα που ο Μελέτιος Μεταξάκης θεωρούσε ως μια λανθασμένη κίνηση από πλευράς της Εκκλησίας να ζητηθεί η επικύρωσή του, για να μην υπάρχουν ανταλλάγματα εις βάρος του εκκλησιαστικού οργανισμού. Στη συνέχεια, ένα νέο προσχέδιο Καταστατικού Χάρτη συντάχθηκε το 1924. Μετά από τις συζητήσεις που έγιναν στην Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Κύπρου χωρίς την παρουσία των Κυπρίων βουλευτών, το συγκεκριμένο προσχέδιο υποβλήθηκε παράλληλα και στον Πατριάρχη Αλεξανδρείας Μελέτιο Β΄ Μεταξάκη και στον γνωστό πανεπιστημιακό καθηγητή Κωνσταντίνο Ράλλη. Το τελικό κείμενο ψηφίσθηκε την 1η Ιουνίου 1929. Μετά τα γεγονότα του 1931 η πολυπόθητη νομική επικύρωση του δεν κατέστη δυνατή, με τον Καταστατικό Χάρτη του 1914 να παραμένει σε ισχύ μέχρι το 1979. Το μεγαλύτερο πρόβλημα ερμηνείας του Καταστατικό Χάρτη του 1914 ανιχνεύεται στην εκκλησιαστική κρίση του 1972 – 1973 όταν εξετάστηκε το περιεχόμενό του μέσα σε ένα κλίμα μεγάλης έντασης. Το μεγαλύτερο και άλυτο πρόβλημα της Εκκλησίας στην Κύπρο ήταν η νομιμοποίηση του συγκεκριμένου Καταστατικού Χάρτη, που οι ιεράρχες θα το έβρισκαν μπροστά τους όταν ξέσπασε η κρίση του 1972 μεταξύ του αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄ και των μητροπολιτών Πάφου Γενναδίου, Κιτίου Άνθιμο και Κυρηνείας Κυπριανό, οι οποίοι απαίτησαν από τον Κύπρου Μακάριο Γ΄ να επιλέξει ανάμεσα στον θώκο της Προεδρίας της Κυπριακής Δημοκρατίας και τον αρχιεπισκοπικό θρόνο, με αποτέλεσμα να τον καθαιρέσουν και να ανοίξει ο ασκός του Αιόλου. Η αντίθεσή του συγκεκριμένου Καταστατικού Χάρτη με το Κανονικό Δίκαιο ήταν εμφανέστατη, παρότι στο κείμενο του 1914 στο άρθρο 1 αναγνωρίζεται η ισχύς των ιερών κανόνων της Εκκλησίας. Μετά την εισβολή των τουρκικών στρατευμάτων το 1974 και τις ανακατατάξεις που ακολούθησαν, άρχισαν οι διεργασίες για την ψήφιση νέου Καταστατικού Χάρτη. Βασισμένος στο προσχέδιο του μητροπολίτη Πάφου Χρυσόστομου (μετέπειτα αρχιεπισκόπου Κύπρου) ο νέος Καταστατικός Χάρτης τέθηκε τελικά σε ισχύ το 1979[7].
Παραπομπές:
[1] Αθανάσιος Σωτ. Καρυάμης (πρωτ.), «Η συμβολή της νεότερης και σύγχρονης Εκκλησιαστικής Ιστορίας Ελλάδος στην κατανόηση και ερμηνεία του πολιτειοκρατικού συστήματος σε όλες τις προεκτάσεις (19ος – 20ός αιώνας)», Ανάτυπό από το φιλολογικό περιοδικό Παρνασσός Ξ΄ / 2024, Ηρόδοτος, Αθήνα 2024, σελ. 315 – 377.
[2] Πασχάλης Κιτρομηλίδης, στο λήμμα «Κύπρος», στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα τόμος 14ος, σελ. 387 – 395.
[3] R. Holland – D. Markides, Οι Βρετανοί και οι Έλληνες. Αγώνες εξουσίας στην ανατολική Μεσόγειο, 1850 – 1960, εκδόσεις Πατάκης, μετάφραση Ελ. Κυφωνίδου, Αθήνα 2011, σελ. 304 – 308.
[4] Ανδρέας Νανάκης (μητροπολίτης), Το Οικουμενικό Πατριαρχείου στην ύστερη Οθωμανική Αυτοκρατορία. Από το Γένος και την Εθναρχία στο Έθνος, εκδόσεις Μπαρμπουνάκη, Θεσσαλονίκη 2013, σελ. 181.
[5] Ανδρέας Π. Βίττης, Εκκλησία της Κύπρου. Η Ιστορία της Η Ιστορία της Κύπρου. Αγγλική Κυριαρχία – Αγγλοκρατία (1878 – 1960), έκδοση Ιερά Μητρόπολις Λεμεσού, Λεμεσός 2024, σελ. 216 – 217.
[6] Κ. Τοφαλλής, Νεότερη Ιστορία της Κύπρου. Από την Αγγλοκρατία (1878) μέχρι σήμερα, χ. τ., – χ. ε., 2010, σελ. 25 – 26.
[7] Α. Κ. Αιμιλιανίδης, «Ο Μελέτιος Μεταξάκης και ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας της Κύπρου του 1914», στο περιοδικό Νομοκανονικά. Επιθεώρηση Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου, τόμος ΙΔ΄, Τεύχος 2 / 2016, σελ. 21 – 38. Βλ., Β. Τζωρτζάτος (μητροπ.), Οι Βασικοί Θεσμοί Διοικήσεως της Αυτοκεφαλου Εκκλησίας της Κύπρου, εκδόσεις Αποσολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι 1974, σελ. 23 – 29.