Γέρων Εφραίμ Σεραγιώτης: Παναγία, η χαρά και ειρήνη του κόσμου – Αφιέρωμα στην “Κιβωτό της Ορθοδοξίας”

  • Δόγμα

Του Δημητρίου Λυκούδη, Δ/ντου Σύνταξης της εφημ. “Κιβωτός της Ορθοδοξίας”

«Σε κάθε Θεία Λει­τουρ­γία, η Πα­να­γία γο­να­τί­ζει και μετά δα­κρύ­ων ικε­τεύ­ει το Χρι­στό και Υιό Της, υπέρ σω­τη­ρί­ας των αν­θρώ­πων που λει­τουρ­γούν­ται, όλου του κό­σμου και των κε­κοι­μη­μέ­νων μας (σε­σω­σμέ­νοι και μη), ώστε να σω­θούν όσο το δυ­να­τόν πε­ρισ­σό­τε­ροι! Και αυτό γί­νε­ται κάθε μέρα και εί­ναι ένα ιδιαί­τε­ρο και το πιο ση­μαν­τι­κό δια­κό­νη­μα της Πα­να­γί­ας. Αυτή εί­ναι η τέ­λεια αγά­πη της Πα­να­γί­ας». Λόγια καρδιάς, σκέψεις και λογισμοί βιωματικοί του μακαριστού Γέροντός μας Αρχιμ. Εφραίμ, αοιδίμου Δικαίου της Σκήτης του Αγίου Ανδρέου του Πρωτοκλήτου, στο Σεράι του Αγίου Όρους, πλησίον των Καρυών. Όσοι γνωρίσαμε τον Γέροντα, θυμόμαστε πως τις μεγάλες Δεσποτικές και Θεομητορικές Εορτές, όχι ότι δεν ήταν τις άλλες ημέρες, αλλά ειδικά αυτές τις ημέρες, γινόταν σαν παιδάκι! Τα χαμόγελό του, η ιλαρότητα και πραότητα της μορφής του, η πηγαία χαρά του, το φως που αναδυόταν από το μειδίαμα και ιερό του πρόσωπο, όλα συνηγορούσαν πως ο Γέροντας αλλού εορτάζει, κάπου αλλού εγκαταβιώνει πνευματικά αυτές τις ημέρες, όχι δίπλα μας.

«Ό,τι λέει και ζη­τά­ει η Πα­να­γία από το Χρι­στό, γί­νε­ται! Ποτέ δεν αστό­χη­σε η Πα­να­γία, να ζή­τη­σε δηλ. κάτι και να μην έγι­νε. Πάν­τα γί­νε­ται! Και αυτό για­τί η Πα­να­γία πριν ζη­τή­σει κάτι, το δου­λεύ­ει καλά το θέμα, θα το σκε­φτεί πολύ καλά πριν το ζη­τή­σει από τον Υιό Της και Θεό Της, αρ­κεί εμείς να Την ανα­παύ­σου­με, σε αυτό που θέ­λει να δει μέσα μας στο νου και στη καρ­διά μας», έλεγε με χαρά.

Συνήθιζε να βάζει εξομολογητικό κανόνα, πέρα των αριθμό των επί 100 κομποσχοινίων στα πνευματικά του παιδιά και μερικά 100άρια κομποσχοίνι στην Κυρία Θεοτόκου. Έλεγε χαρακτηριστικά. Η αναλογία να είναι τρία προς ένα. Τρία 100άρια κομποσχοίνι στον Χριστό, ένα 100άρι στην Παναγία. Τρεις χιλιάδες η ευχή στον Κύριο, χίλιες φορές η ευχή στην Κυρία Θεοτόκο…

Ο Γέροντας έλεγε πως εί­ναι πολύ με­γά­λη τιμή να δει κά­ποιος την Πα­να­γία μας! Το να δει κα­νείς την Πα­να­γία μας, σχε­δόν θε­ώ­νε­ται (όπως και όταν δει το Χρι­στό). Το να δει κα­νείς άγ­γε­λο, δεν θε­ώ­νε­ται. Στην Πα­να­γία έγι­ναν από το Θεό ει­δι­κές απο­κα­λύ­ψεις, που δεν πρό­κει­ται αυ­τές να απο­κα­λυ­φθούν σε κα­νέ­ναν άν­θρω­πο και άγ­γε­λο. Εί­ναι μια ει­δι­κή τιμή, που κά­νει ο Χρι­στός στην Μη­τέ­ρα Του. Γι΄αυτό, συμπλήρωνε, μετά το θάνατο, οι άγιοι κερδίζουν και αυξάνουν σε δόξα, ανάλογα με το πόσο τους αποκαλύπτεται ο Ίδιος ο Κύριος Ιησούς Χριστός. Ενώ η Παναγία, δε μπορεί να φθάσει άλλο πιο ψηλά. Είναι πιο ψηλά από κάθε άγιο.

«Η Πα­να­γία εί­ναι το τε­λευ­ταίο δη­μιούρ­γη­μα, που θα απο­φα­σί­σει κάτι για εμάς. Κα­θώς απο­φα­σί­ζει ο Χρι­στός κάτι για εμάς, θα πρέ­πει και η Πα­να­γία να το επι­κυ­ρώ­σει. Και εάν οι θέ­σεις εί­ναι αν­τί­θε­τες, τότε η Πα­να­γία κάμ­πτει τα γό­να­τα, εκλι­πα­ρεί και δα­κρύ­ζει, μπρο­στά στο Χρι­στό, έστω και για τη σω­τη­ρία μιας Ορ­θο­δό­ξου ψυ­χής. Το λέω αυτό, για να δεί­τε την παρ­ρη­σία, το κύ­ρος, την δύ­να­μη και την αγά­πη που έχει η Πα­να­γία, τόσο στο Χρι­στό, όσο και στον κα­θέ­να από εμάς ξε­χω­ρι­στά τους Ορ­θο­δό­ξους. Όσοι λοι­πόν την τί­μη­σαν και την τι­μούν, θα τους αν­τα­πο­δώ­σει την τιμή», συμπλήρωνε όταν καθένας τον ρωτούσε για τις διαφορές μεταξύ ορθοδόξων και ετεροθρήσκων.

Μάλιστα, έλεγε πως όσο πε­ρισ­σό­τε­ρο τι­μού­με την Πα­να­γία, τόσο πε­ρισ­σό­τε­ρη Χάρη Αγί­ου Πνεύ­μα­τος λαμ­βά­νου­με και τόσο πε­ρισ­σό­τε­ρο πλη­σιά­ζου­με το Χρι­στό μας. Η τιμή αυτή πρώ­τα στο Χρι­στό πη­γαί­νει και μετά στην Πα­να­γία. Γι΄αυτό το «δόξα Σοι» προς Εκείνην που ψάλλουμε σε θεομητορικούς ύμνους αναβαίνει και στρέφεται προς τον Υιό και Θεό Της, τον Κύριο Ιησού Χριστό.

«Η Πα­να­γία όσο ζού­σε, δεν έκα­νε ποτέ συγ­κα­τά­θε­ση σε καμ­μία αμαρ­τία! Μόνο ένα μόνο λο­γι­σμό είχε στη ζωή της η Πα­να­γία, όπως απο­κά­λυ­ψε στους Πα­τέ­ρες: Να σκέ­φτε­ται, να υμνεί και να αγα­πά στο μέ­γι­στο κατά το αν­θρώ­πι­νο, το Χρι­στό και να ποιεί το θέ­λη­μά Του. Δεύ­τε­ρο λο­γι­σμό δεν είχε! Σύγ­κρι­νε διαρ­κώς τον εαυ­τόν της με το Χρι­στό και απέ­κτη­σε την αρε­τή της τα­πεί­νω­σης στο μέ­γι­στο βαθ­μό, όπως και τις υπό­λοι­πες αρε­τές. Η Πα­να­γία ου­δέ­πο­τε ασθέ­νη­σε, ούτε πάθη είχε, ούτε λο­γι­σμούς, ούτε όνει­ρα, αλλά και ούτε τα γυ­ναι­κεία της. Δεν γεύ­τη­κε σω­μα­τι­κό πόνο ποτέ και σε κα­νέ­να ση­μείο του σώ­μα­τος, ενώ ψυ­χι­κό πόνο γεύ­τη­κε κατά τη Σταύ­ρω­ση του Χρι­στού. Η Πα­να­γία λει­τούρ­γη­σε βιο­λο­γι­κά ως άγ­γε­λος μάλ­λον, παρά ως άν­θρω­πος», τόνιζε ταπεινά ο Γέροντας.

Τον θυμάμαι ωσάν και τώρα. Αρχές του 2000. Ήδη τον είχα γνωρίσει από τα τέλη του 1996, παιδί ακόμη, μαθητής στο τέλος του Λυκείου. Στα 2000 όμως καθόμασταν δίπλα δίπλα, σε ένα ξύλινο παγκάκι, δίπλα στο κοιμητήριο της Σκήτης, έξω από την παλαιά κουζίνα. Τότε η Σκήτη ήταν ερείπια. Ο Γέροντας, η συνοδεία του, έξι Μοναχοί και ένας προσκυνητής, η αναξιότητά μου. Τότε ο Γέροντας λειτουργούσε μόνος, έκανε όλες τις Ακολουθίες μόνος, κάποιες δε με κομποσχοίνι, καθώς ήταν ο μόνος Ιερομόναχος της συνοδείας…

Εκεί, τότε που δεν είχε πολλούς προσκυνητές – άλλωστε δεν ήταν τόσο γνωστός τότε – ο Γέροντας μού μίλησε πάλιν και πολλάκις για το Πρόσωπο της Κυρίας Θεοτόκου, για την πνευματική ζωή, για όλα όσα τον ρωτούσα και μειδιώντας απαντούσε από εντροπή, ωσάν να ήταν σφάλμα που πετούσε τόσο υψηλά, ως άλλος υψιπετής αετός της Ορθοδοξίας.

Και, χωρίς αμφιβολία, αυτές τις στιγμές, και δεν είναι οι μόνες, τη μορφή αλλά και όσα μάς δίδαξε ο ταπεινός Γέροντας, δε μπορώ να τα ξεχάσω…!

Απόρρητο