» Η ποι­μαν­τική του δι­α­κο­νία χα­ρα­κτη­ρί­σθηκε από νε­α­νική ι­κμάδα και α­γω­νι­στικό φρό­νημα, από το πρώτο έως και το 23ο έτος της Αρ­χι­ε­ρα­τείας του»

επικήδειος

Έντονα συγκινητικός ήτανο επικήδειος λογός του Αρχιγραμματέα της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος Αρ­χιμ. Φι­λο­θέου Θε­ο­χάρη, ενώπιον του σκηνώματος του Μακαριστού Μητροπολίτου Φθιώτιδος κυρού Νικολάου.

«Ε­τοίμη η καρ­δία μου, ο Θεός, ε­τοίμη η καρ­δία μου, ά­σο­μαι και ψαλώ εν τη δόξη μου» (Ψαλμ. 107, 1) Με βα­θειά συγ­κί­νηση και την κατ’ άν­θρω­πον ο­δύνη, Μα­κα­ρι­ώ­τατε Πά­τερ και Δέ­σποτα, σε­πτέ Προ­κα­θή­μενε της Α­γι­ω­τά­της Εκ­κλη­σίας της Ελ­λά­δος, Σε­βα­σμι­ώ­τατε Μη­τρο­πο­λίτα Δη­μη­τρι­ά­δος και Αλ­μυ­ρού κ. Ι­γνά­τιε, Το­πο­τη­ρητά της χη­ρευ­ού­σης Ι­ε­ράς Μη­τρο­πό­λεως Φθι­ώ­τι­δος,  Σε­βα­σμι­ώ­τα­τοι και Θε­ο­φι­λέ­στα­τοι ά­γιοι Αρ­χι­ε­ρείς,Σε­βα­στοί Πα­τέ­ρες, Α­ξι­ό­τι­μοι εκ­πρό­σω­ποι των πο­λι­τι­κών, στρα­τι­ω­τι­κών και λοι­πών Αρ­χών,  Πεν­θη­φόρε και φι­λό­χρι­στε λαέ της Εκ­κλη­σίας,

η Ι­ερά Σύ­νο­δος της Εκ­κλη­σίας της Ελ­λά­δος προ­πέμ­πει σή­μερα ένα από τα δι­α­κε­κρι­μένα και ά­ξια μέλη της, τον α­οί­διμο ήδη Μη­τρο­πο­λίτη Φθι­ώ­τι­δος κυρό Νι­κό­λαο (Πρω­το­παπά), ο ο­ποίος α­πε­δή­μησε από την πα­ρούσα ζωή και πο­ρεύ­ε­ται την όν­τως «μα­κα­ρίαν ο­δόν», ότι «η­τοι­μά­σθη (αυτώ) τό­πος α­να­παύ­σεως».

Η καρ­δία του μα­κα­ρι­στού Μη­τρο­πο­λί­του Νι­κο­λάου στα­μά­τησε αι­φνι­δίως να κτυπά το α­πό­γευμα του πε­ρα­σμέ­νου Σαβ­βά­του, 27η του μη­νός Ι­ου­λίου, μία μό­λις η­μέρα μετά την συμ­πλή­ρωση σα­ράντα έξι ε­τών, από τότε που ει­σήλθε στην α­γία Ι­ε­ρω­σύνη. Αυ­τός ο αι­φνι­δι­α­σμός υ­πεν­θυ­μί­ζει σε ό­λους μας τον προ­τρε­πτικό Κυ­ρι­ακό λόγο «Γρη­γο­ρείτε ουν ότι ουκ εί­δατε την η­μέ­ραν ουδέ την ώ­ραν εν η ο υιός του αν­θρώ­που έρ­χε­ται» (Ματθ. 25, 13), τον ο­ποίον ο μα­κά­ριος Μη­τρο­πο­λί­της Νι­κό­λαος είχε πι­στεύ­σει και δι­αρ­κώς α­γω­νι­ζό­ταν να ευ­ρί­σκε­ται σε ε­γρή­γορση και ε­τοι­μό­τητα. Γι  αὐτό και η α­να­χώ­ρησή του από την πα­ρούσα ζωή πα­ρα­πέμ­πει στον πρώτο στίχο του 107ου Ψαλ­μού, με τον ο­ποίον άρ­χι­σαν αυτά τα πε­νι­χρά λό­για: «Ε­τοίμη η καρ­δία μου, ο Θεός, ε­τοίμη η καρ­δία μου…».

«Σαν έ­τοι­μος από καιρό, σάν θαρ­ρα­λέος»[1], ό­πως θα λεγε κι ο Α­λε­ξαν­δρι­νός ποι­η­τής, ο α­οί­δι­μος Μη­τρο­πο­λί­της Νι­κό­λαος ε­τοί­μαζε τον ε­αυτό του γι’ αυτή την α­γία η­μέρα και ώρα της ε­ξό­δου από την πα­ρούσα ζωή και της ει­σό­δου στην όν­τως ζωή, τη Βα­σι­λεία του Θεού. Είχε πολ­λές φο­ρές δι­α­βά­σει και με θαυ­μα­στό τρόπο είχε προ­σοι­κει­ω­θεί την πρό­σκληση του Θεού: «Δος μοι, υιέ  σην καρ­διάν» (Πα­ροιμ. 23, 26). Ο Θεός ζητά την καρ­διά του αν­θρώ­που για να κα­τοι­κή­σει σ’ αυτή, για να την κα­τα­στή­σει θρόνο Του. Και ο μα­κα­ρι­στός Μη­τρο­πο­λί­της Νι­κό­λαος γε­μά­τος α­γάπη για τον Χρι­στό, α­φι­ε­ρω­μέ­νος εξ ο­λο­κλή­ρου σ’ Ε­κεί­νον και την Εκ­κλη­σία Του, έ­ζησε θε­ο­φι­λώς και θε­α­ρέ­στως, ώ­στε η ζωή του να α­πο­τε­λεί μία α­λη­θινή ε­τοι­μα­σία του «θρό­νου» της καρ­διάς του. Όν­τως, η καρ­διά του Δε­σπότη ή­ταν «έ­τοιμη» για να γί­νει «θρό­νος» του Βα­σι­λέως της δό­ξης, ο Ο­ποίος, ό­πως μαρ­τυ­ρεί με  τον α­δι­ά­ψευ­στο λόγο Του: «τους δο­ξά­ζον­τάς με αν­τι­δο­ξάσω» (Α  Βασ. 2, 30).

Ε­γεν­νήθη το έ­τος 1948 στο χω­ριό Πλα­τειά Τή­νου. Υ­πήρξε γό­νος ευ­σε­βών και α­πλών νη­σι­ω­τών γο­νέων, οι ο­ποίοι με­τέ­δω­σαν στα τέ­κνα τους την α­γάπη και την πί­στη προς τον Χρι­στό και την Εκ­κλη­σία του. Ι­δι­αι­τέ­ρως η καλή μη­τέρα του, α­οί­δι­μος Μα­ρία, η ο­ποία μό­λις προ έξι μη­νών προ­έ­δραμε του υιού της στη ζωή της Βα­σι­λείας του Θεού, τον ε­δί­δαξε να ευ­ρί­σκε­ται στα «σκη­νώ­ματα της δό­ξης του Θεού» με ε­πί­κεν­τρο το καύ­χημα της Τή­νου και ι­ερό σέ­βας των πα­νελ­λή­νων, τον ι­ερό Θε­ο­μη­το­ρικό Ναό της Ευ­αγ­γε­λι­στρίας.

Γε­μά­τος έν­θεο ζήλο για την α­γία Ι­ε­ρω­σύνη από την παι­δική του η­λι­κία, ο τότε έ­φη­βος Νι­κό­λαος Πρω­το­πα­πάς κα­τέ­φυγε για σπου­δές στη Ρι­ζά­ρειο Εκ­κλη­σι­α­στική Σχολή, α­πο­κτών­τας την ι­δι­ό­τητα του ι­ε­ρο­σπου­δα­στού σε μια ε­ποχή, μά­λι­στα, που η ι­δι­ό­της αυτή συ­νο­δευ­ό­ταν από α­ξία και ή­ταν ά­ξια μι­μή­σεως. Μετά τις σπου­δές του στη Ρι­ζά­ρειο ει­σήλθε με ε­ξε­τά­σεις και στη Θε­ο­λο­γική Σχολή του Πα­νε­πι­στη­μίου Α­θη­νών, λαμ­βά­νον­τας το πτυ­χίο με το βα­θμό «ά­ρι­στα» το έ­τος 1972.

Ή­ταν συν­δε­δε­μέ­νος πνευ­μα­τικά με το συν­το­πίτη του, μα­κα­ρι­στό και εν ο­σί­οις α­να­παυ­ό­μενο Μη­τρο­πο­λίτη Χαλ­κί­δος κυρό Νι­κό­λαο (Σε­λέντη), ο ο­ποίος το ε­πό­μενο έ­τος, το 1973, τον έ­κειρε Μο­ναχό στην Ι­ερά Μονή Κοι­μή­σεως της Θε­ο­τό­κου Πεν­τέ­λης, ενώ α­νή­μερα της πα­νη­γύ­ρεως της Πο­λι­ού­χου Χαλ­κί­δος Α­γίας Πα­ρα­σκευής, στις 26 Ι­ου­λίου 1973, με τη συμ­μαρ­τυ­ρία του πνευ­μα­τι­κού του πα­τρός, τότε Αρ­χι­μαν­δρί­του και νυν Μη­τρο­πο­λί­του Θεσ­σα­λο­νί­κης κ. Αν­θί­μου, τον ε­χει­ρο­τό­νησε Δι­ά­κονο και για βραχύ δι­ά­στημα δι­η­κό­νησε στην Ι­ερά Μη­τρό­πολη Χαλ­κί­δος ως Αρ­χι­δι­ά­κο­νος και Ι­ε­ρο­κή­ρυξ.

Το έ­τος 1975 ο τότε Μη­τρο­πο­λί­της της γε­νε­τεί­ρας του, μα­κα­ρι­στός Μη­τρο­πο­λί­της Σύ­ρου και Τή­νου κυ­ρός Δω­ρό­θεος ο Α  (Στέ­κας) τον προ­σέ­λαβε και τον ε­χει­ρο­τό­νησε Πρε­σβύ­τερο και Αρ­χι­μαν­δρίτη και του α­νέ­θεσε την υ­ψηλή δι­α­κο­νία του Ι­ε­ρο­κή­ρυ­κος του Πα­νελ­λη­νίου Ι­ε­ρού Ι­δρύ­μα­τος της Ευ­αγ­γε­λι­στρίας, στο ο­ποίο και υ­πη­ρέ­τησε επί μία δε­κα­ε­τία, έως το έ­τος 1984, ενώ δι­η­κό­νησε και ως Κα­θη­γη­τής της Εκ­κλη­σι­α­στι­κής Σχο­λής Τή­νου επί μία τε­τρα­ε­τία, κατά τα έτη 1975 έως 1978.

Το έ­τος 1984 με­τε­κλήθη στην Ι­ερά Αρ­χι­ε­πι­σκοπή Α­θη­νών, υπό του μα­κα­ρι­στού Αρ­χι­ε­πι­σκό­που Α­θη­νών και πά­σης Ελ­λά­δος κυ­ρού Σε­ρα­φείμ (Τίκα), ο ο­ποίος δι­έ­κρινε ση­μαν­τι­κές ι­κα­νό­τη­τες στον τότε Αρ­χι­μαν­δρίτη Νι­κό­λαο και του εμ­πι­στεύ­θηκε ε­πι­τε­λι­κές θέ­σεις στη δι­οί­κηση της Εκ­κλη­σίας της Ελ­λά­δος. Δι­ε­τέ­λεσε Δι­ευ­θυν­τής Υ­πη­ρε­σιών της Α­πο­στο­λι­κής Δι­α­κο­νίας από το 1984 έως το 1996 και Δι­ευ­θυν­τής του Θε­ο­λο­γι­κού Οι­κο­τρο­φείου της, ό­που με ε­πι­μέ­λεια, αλλά και πνεύμα ε­λευ­θε­ρίας καλ­λι­έρ­γησε τις ι­ε­ρα­τι­κές κλί­σεις πολ­λών εκ των οι­κο­τρό­φων φοι­τη­τών της θε­ο­λο­γίας.

Πα­ράλ­ληλα, δι­η­κό­νησε και ως Προ­ϊ­στά­με­νος και Ι­ε­ρο­κή­ρυξ του Ι­ε­ρού Ναού Α­γίου Ε­λευ­θε­ρίου Ά­ρεως, κα­θώς και Γε­νι­κός Δι­ευ­θυν­τής του Ρα­δι­ο­φω­νι­κού Στα­θμού της Εκ­κλη­σίας της Ελ­λά­δος για ε­πτά χρό­νια, από το έ­τος 1990 έως της ε­κλο­γής του το 1996, ενώ α­νε­δεί­χθη δό­κι­μος και ι­κα­νός συγ­γρα­φέας, α­φού ε­ξέ­δωσε πολ­λές με­λέ­τες θε­ο­μη­το­ρι­κού, ι­στο­ρι­κού και λο­γο­τε­χνι­κού πε­ρι­ε­χο­μέ­νου και δη­μο­σί­ευσε πολλά άρ­θρα σε ε­φη­με­ρί­δες και πε­ρι­ο­δικά, αρ­θρώ­νον­τας εκ­κλη­σι­α­στικό λόγο α­λη­θείας, α­γά­πης και δι­και­ο­σύ­νης «εν α­πλό­τητι, εν σπουδή, εν ι­λα­ρό­τητι… τω Κυ­ρίω δου­λεύων και ταις χρεί­αις των α­γίων κοι­νω­νών» (Ρωμ. 12, 8 και 13).

Υπό της σε­πτής Ι­ε­ραρ­χίας της Εκ­κλη­σίας της Ελ­λά­δος ε­ξε­λέγη την 1η Ο­κτω­βρίου του έ­τους 1996, σε η­λι­κία 48 ε­τών, Μη­τρο­πο­λί­της της ι­στο­ρι­κής Ι­ε­ράς Μη­τρο­πό­λεως Φθι­ώ­τι­δος, εις δι­α­δο­χήν του μα­κα­ρι­στού Μη­τρο­πο­λί­του κυ­ρού Δα­μα­σκη­νού (Πα­πα­χρή­στου) και ε­χει­ρο­το­νήθη Ε­πί­σκο­πος στον Ι­ερό Ναό που δι­η­κό­νησε ως Ι­ε­ρεύς, τον του Α­γίου Ε­λευ­θε­ρίου, την 6η Ο­κτω­βρίου 1996.

Στην πρω­τεύ­ουσα της Ρού­με­λης, την ι­στο­ρική Λα­μία ήλθε την 17η Νο­εμ­βρίου 1996 και εν­θρο­νί­στηκε στον θρόνο του Κα­θε­δρι­κού αυ­τού Ι­ε­ρού Ναού, κυ­ρίως, ό­μως, στις καρ­διές των με­λών της Εκ­κλη­σίας που πα­ροι­κεί στην Φθι­ώ­τιδα, του ι­ε­ρού Κλή­ρου, των μο­να­χι­κών τα­γμά­των και του ευ­σε­βούς λαού, τους ο­ποί­ους δι­η­κό­νησε με πί­στη και συ­νέ­πεια, ε­φαρ­μό­ζον­τας πι­στά, ό­πως ο ί­διος έ­γραψε στους «Ποι­μαν­τι­κούς Βη­μα­τι­σμούς» του[2], το του Α­πο­στό­λου Παύ­λου: «ουχ ε­αυ­τούς κη­ρύσ­σο­μεν, αλλά Χρι­στόν Ι­η­σούν Κύ­ριον, ε­αυ­τούς δε δού­λους υ­μών δια Ι­η­σούν» (Β  Κορ. 4, 5), έ­χον­τας ως πόθο και ε­πι­δί­ωξή του «ίνα η ζωή του Ι­η­σού εν τω σώ­ματι η­μών φα­νε­ρωθή» (Β  Κορ. 4, 11).

Η ποι­μαν­τική του δι­α­κο­νία χα­ρα­κτη­ρί­σθηκε από νε­α­νική ι­κμάδα και α­γω­νι­στικό φρό­νημα, από το πρώτο έως και το τε­λευ­ταίο έ­τος, το ει­κο­στό τρίτο, της Αρ­χι­ε­ρα­τείας του. Πε­ρι­ό­δευσε πολ­λές φο­ρές ο­λό­κληρη την με­γάλη σε έ­κταση Ι­ερά Μη­τρό­πολη Φθι­ώ­τι­δος, μέ­χρι και τα πλέον δυ­σπρό­σιτα χω­ριά. Λει­τούρ­γησε α­να­ρί­θμη­τες φο­ρές, δι­η­κό­νησε με α­ξι­ο­ζή­λευτη σπουδή το κή­ρυ­γμα και την κα­τή­χηση του λο­γι­κού ποι­μνίου του, α­γω­νί­σθηκε για την α­να­ζω­πύ­ρωση του χα­ρί­σμα­τος των Κλη­ρι­κών τους ο­ποί­ους βρήκε στη Φθι­ώ­τιδα, ενώ πα­ράλ­ληλα χει­ρο­τό­νησε και πολ­λούς νέ­ους και φε­ρέλ­πι­δες Κλη­ρι­κούς. Ταυ­το­χρό­νως, φρόν­τισε και τις α­νάγ­κες των μο­να­στι­κών τα­γμά­των της Ε­παρ­χίας του, ενώ κυ­ρι­ο­λε­κτικά α­να­λώ­θηκε στην δι­α­κο­νία του λαού του Θεού της κατά Φθι­ώ­τιδα Εκ­κλη­σίας, κα­λών­τας δι­αρ­κώς τους χρι­στι­α­νούς του, α­κόμη και σε μια ε­ποχή έν­το­νης εκ­κο­σμί­κευ­σης ό­πως η ση­με­ρινή, να ζή­σουν «σω­φρό­νως και δι­καίως και ευ­σε­βώς εν τω νυν αι­ώνι» (Τιτ. 2, 12), το­νί­ζον­τας ότι «η ευ­σέ­βεια προς πάντα ω­φέ­λι­μός ε­στιν, ε­παγ­γε­λίας έ­χουσα ζωής της νυν και της μελ­λού­σης» (Α  Τιμ. 4, 8).

Ο μα­κα­ρι­στός Μη­τρο­πο­λί­της Νι­κό­λαος πο­ρεύ­θηκε με ι­σορ­ρο­πία και δι­ά­κριση, ερ­γα­ζό­με­νος α­κα­τά­παυ­στα πολ­λές ώ­ρες της η­μέ­ρας και της νύ­κτας και προ­σευ­χό­με­νος δι­αρ­κώς για τη σω­τη­ρία τη δική του και του ποι­μνίου του, ενώ δι­η­κό­νησε τον ό­λον άν­θρωπο και τις α­νάγ­κες του, ε­πι­δει­κνύ­ον­τας ι­δι­αί­τερη προ­σή­λωση και προς τον πά­σχοντα α­δελφό, ε­φαρ­μό­ζον­τας με πι­στό­τητα την α­πο­στο­λική εν­τολή: «της δε ευ­ποι­ΐας και κοι­νω­νίας μη ε­πι­λαν­θά­νε­σθε· τοι­αύ­ταις γαρ θυ­σί­αις ευ­α­ρε­στεί­ται ο Θεός» (Εβρ. 13, 16). Και ε­πειδή ή­ταν τί­μιος στην δι­α­χεί­ρισή του, προ­σέλ­κυσε πολ­λούς αν­θρώ­πους, οι ο­ποίοι του εμ­πι­στεύ­θη­καν τις προ­σφο­ρές τους, τις ο­ποίες εί­δαν να α­ξι­ο­ποι­ούν­ται με την α­νε­γερση και την καλή λει­τουρ­γία Κέν­τρων Νε­ό­τη­τος, Γη­ρο­κο­μείων, Κέν­τρων Α­γά­πης, Στε­γών Κα­τα­κοί­των, Σχο­λών Βυ­ζαν­τι­νής Μου­σι­κής, Βι­βλι­ο­πω­λείου, Κα­τα­σκη­νώ­σεων και πολ­λών α­κόμη εκ­κλη­σι­α­στι­κών ι­δρυ­μά­των, που αγ­κα­λι­ά­ζουν κάθε πτυχή της αν­θρώ­πι­νης ζωής και α­νάγ­κης.

Και στα Συ­νο­δικά κα­θή­κοντα, ό­μως, ο μα­κά­ριος Μη­τρο­πο­λί­της δεν ο­λι­γώ­ρησε. Κα­τέ­θετε πάν­τοτε την μαρ­τυ­ρία της το­πι­κής Εκ­κλη­σίας του με πα­ρεμ­βά­σεις καί­ριες και λόγο ε­νω­τικό, ορ­θο­το­μών­τας την α­λή­θεια σε α­να­κύ­πτοντα ζη­τή­ματα περί το δό­γμα, το εκ­κλη­σι­α­στικό ή­θος, τις σχέ­σεις Εκ­κλη­σίας και Πο­λι­τείας, την εκ­κλη­σι­α­στική εκ­παί­δευση, την ο­ποία ι­δι­αι­τέ­ρως α­γα­πούσε και ε­στε­νο­χω­ρείτο ό­ταν έ­βλεπε ότι δεν εκ­πλη­ρώ­νει τον σκοπό της, που εί­ναι η μόρ­φωση των μελ­λόν­των ι­ε­ρά­σθαι, αλλά και την χρι­στι­α­νική α­γωγή της νε­ό­τη­τος, την ο­ποία με ι­δι­αί­τερο ζήλο δι­η­κό­νησε επί πολλά έτη, ως Πρό­ε­δρος της ο­μω­νύ­μου Συ­νο­δι­κής Ε­πι­τρο­πής.

Εν ο­λί­γοις, ο Φθι­ώ­τι­δος Νι­κό­λαος γνώ­ριζε ποίος εί­ναι, Ποίον δι­α­κο­νεί, αλλά και Ποίον ει­κο­νί­ζει και γι’ αυτό δεν δί­σταζε στα ό­ρια της Ε­πι­σκο­πής του, να εί­ναι ο Πρω­τεύων σε όλα: στη Θεία Ευ­χα­ρι­στία, στα μυ­στή­ρια, στον συν­το­νι­σμό ό­λων των δι­α­κο­νιών, στις χα­ρές και τις λύ­πες των αν­θρώ­πων, σε­βό­με­νος την εκ­κλη­σι­α­στική τάξη και ζωή, ε­νο­ποι­ών­τας όλα τα επί μέ­ρους χα­ρί­σματα, κα­λών­τας συ­νε­χώς σε ε­νό­τητα και ταυ­τό­χρονα α­πο­τε­λών­τας ο ί­διος, ως ει­κόνα Χρι­στού, την ο­ρατή ε­νό­τητα της κατά Φθι­ώ­τιδα Εκ­κλη­σίας. Και ό­πως προ­σφυώς έ­γραψε ο Σε­βα­σμι­ώ­τα­τος Μη­τρο­πο­λί­της Γου­με­νίσ­σης κ. Δη­μή­τριος: «ο Φθι­ώ­τι­δος Νι­κό­λαος ερ­γά­σθηκε και ποτέ δεν έ­μεινε μό­νος»[3], όν­τας α­λη­θι­νός πα­τέ­ρας όχι του ε­νός η κά­ποιων, αλλά ό­λων. Γι’ αυτό και όν­τως «έ­τοιμη» ή­ταν η καρ­δία του και η ύ­παρξή του ο­λό­κληρη γι’ αυτή την ώρα της ε­ξό­δου του από τον πα­ρόντα βίο.

Ο Μα­κα­ρι­ώ­τα­τος Αρ­χι­ε­πί­σκο­πος Α­θη­νών και πά­σης Ελ­λά­δος κ. Ι­ε­ρώ­νυ­μος, η σε­πτή χο­ρεία των α­γίων Αρ­χι­ε­ρέων της Εκ­κλη­σίας της Ελ­λά­δος, οι ευ­σε­βείς και φι­λό­χρι­στοι Άρ­χον­τες, οι ο­ποίοι με λό­γους εγ­κω­μι­α­στι­κούς α­να­φέρ­θη­καν αυ­τές τις η­μέ­ρες στην προ­σφορά του α­ει­μνή­στου Μη­τρο­πο­λί­του, αλλά και ο ευ­α­γής ι­ε­ρός Κλή­ρος και ο πεν­θη­φό­ρος λαός του Θεού, το σε­πτόν Πλή­ρωμα της Ι­ε­ράς Μη­τρο­πό­λεως Φθι­ώ­τι­δος, θερ­μό­τατα δε­ό­μεθα αυτή την ώρα προς τον Κύ­ριό μας Ι­η­σού Χρι­στό, που εί­ναι η Α­νά­σταση και η ζωή ό­λων μας, δια των πρε­σβειών της Υ­πε­ρα­γίας της Θε­ο­τό­κου της Ευ­αγ­γε­λί­στριας, του Α­γίου εν­δό­ξου Α­πο­στό­λου και Ευ­αγ­γε­λι­στού Λουκά πο­λι­ού­χου Λα­μίας, του εν α­γί­οις πα­τρός η­μών Νι­κο­λάου Ε­πι­σκό­που Μύ­ρων της Λυ­κίας του θαυ­μα­τουρ­γού, του Ο­σίου και θε­ο­φό­ρου πα­τρός η­μών Ι­ω­άν­νου του Ρώσ­σου του νέου Ο­μο­λο­γη­τού, τον ο­ποίον ι­δι­αι­τέ­ρως ευ­λα­βείτο ο με­τα­στάς Αρ­χι­ε­ρεύς, έ­χον­τας α­νε­γεί­ρει ι­ερό Πα­ρεκ­κλή­σιο προς τι­μήν του στη γε­νέ­τειρά του, και πάν­των των Φθι­ω­τών Α­γίων, να α­να­παύ­σει το σε­πτό σκή­νωμα του μα­κα­ρι­στού Μη­τρο­πο­λί­του κυ­ρού Νι­κο­λάου και να τον συ­να­ρι­θμή­σει με­ταξύ των α­γίων και των δι­καίων Του, συμ­πα­ρε­δρεύ­οντα στο Ου­ρά­νιο Θυ­σι­α­στή­ριο.

Του πο­λυ­σε­βά­στου και πο­λυ­κλαύ­στου Μη­τρο­πο­λί­του Φθι­ώ­τι­δος κυ­ρού Νι­κο­λάου, ας εί­ναι η μνήμη αι­ω­νία και ε­μείς ό­λοι οι πε­ρι­λει­πό­με­νοι ας έ­χουμε την ευχή του.

[1]    Καβάφη, Π. Κωνσταντίνου, Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον (Δώδεκα Μονόφυλλα – Πέμπτο Μονόφυλλο), εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 2013.
[2]    Νικολάου, Μητροπολίτου Φθιώτιδος, Ποιμαντικοί Βηματισμοί – 5 χρόνια, ἐκδ. Ιεράς Μητροπόλεως Φθιώτιδος, Λαμία 2002, σελ. 7.
[3]    Δημητρίου, Μητροπολίτου Γουμενίσσης, Ο νησιώτης Επίσκοπος μετανάστης της γης, στό https://www.romfea.gr/katigories/10-apopseis/30638-o-nisiotis-episkopos-metanastis-tis-gis

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ