Η Εκκλησία της Ελλάδος την Κατοχή και η δράση του Αθηνών Δαμασκηνού – Αφιέρωμα στην “Κιβωτό της Ορθοδοξίας”

  • Δόγμα

Του Δρος Θεολογίας π. Αθ. Καρυάμη

Η ανάληψη των καθηκόντων του προκαθημένου της Εκκλησίας της Ελλάδος από τον Αθηνών Δαμασκηνό Παπανδρέου τον έφερε αντιμέτωπο με ένα σορό δισεπίλυτα προβλήματα που θα έπρεπε άμεσα να αντιμετωπισθούν. Το μόνο παρήγορο ήταν για τον ίδιο, πως όλοι γνώριζαν ότι όπως είχαν εξελιχθεί τα πράγματα, ο Αθηνών Δαμασκηνός ήταν πλέον η μόνη αναγνωρίσιμη προσωπικότητα με το ανάλογο κύρος. Ο μεγαλύτερος πονοκέφαλος του ήταν προσπάθεια  εξάρθρωσης του εκκλησιαστικού ελληνικού στοιχείου από τη βόρεια Ελλάδα, από τους συμμάχους του Άξονα τους Βουλγάρους. Ήδη, επί των ημερών του Αθηνών Χρύσανθου Φιλιππίδη η Ιερά Σύνοδος του Πατριαρχείου της Βουλγαρίας αγνόησε την επιστολή της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος για παροχή ηθικής υποστήριξης στον αγωνιζόμενο ελληνικό λαό και έβαλε την επιστολή στο αρχείο Η κίνηση αυτή αντανακλούσε τα αισθήματά του που είχαν τις ρίζες τους στη Βουλγαρική Εξαρχία. Οι Βούλγαροι όταν είδαν ότι η εμπλοκή της Γερμανίας στην περιοχή ήταν αναπόφευκτη, αφού οι εξελίξεις στον πόλεμο μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας δεν θα άφηναν αδιάφορους τους συμμάχους της, οπότε διάλεξαν στρατόπεδο. Έτσι, η  Συμφωνία μεταξύ 24ης Απριλίου 1941 μεταξύ βασιλέως Μπόρις εφαρμόστηκε μετά την εισβολή των Γερμανών έφερε σε απελπιστική θέση τους Έλληνες Ορθοδόξους κληρικούς και λαϊκούς, αφού έζησαν πρωτόγνωρες πιέσεις για να αφελληνισθούν. Οι μητροπόλεις της Βουλγαρίας από 11 που ήταν αυξήθηκαν σε 15 μετά την παραχώρηση της Ανατολικής Μακεδονίας και Δυτικής Θράκης. Οι Γερμανοί αναγνώριζαν ότι το μόνιμο πρόβλημα της νομιμότητας των εκκλησιαστικών βουλγαρικών αρχών υπήρξε η μη άρση της του σχίσματος που συνέβη το 1878. Οι Βούλγαροι αρχιερείς Παΐσιος και Κύριλλος συναντήθηκαν το 1941 με τον σύμβουλο του γερμανικού υπουργού των Εξωτερικών Gerstenmaier και τον Γερμανό πρεσβευτή στη χώρα τους Beckerle και απαίτησαν την συμβολή τους στην λύση αυτού του ακανθώδους ζητήματος, με την πίεση τους προς τον προκαθήμενο της Εκκλησίας της Ελλάδος, ώστε να μεσολαβήσει στον Οικουμενικό θρόνο, με αντάλλαγμα από τον μητροπολίτη Κύριλλο την ηπιότερη μεταχείριση των Ελλήνων Ορθοδόξων στις περιοχές που τους είχαν παραχωρηθεί. Το αντάλλαγμα που θα έπαιρναν οι Γερμανοί ήταν η συμμετοχή των Βουλγάρων ιεραρχών κατά του κομμουνισμού. Στη συνέχεια, ο Eugen Gerstenmainer συναντήθηκε με τον Αθηνών Δαμασκηνό ο οποίος του υπέδειξε ως μόνη λύση για την άρση του σχίσματος την αίτηση συγνώμης προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως[1].

   Οι σχέσεις των γερμανικών αρχών κατοχής με το Αθηνών Δαμασκηνό ακολουθούν μια νέα τροπή μετά από τον Οκτώβριο του 1942, αφού η εντολή που ήρθε από το Βερολίνο απαιτούσε την «επεξεργασία του προβλήματος της Ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας». Από τον επόμενο χρόνο τα προβλήματα του Αθηνών Δαμασκηνού με τους Γερμανούς ήταν ορατά δια γυμνού οφθαλμού. Όπως ο Γ. Ψαλλίδας αναφέρει: «Από τον Απρίλιο του 1944, μάλιστα οι γερμανικές κατοχικές δυνάμεις επιφύλαξαν στην ηγεσία της Εκκλησίας της Ελλάδος, και πιο συγκεκριμένα στον επικεφαλής της, παρόμοια μεταχείριση με αυτήν του προκαθημένου και της ηγεσίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας στη Σερβία. Αυτό ήταν η αφορμή μέχρι την Απελευθέρωση η κεντρική διοίκηση της ΕτΕ να εμφανιστεί ως θεσμός της αντίστασης των πολιτών»[2]

   Στις 12 – -09 – 1943 ημέρα Κυριακή άνδρες της Γκεστάπο έκαναν επιδρομή στα γραφεία της αρχιεπισκοπής Αθηνών ψάχνοντας για όπλα διεξάγοντας έρευνα για 2 ½ ώρες, δημιουργώντας μεγάλη αναστάτωση. Έφτασαν μέχρι τη διάρρηξη του γραφείου του αρχιεπισκόπου Αθηνών παρότι γνώριζαν ότι οι διεθνείς συνθήκες δεν επιτρέπουν να γίνονται έρευνες στα γραφεία αρχηγών των Εκκλησιών[3].

   Ένα άλλο μεγάλο πρόβλημα για τον Αθηνών Δαμασκηνό ήταν η αντίδραση των δοσιλογικών κυβερνήσεων για την παραμονή στην Αθήνα σημαντικού αριθμού αρχιερέων, ειδικά εκείνων που οι επαρχίες τους βρισκόταν στη Βόρεια Ελλάδα. Ακόμα και η συγκρότηση της ΔΙΣ από αυτούς δεν ικανοποιούσε τον Γ. Τσολάκογλου. Ο αρμόδιος υπουργός  Κ. Λογοθετόπουλος με έγγραφό του προς την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος [Σ. Π. 4 / 3. 1. 42] ζητούσε την παρουσία των μητροπολιτών στις μητροπόλεις τους και να λήξουν οι εργασίες της ΔΙΣ το Φεβρουάριο, ώστε, οι ιεράρχες να γυρίσουν πίσω στις έδρες τους. Η Ιερά Σύνοδος απάντησε ότι η ανυπαρξία κατάλληλων και απαραίτητων μέσων  συγκοινωνίας δεν επιτρέπει την αναχώρηση των ιεραρχών με ασφάλεια[4].

     Ένα άλλο μεγάλο πρόβλημα υπήρξε η κατάσταση που επικρατούσε στο Άγιο Όρος. Το Άγιον Όρος απελευθερώθηκε στη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων. Μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης οι αγιορείτες πατέρες αποφάσισαν να συνέλθει στις Καρυές του Αγίου Όρους πενταμελής επιτροπή για να συντάξουν σχέδιο Καταστατικού Χάρτη. Στη συνέχεια, το σχέδιο αυτό έγινε δεκτό από τη Γενική Συνέλευση τους υπό τον τίτλο «Έκτακτος Διπλή Ιερά Σύναξις», από την  οποία απείχαν οι αντιπρόσωποι της Ρωσικής μονής του Αγίου Παντελεήμονα. Τέλος, η ελληνική κυβέρνηση στις 10 Σεπτεμβρίου 1926 επικύρωσε το Σχέδιο του αυτοδιοίκητου ιδιότυπου καθεστώτος ως τμήματος της ελληνικής επικράτειας, το οποίο τελεί υπό την πνευματική δικαιοδοσία του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Οι κυβερνήσεις στην Ελλάδα έδειξαν ιδιαίτερο σεβασμό στο Άγιον Όρος, το ίδιο με εκείνο των αυτοκρατόρων στο Βυζάντιο. Όμως, στην περίοδο της κατοχής ήρθαν ξανά στην επιφάνεια ανοικτά προβλήματα από το παρελθόν. Ένα από αυτά ήταν η αναβίωση του πανσλαβισμού. Οι Βούλγαροι περίμεναν ότι το Άγιο Όρος θα τους παραχωρείτο από τους Γερμανούς συμμάχους τους όταν κατέλαβαν την Ελλάδα. Έτσι, οι μοναχοί βρέθηκαν σε δύσκολη θέση, αφού περίμεναν την είσοδο των Βουλγάρων και επανάληψη των τραγικών γεγονότων του παρελθόντος. Για να αμυνθούν απέναντι σε αυτή την άσχημη για αυτούς εξέλιξη,  έστειλαν επιστολή στον Αδόλφο Χίτλερ, του εξήγησαν την αντιμετώπισή τους στο παρελθόν από τους αυτοκράτορες στο Βυζάντιο και του ζητούσαν να μην αλλάξει το καθεστώς του Αγίου Όρους. Ο Χίτλερ έκανε δεκτό το αίτημά τους, όμως, οι Ιερές Μονές Ζωγράφου και Αγίου Παντελεήμονος που δεν ήταν στα χέρια Ελλήνων μοναχών, αντιδρούσαν σε μια τέτοια εξέλιξη και κατηγορούσαν τους υπολοίπους για τα φιλικά τους αισθήματα απέναντι στον κομμουνισμό. Το άλλο μεγάλο ζήτημα που ήρθε στην επιφάνεια εξαιτίας των συνθηκών που επικρατούσαν κατά τη διάρκεια της κατοχής ήταν το κελλιώτικο, το οποίο ήταν υψίστης σημασίας και αφορούσε τον βιοπορισμό όσων παρέμεναν στο Άγιο Όρος. Όταν κατέφθασαν εκεί οι αντάρτες του ΕΛΑΣ οι διαβιούντες στα κελλιά μοναχοί περίμεναν να λυθεί το πρόβλημά τους. Το ΕΑΜ το Μάρτιο του 1944 μέσω της Περιφερειακής Επιτροπής Χαλκιδικής έστειλε επιστολή στις Ιερές Μονές, στις Σκήτες και στα Κελλιά ζητώντας την ενίσχυση του απελευθερωτικού τους αγώνα με εράνους για τη συγκέντρωση τροφίμων και ειδών ρουχισμού. Οι έρανοι συνεχίστηκαν με υπερβολικό τρόπο και η Ιερά Κοινότητα διαμαρτυρήθηκε στο ΕΑΜ Πολυγύρου. Μία άλλη πληγή για τους μοναχούς υπήρξε η παρουσία κάποιων που ισχυριζόταν ότι ήταν αντάρτες και απαιτούσαν οικονομική ενίσχυση. Λίγο αργότερα ένοπλοι αντάρτες του ΕΛΑΣ εγκαταστάθηκαν στην περιοχή ως υπεύθυνοι για την τήρηση της τάξεως, ενώ ιδρύθηκε η Τοπική Επιτροπή του ΕΑΜ Αγίου Όρους. Μέσα σε αυτό το κλίμα προσπάθησαν κάποιοι να δοθεί άμεσα λύση στο κελλιώτικο ζήτημα με την αλλαγή του Καταστατικού Χάρτη. Οι Εξαρτηματικοί με σύμμαχό τους το ΕΑΜ, προσπάθησαν να ανατρέψουν την υφιστάμενη κατάσταση. Τελικά, συμφωνήθηκε να συγκαλέσουν στην Σκήτη του Αγίου Ανδρέα Έκτακτη Μεγάλη Τριπλή Σύναξη για να εξετάσουν το ζήτημα που είχε ανακύψει. Ο εκπρόσωπος του ΕΑΜ απαίτησε να δημιουργηθούν στα μοναστήρια επιτροπές του ΕΑΜ, να αλλάξει η διαδικασία της εκλογής προϊσταμένων των ιδιόρρυθμων μονών και να συμμετάσχουν στη διοίκηση και οι Εξαρτηματκοί. Οι Ιερές Μονές αναγκαστικά δέχθηκαν μόνο την πρώτη πρόταση του ΕΑΜ και δήλωσαν ότι τα άλλα δύο ζητήματα θα έπρεπε να αντιμετωπισθούν μετά τη λήξη του πολέμου. Μετά από αλλεπάλληλες διαβουλεύσεις αποφασίστηκε να γίνει μια συνδιάσκεψη για την οργάνωση του ΕΑΜ στο Άγιο Όρος, η οποία έγινε στις 22 Οκτωβρίου 1944. Μετά την συμφωνία της Βάρκιζας αποχώρισε το ΕΑΜ – ΕΛΑΣ από το Άγιο Όρος. Τον Απρίλιο του 1945 εγκαταστάθηκαν στο Άγιο Όρος λίγοι χωροφύλακες. Ανάμεσα στα καθήκοντά τους ήταν η αναχαίτηση των ομάδων του Δημοκρατικού Στρατού, αφού το Άγιο Όρος ήταν αποστρατικοποιημένη ζώνη, και δεν έπρεπε να υπάρχει τακτικός στρατός. Κάθε παρεκτροπή θα έδινε την ευκαιρία στα κράτη μέλη του Ανατολικού μπλοκ να αξιοποιήσουν την ενέργεια αυτή στους διεθνής οργανισμούς. Οι Γ. Πρίντζιπας  και Γ. Καραγιάννης γράφουν: «Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι η πολιτική της Ρωσίας για διεθνοποίηση του Αγίου Όρους δεν εγκαταλείφθηκε από τη Σοβιετική Ένωση»[5].

    Μια άλλη πτυχή που έπαιξε ρόλο για τη στάση των κατακτητών και των δοσιλογικών κυβερνήσεων υπήρξε η συνεργασία κάποιων αρχιερέων και απλών ιερέων, με τις αντιστασιακές οργανώσεις και ειδικά του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ. Εκτός από τους μητροπολίτες Σερβίων και Κοζάνης Ιωακείμ και Ηλείας Αντώνιο που πήραν μέρος στην κυβέρνηση της ΠΕΕΑ υπήρξαν και κάποιοι άλλοι αρχιερείς που συνεργάστηκαν με τις αντάρτικες ομάδες. Ο μητροπολίτης Χίου Ιωακείμ Στρουμπής (1880 – 1950) υπήρξε από τους θαυμαστές και πολιτικός φίλος του Ελευθέριου Βενιζέλου τον οποίο στήριξε έμπρακτα, προσχωρώντας στο κίνημα της Θεσσαλονίκης το 1916. Ο ίδιος εξέδωσε βιβλίο το 1917 με τις ομιλίες του στην Αγία Σοφία Θεσσαλονίκης και στη Λέσχη Αξιωματικών. Στα περιεχόμενά του περιλαμβάνει και το τηλεγράφημα του στις 12 Δεκεμβρίου 1916 προς την ΙΣΕΕ και την ενημέρωνε ότι: «Συμμεριζόμενος εθνικήν αγανάκτησιν έπαυσα μνημονεύων ονόματα βασιλέως και οίκου αυτού». Οι λόγοι ήταν γεμάτοι ύμνους στην τριανδρία της Προσωρινής Κυβέρνησης της Θεσσαλονίκης και στιγμάτιζαν τη βασιλική κυβέρνηση της Αθήνας. Μετά την ήττα των Φιλελευθέρων στις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920 αυτοεξορίσθηκε στην Πόλη, στο πλευρό του φιλοβενιζελικού Πατριάρχη Μελετίου Δ΄ Μεταξάκη. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή το 1922 παρέμεινε στα Πατριαρχεία όπου υπερασπίστηκε τα πατριαρχικά οικήματα από τον διαβόητο παπα – Ευθύμ και τους οπαδούς του. Λίγο αργότερα με τη βοήθεια του Βενιζέλου βρίσκεται στην ιδιαίτερη πατρίδα του τη Χίο, στη νεοϊδρυθείσα μητρόπολη Καρδαμυλίων, Βολισσού, Οινουσών και Ψαρών. Το Δεκέμβριο του 1933 μετά την παραίτηση του μητρ. Χίου Ψαρών και Οινουσών Πολύκαρπου, με νομοθετικό διάταγμα καταργείται η μητρόπολη Καρδαμήλων, Βολισσού, Οινουσών και Ψαρών και εκλέγεται ο Ιωακείμ νέος μητρ. Χίου, Ψαρών και Οινουσών. Στη διάρκεια της κατοχής προσχωρεί στο τοπικό ΕΑΜ, διαδραματίζοντας σημαντικό ρόλο[6].

    Το τοπικό ΕΑΜ της Χίου συγκροτήθηκε στις 14 Σεπτεμβρίου 1943 μετά από συνένωση των εκεί αντιστασιακών ομάδων. Η επαφή του ιεράρχη με το ΕΑΜ πρέπει να έγινε πριν από το φθινόπωρο. Ο μητροπολίτης Χίου Ιωακείμ παρά την απαγόρευση των αρχών για την τέλεση μνημοσύνου του Ιάσωνα Καλαμποκά λόγω της συνεργασίας του με το ΕΑΜ δεν υπάκουσε. Στις αρχές του 1945 η ΙΣΣΕ αρχίζει ανακρίσεις κατά όλων των ιεραρχών που εντάχθηκαν στο ΕΑΜ. Μια ομάδα από Χιώτες που ανήκαν  στον εθνικόφρονα χώρο ίδρυσαν στις 20 Δεκεμβρίου 1944 την Εθνική Οργάνωση Χίου. Η οργάνωση αυτή είχε  πρόεδρο της Διοικούσας Επιτροπής τον Παναγιώτη Σπανούδη και γραμματέα τον Κίμωνα Πυργάκη. Το Φεβρουάριο του 1945 συγκροτήθηκε επιτροπή η οποία θα αναλάμβανε το έργο της διατύπωσης κατηγορίας στην ΙΣΕΕ και στο αρμόδιο υπουργείο, εναντίον του μητρ. Χίου Ιωακείμ Στρουμπή. Μετά από πολλές αλληλοκατηγορίες στο εσωτερικό της επιτροπής παραιτήθηκε ο γραμματέας Πυργάκης. Μετά από τη συνεδρίαση στο γραφείο του νομάρχη Χίου Σωτ. Σταματιάδη αποφασίστηκε να μεταβεί στην πρωτεύουσα μια επιτροπή και να βολιδοσκοπήσει τις διαθέσεις της ΙΣΕΕ. Η επιτροπή ήρθε στην πρωτεύουσα το Μάρτιο του 1945 και συναντήθηκε με τον γραμματέα της ΙΣΕΕ και τους Συνοδικούς αρχιερείς μητρ. Αλεξανδρουπόλεως και Μαντινείας. Η επιτροπή αυτή προώθησε την καταγγελία στον Ν. Πλαστήρα και στο συμπατριώτη τους αρμόδιο υπουργό καθηγητή Κωνσταντίνο  Άμαντο, ο οποίος δεν ήθελε να εμπλακεί. Στις 21 Μαρτίου η επιτροπή πήγε στο συνοδικό Μέγαρο και ενημέρωσε προφορικά τον μητρ. Ιωαννίνων Σπυρίδωνα που εκτελούσε χρέη προέδρου. Οι ενέργειες κατά του Ιωακείμ Στρουμπή δεν σταματούν. Ο μητροπολίτης στις 13 Ιανουαρίου 1946 πηγαίνει σε συγκέντρωση της ΕΠΟΝ που έγινε στον κινηματογράφο «Αστήρ» ξεσηκώνοντας τους εθνικόφρονες. Στις 16 Ιανουαρίου 1946 αστυνομικοί πυροβολούν στο συνοικισμό Βαρβασίου τους Μανώλη Μαυράκη και ο Γιάννη Πίττα. Στην κηδεία ο  Ιωακείμ καυτηρίασε την ενέργεια των αστυνομικών οργάνων, ανοίγοντας τον ασκό του Αιόλου. Το Μάϊο του1946 ο  Θηβών και Λεβαδείας Πολύκαρπος   μεταβαίνει στη Χίο ως ανακριτής μαζί με τον αρχιμ. Κωνσταντίνο Παπαλουκά, γραμματέα της ΙΣΕΕ και διενεργεί ανακρίσεις. Τελικά, το Συνοδικό Δικαστήριο καθαιρεί τον Ιωακείμ τον Ιούλιο του 1946. Ο Ιωακείμ δεν είχε παραβρεθεί στη δίκη λόγω ασθενείας. Στη συνέχεια, ασκεί ανακοπή κατά της πρωτόδικης απόφασης. Στις 26 Σεπτεμβρίου 1946 η ΙΣΕΕ μετατρέπει την ποινή του και τον κηρύσσει έκπτωτο από το θρόνο του. Διάδοχός του στη μητρόπολη της Χίου ένας πλαστηρογένητος αρχιερέας, γνωστός αντικουμουνιστής, στενότατος συνεργάτης του Αθηνών Μελετίου Μεταξάκη, ο από Καρυστίας Παντελεήμονας Φωστείνης ιδρυτής του Ιερού Τάγματος του Αγίου Παντελεήμονος[7]

  Παραπομπές:

[1] Γρηγόριος Ψαλλίδας, Συνεργασία και Ανυπακοή: Η πολιτική της ηγεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος στην κατοχή (1941 – 1944), εκδόσεις Εστία, Αθήνα 2016, σελ. 97 – 102.

[2] Γρηγόριος Ψαλλίδας, Συνεργασία…, ό. π., σελ.147 – 148.

[3] Ιωάννου Σαράμπελα, Δαμασκηνός Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος, Αθήναι 1984, χ. ε., σελ. 83 – 85.

[4] Θεόκλητος Στράγκας (αρχιμ.), Εκκλησίας Ελλάδος Ιστορία εκ πηγών Αψευδών 1817 – 1967, τόμος Δ΄, Αθήναι 2001(3), χ. ε., σελ. 2443 – 2445.

[5] Γ. Πρίντζιπας – Γ. Καραγιάννης, Εκκλησία και ελληνισμός από το 1821 μέχρι σήμερα. Ιστορική επισκόπηση, εκδόσεις Προσκήνιο, Χαλάνδρι 2005, σελ. 198 – 202.

[6] Α. Μιχαηλίδης, Ο Μητροπολίτης Χίου  Ιωακείμ Στρουμπής. Η κοινωνική του δράση στη Χίο και η δίωξή του, εκδόσεις Άλφα Πι, Χίος 2009, σελ. 26 – 27. Βλ. Γ. Πρίντζιπας, Οι Τουκορθόδοξοι, εκδόσεις Σαΐτης, Αθήνα 2018.

[7] Α. Μιχαηλίδης, Ο Μητροπολίτης Χίου Ιωακείμ Στρουμπής…, ό. π., σελ. 40 – 44 και 52- 66.

Απόρρητο