Μητρόπολη Βεροίας: Πανηγυρική Αρχιερατική Αγρυπνία Αγίου Ιγνατίου

  • Dogma
βεροίας

Με την καλούμενη θρησκευτική ευλάβεια και τάξη τελέστηκε η πανηγυρική Αρχιερατική Αγρυπνία για την εορτή του Αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου στον Μητροπολιτικό Ναό Βεροίας.

Την Τετάρτη 19 προς Πέμπτη 20 Δεκεμβρίου στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου Βεροίας τελέστηκε πανηγυρική αγρυπνία για την εορτή του Αγίου Ιγνατίου του θεοφόρου προεξάρχοντος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας κ. Παντελεήμονος.

Κατά την διάρκεια της Αγρυπνίας τέθηκε σε προσκύνηση η τιμία Κάρα του Αγίου που φυλάσσεται στην Ιερά Μητρόπολη μας.

βεροίας

Η ομιλία του Σεβασμιωτάτου :

«Ἀθλήσας … δι᾽ ἀγάπην Θεοῦ, ἐρῶν τοῦ ἐρᾶσθαι, παθεῖν οὐ πα­ρῃ­­τεῖτο».

Λίγες μόλις ἡμέρες πρίν νά προ­σκυ­νήσουμε καί πάλι τό θαῦμα τῆς θείας ἀγάπης στό σπήλαιο τῆς Βηθλεέμ, λίγες ἡμέρες πρίν νά ἀνυ­­μνήσουμε τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πού «ἔκλινε» γιά χάρη μας τούς οὐ­ρανούς καί ἦρθε ὡς βρέφος στή γῆ, τιμοῦμε ἀπό­ψε τή μνήμη ἑνός ἁγίου ἱεράρ­χου καί μάρτυρος, τοῦ ἁγίου Ἰγνα­τίου τοῦ Θεοφόρου. Προσκυνοῦμε ἐν εὐλα­βείᾳ τή σε­πτή καί χαρι­τό­βρυτο κά­ρα του, τήν ὁποία ἔ­χουμε τή με­γά­λη εὐλο­γία νά φυλάσσουμε ὡς σε­πτό κει­μή­λιο στήν Ἱερά Μη­τρό­πο­λή μας καί ἀναθεωροῦμε, κατά τήν προ­τρο­πή τοῦ πρωτοκορυ­φαίου ἀπο­στόλου Παύλου, «τήν ἔκ­­βα­σιν τῆς ἀναστροφῆς» τοῦ ἀπο­­στολικοῦ αὐ­­τοῦ πατρός καί μάρτυρος, τοῦ ἁγίου τῆς Ἐκκλη­σίας μας, ὁ ὁποῖ­ος ἔκανε τήν ἀγά­πη πρός τόν Θεό ὄχι μόνο πράξη στή ζωή του ἀλλά καί σταθερή ἐπιλογή ζωῆς, τήν ὁποία θυ­σίασε γιά χάρη τοῦ Χρι­στοῦ.

«Ἀθλήσας γάρ δι᾽ ἀγάπην Θεοῦ, ἐ­ρῶν τοῦ ἐρᾶσθαι, παθεῖν οὐ πα­ρῃ­τεῖ­το».

Ἀγωνίσθηκε, γράφει ὁ ἱερός ὑμνογράφος γιά τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, καί ἐπειδή ἀγαποῦσε νά τόν ἀγαποῦν, δέν παραιτήθηκε ἀπό τήν ἐπιθυμία του νά μαρτυρή­σει γιά χάρη τοῦ Χριστοῦ.

Ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος δέν θεωροῦσε τό μαρτύριο γιά χάρη τοῦ Χριστοῦ ὡς μία προσφορά τοῦ ἀνθρώπου στόν Θεό, ἀλλά ὡς ἀνταπόδοση τῆς ἀγάπης του πρός τόν κάθε ἄνθρω­πο. Γιατί αὐτός πού θυσι­ά­σθη­κε πρῶτος δέν ἦταν ὁ ἄνθρω­πος γιά τόν Θεό, ἀλλά ὁ Θεός γιά τόν ἄνθρωπο. Καί ὅπως ὁ Χριστός ἦρθε στή γῆ, ἔλαβε δούλου μορφή καί σταυρώθηκε γιά τή σωτηρία τοῦ κάθε ἀνθρώπου προσωπικά, ἔτσι καί ὁ ἄνθρωπος μέ τό μαρ­τύ­ριο ἀνταποδίδει στόν Χριστό τήν ἀγάπη τήν ὁποία τοῦ προσέφερε ὁ Χριστός μέ τή θυσία του.

«Ἡμεῖς ἀγαπῶμεν ὅτι αὐτός πρῶ­τος ἠγά­πη­σεν ἡμᾶς», γράφει ὁ ἠγαπη­μέ­νος μαθητής τοῦ Κυρίου, ὁ εὐαγ­γε­­λιστής Ἰωάννης. Καί αὐ­τή τήν πίστη εἶχε καί ὁ τιμώμενος ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ θεοφόρος.

Ἡ ἀγάπη του πρός τόν Χριστό δέν ἦταν μία ἁπλῆ ἀγάπη, μία συμ­πάθεια, ἀλλά ἦταν κυριολεκτι­κά μία φωτιά πού ἔκαιε τήν ψυχή του, πού πυρπο­λοῦ­σε τήν ὕπαρξή του, πού τόν ἔκανε νά ποθεῖ τό μαρτύριο, γιατί αὐτό θά τόν ἕνωνε μέ τόν Χριστό. Τόν ἔκανε νά τό πο­θεῖ στόν ἴδιο βαθμό μέ αὐ­τόν τόν ὁποῖο ἐξέφραζε καί ὁ πρω­­το­κορυφαῖος ἀπόστολος Παῦ­λος, ὅταν ἔγραφε «ἐπιθυμῶ ἀνα­λῦ­σαι καί σύν Χριστῷ εἶναι», διότι αἰ­σθα­νόταν ὅτι ἀνήκει στόν Χρι­στό, ὅτι ζοῦσε μέσα του ὁ Χριστός, τόν ὁποῖο ἐμπόδιζε νά ἀπολαύσει στήν πληρότητά του τό ἔνδυμα τῆς σαρ­κός.

Γι᾽ αὐτό καί ὄχι μόνο δέν τόν φό­βιζε τό φρικτό μαρτύ­ριο πού τόν ἀνέ­μενε, ἀλλά ἀντίθε­τα τόν χαρο­ποι­οῦσε, γιατί θά τοῦ ἔδιδε αὐτό πού ἐπιθυμοῦσε, αὐτό πού ποθοῦ­σε ἡ ψυχή του, τήν ἕνωσή του μέ τόν Χριστό.

Ἔτσι αἰσθανόταν ὁ ἅγιος Ἰγνά­τιος ὁ θεοφόρος, ὁ ὁποῖος κατά τήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας ἦταν τό παιδί ἐκεῖνο πού πῆρε ὁ Ἰη­σοῦς καί τό ἔδειξε στούς μαθη­τές του καί στό πλῆθος τῶν ἀν­θρώ­­πων καί εἶπε «ἐάν μή στραφῆ­τε καί γένησθε ὡς τά παιδία, οὐ μή εἰσέλθητε εἰς τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. Καί ὡς ἐάν δέξηται ἕν παιδίον τοιοῦτο ἐπί τῷ ὀνόματί μου, ἐμέ δέχεται». Γι᾽αὐτό καί ὀνο­μάσθηκε θεοφόρος.

Ὅμως, ἀδελφοί μου, ἐκτός ἀπό αὐτό τό περιστατικό, ὁ ἅγιος Ἰγνά­τιος ὀνομάσθηκε θεοφό­ρος, γιατί, ἐφόσον εἶχε στήν ψυχή του τόση ἀγάπη γιά τόν Χριστό, εἶχε τόν ἴδιο τόν Χριστό. Γιατί ὁ Χριστός εἶ­ναι ἡ ἀγάπη, καί «ὁ μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ ἐν τῷ Θεῷ μένει καί ὁ Θεός ἐν αὐτῷ».

Αὐτή τήν ἀγάπη ἄς προσπαθή­σου­με νά καλλιεργή­σου­με καί ἐ­μεῖς στήν ψυχή μας, ὄχι γιά νά θυ­σιάσουμε τή ζωή μας γιά χάρη του, ὄχι γιά νά μαρτυρήσουμε γιά τήν πίστη μας, γιατί δέν ζητᾶ ὁ Χρι­στός αὐτό ἀπό ἐμᾶς, ἀλλά γιατί ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ὁ πόθος καί ἡ ἐπιθυμία νά ἔχουμε τόν Χριστό στή ζωή μας, νά ἀκολουθοῦμε τά βή­ματά του, ἐφαρμόζοντας τίς ἐντο­λές του, εἶναι τό μόνο πού μπορεῖ νά γεμίσει τήν ψυχή μας.

Καί ἐάν ἡ ψυχή μας γεμίσει μέ τήν ἀγάπη γιά τόν Χριστό, μία ἀγά­πη ἔμπρακτη, πού, ὅπως εἶπα, θά γίνεται πράξη μέσα ἀπό τήν τή­ρηση τῶν ἐντολῶν του καί μέσα ἀπό τήν προσευχή καί τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας, τότε δέν θά αἰ­σθανόμεθα ποτέ τήν ψυχή μας κενή, ἄδεια, τότε δέν θά αἰσθανό­με­θα ποτέ οὔτε μόνοι, οὔτε ἐγ­κα­ταλελειμμένοι, οὔτε θλιμμένοι, γιατί ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ στήν ψυχή μας θά τή γεμίζει ἀπό­λυτα, θά τή γεμίζει μέ τή χαρά καί τήν εἰρήνη του. Καί δέν θά αἰ­σθαν­­θοῦμε οὔτε μόνοι, οὔτε ἐγκα­τα­λε­λειμ­μένοι, γιατί ὁ Χριστός οὔτε ἐγκαταλείπει οὔτε ἀπογοη­τεύει ποτέ ὅσους τόν ἀγαποῦν καί ὅσους ἔχουν τήν καρδιά τους γε­μά­τη ἀπό τήν ἀγάπη του, ὅσους ἔχουν τήν ψυχή τους διαθέσιμη γιά νά δεχθοῦν τή δική του ἀγάπη, ὅπως ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ θεοφόρος.

Εὔχομαι, λοπόν, ἀδελφοί μου, πα­τρι­κά, διά πρεσβειῶν καί τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου τοῦ θεοφόρου, νά γεμίσουμε τήν ψυχή μας μέ αὐτή τήν ἀγάπη γιά τόν Χριστό, γιά νά αἰσθανθόμαστε καί τή δική του ἀγά­πη νά μᾶς πλημμυρίζει πάντοτε.

 

TOP NEWS