Ο Μεσσηνίας Χρυσόστομος ομιλητής στο ΣΤ ’Διεθνές Θεολογικό Συνέδριο της Π.Ε.Θ.

  • Dogma

Ως εκπρόσωπος της Εκκλησίας της Ελλάδος ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομος συμμετείχε στο ΣΤ’ Διεθνές Θεολογικό Συνέδριο της Πανελλήνιας Ένωσης Θεολόγων (Π.Ε.Θ.), το οποίο πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα από 18ης έως 19ης Σεπτεμβρίου 2026, με γενικό θέμα: «Η διδασκαλία του Ορθοδόξου Μαθήματος των Θρησκευτικών με τα νέα Προγράμματα και βιβλία». Στο συνέδριο, το οποίο τελεί […]

Ως εκπρόσωπος της Εκκλησίας της Ελλάδος ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομος συμμετείχε στο ΣΤ’ Διεθνές Θεολογικό Συνέδριο της Πανελλήνιας Ένωσης Θεολόγων (Π.Ε.Θ.), το οποίο πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα από 18ης έως 19ης Σεπτεμβρίου 2026, με γενικό θέμα: «Η διδασκαλία του Ορθοδόξου Μαθήματος των Θρησκευτικών με τα νέα Προγράμματα και βιβλία».

Στο συνέδριο, το οποίο τελεί υπό την αιγίδα της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, ανεγνώσθη Μήνυμα της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος από τον εκπρόσωπο αυτής Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομο, ο οποίος στην συνέχεια εισηγήθηκε το θέμα: «Είναι αναγκαίος σήμερα ο Θεολόγος για το έργο της Εκκλησίας;».

Παρακάτω παρατίθεται η εισήγηση του Σεβασμιωτάτου.

Είναι αναγκαίος σήμερα ο Θεολόγος

για το έργο της Εκκλησίας;1

Ελλογιμώτατε κε Πρόεδρε, Κυρίες και Κύριοι, εκλεκτό ακροατήριο,

Η εκπροσώπηση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος στο παρόν Συνέδριο της Πανελλήνιας Ένωσης Θεολόγων, επιβεβαιώνει τον άρρηκτο σύνδεσμο της Θεολογίας και της Εκκλησίας, του Θεολόγου-Καθηγητού με την ποιμαίνουσα Εκκλησία, μάλιστα σε μία περίοδο την

οποία οι κοινωνιολόγοι χαρακτηρίζουν ως εποχή της μετανεωτερικότητας, κατά την οποία όλα αμφισβητούνται και παραθεωρούνται, κυρίως δε οι παραδοσιακές αξίες και οι αρχές του ανθρωπίνου ήθους, γεγονός το οποίο δημιουργεί τόσο στον εκκλησιαστικό χώρο όσο και στον θεολογικό κόσμο πολλά προβλήματα με συνέπειες ηθικές, κοινωνικές και πολιτισμικές, ενώ στην Εκκλησία ο ρόλος των Θεολόγων και των Κληρικών κάθε ιερατικού βαθμού, εξαιτίας αυτής της κατάστασης, γίνεται περισσότερο απαιτητικός. Η συνεργασία τους καθίσταται συνεπώς άκρως απαραίτητη και επιβεβλημένη, γιατί η Θεολογία καλείται να υπηρετήσει την Εκκλησία, ενώ η Εκκλησία χωρίς την προσφορά της Θεολογίας κινδυνεύει να χάσει τον προσανατολισμό της. Έτσι λοιπόν Θεολογία και Εκκλησία είναι αλληλοσυμπληρούμενες.

Κατά συνέπεια, η καταφατική απάντηση στο ερώτημα του τίτλου της παρούσας Εισηγήσεως, εάν δηλαδή είναι αναγκαίος ο Θεολόγος για την ζωή της Εκκλησίας στην σύγχρονη πραγματικότητα, θεωρείται δεδομένη και αυταπόδεικτη, αφού βρισκόμαστε σε μία περίοδο αλλαγών με τις οποίες επιδιώκεται ένας «ανθρωπικός μετασχηματισμός», με τον οποίο επιτυγχάνεται ένας τρόπος σκέψης και ζωής σύμφωνος προς τις αρχές της μετανεωτερικότητας. Επίσης η ανάπτυξη της τεχνολογίας γεννά την ψευδαίσθηση ή αυταπάτη ότι ο άνθρωπος μπορεί να υπερβεί τα όρια του, τους φραγμούς του χώρου και του χρόνου και τις πνευματικές και ψυχικές δυνατότητές του.

Εξαιτίας όμως αυτής της καταφατικής απαντήσεως, δηλαδή της συνεργασίας Εκκλησίας και Θεολογίας, τίθενται ορισμένα αφετηριακά ερωτήματα, στα οποία θα προσπαθήσουμε με την Εισήγησή μας αυτή να απαντήσουμε.

α) Ξεκινώ με την αξιωματική αρχή, ότι η Εκκλησία ποτέ δεν απεδέχθη την διάκριση ή διάσταση μεταξύ της διδάσκουσας Θεολογίας και της ποιμαίνουσας Εκκλησίας.

Υπ’ αυτήν την αρχή το βάρος του εκκλησιαστικού έργου τίθεται στους ώμους της Θεολογίας, η οποία έχει ως χρέος της αφενός να συνδέει το περιεχόμενο του λόγου της με τον λόγο περί του Θεού, ο οποίος θα πρέπει να αποτελεί τη δικαίωση των θέσεων που υιοθετεί για το οποιοδήποτε θέμα, και αφετέρου να περιγράφει το βαθύτερο και ουσιαστικό περιεχόμενο των εκκλησιαστικών, βιβλικών, πατερικών και συνοδικών κειμένων, αφού τα κείμενα αυτά δεν είναι εκθέσεις ιδεών ή διακηρύξεις θέσεων αλλά αναφέρονται άμεσα στην πίστη και τη ζωή, στο δόγμα και το ήθος της Εκκλησίας, δηλαδή της εκκλησιαστικής κοινότητας, ως «σώματος Χριστού», με τα οποία μάλιστα σχετίζεται άμεσα και η Θεολογία. Με βάση την αρχή αυτή διδάσκουσα Θεολογία και ποιμαίνουσα Εκκλησία, έχουν έναν κοινό παρανομαστή την εκκλησιαστική εμπειρία, όπως αυτή ιστορείται και διαζωγραφείται στην κοινωνία των Αποστόλων με το πρόσωπο του Χριστού, παραδίδεται μέσα στην ιστορία και ερμηνεύεται με διάφορους τρόπους και μορφές έκφρασης και διατύπωσης και καταγράφεται στην εκκλησιαστική παράδοση πάντοτε όμως σε αναφορά προς συγκεκριμένες εποχές, ανάλογα προβλήματα και πολιτισμικά περιβάλλοντα.

Όλα αυτά συνεπάγονται ότι η Θεολογία καλείται να υιοθετήσει μία ερμηνεία με σκοπό να προφέρει δημιουργικά τους τρόπους και τις μορφές εκείνες, με τις οποίες θα εκφράσει ουσιαστικά το περιεχόμενο, το νόημα και το πνεύμα των κειμένων, τα οποία υιοθέτησε η ίδια η Εκκλησία συνοδικά, δηλαδή ευχαριστιακά και πολιτισμικά, ως συγκεκριμένο λόγο-διατύπωση και ως στάση ζωής. Με τον τρόπο αυτό και μόνο ο λόγος της Εκκλησίας, ως λόγος θεολογικός, είναι δυνατόν να καταστεί «προφητικός» για την ίδια τη ζωή των πιστών και, χωρίς να περιθωριοποιηθεί να καταστεί σύγχρονος.

Το καθήκον, λοιπόν, της Θεολογίας είναι να προσφέρει στην Εκκλησία τις θεμελιώδεις και κατευθυντήριες γραμμές που θα δίνουν σ’ Αυτήν (την Εκκλησία) την δυνατότητα να κρίνει συνοδικά, για κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ποιές πολιτιστικές μορφές έκφρασης μπορούν να υιοθετηθούν ή να ενσωματώσουν το Ευαγγέλιο πιστά και ποιές αποτυπώνουν κάποια συγκεκριμένη αλλοίωση. Αυτή η διαδικασία μπορεί να χαρακτηριστεί ως «πολιτισμική» προσαρμοστικότητα, την οποία πρώτος υπέδειξε ο απ. Παύλος στο Α΄ Κορ. 9, 19-232, κυρίως ως μέθοδο ιεραποστολική και κατηχητική. Σκοπός αυτού του παύλειου ιεραποστολικού τρόπου ευαγγελισμού ήταν «ίνα πάντας τινάς σώσει» (Α΄ Κορ. 9, 22) μέσα από την διάδοση και την εμπέδωση του «Ευαγγελίου Ιησού Χριστού» με τα δεδομένα του εκάστοτε πολιτισμικού περιβάλλοντος (Ιουδαίοι, άνομοι, ασθενείς). Επίσης η συγκεκριμένη πολιτισμική προσαρμοστικότητα δεν συνεπάγεται την αλλοίωση της αλήθειας της πίστεως εις Ιησούν Χριστόν, δηλαδή το πραγματικό περιεχόμενο της πίστης, αλλά την αλλαγή του τρόπου εκφοράς και παράθεσης των επιχειρημάτων, ώστε να καταστεί αποδεκτό το βάθος του ευαγγελικού μηνύματος και της εκκλησιαστικής παραδόσεως στα όρια του πολιτισμικού γίγνεσθαι.

Η αλληλοπεριχώρηση αυτή και συμπληρωματικότητα Εκκλησίας και Θεολογίας επιβεβαιώνει, επίσης, ότι η Εκκλησία προσδοκά πολλά από την Θεολογία και η Θεολογία καλείται να προσφέρει τον θησαυρό, τον οποίο κατέχει «εν οστρακίνοις σκεύεσι», στηριζόμενη στην παράδοση, ως μία δυναμική και όχι στατική κατάσταση. Με τον τρόπο αυτό η Θεολογία καθίσταται η ερμηνευτική της βιβλικής, πατερικής, κανονικής και λειτουργικής παράδοσης της Εκκλησίας.

Καλείται, δηλαδή, να ερμηνεύσει αναφορές και εκκλησιαστικές πηγές με σκοπό την προβολή της εν Χριστώ σωτηρίας, γι’ αυτό και Θεολογία εκτός Εκκλησίας δεν υπάρχει αλλά και Εκκλησία χωρίς Θεολογία δεν νοείται. Η Θεολογία τελικά αποτελεί τη συνείδηση στη ζωή της Εκκλησίας, ενώ με τον τρόπο αυτό καθίσταται απαραίτητο στοιχείο μαρτυρίας, λειτουργίας και ζωής του ίδιου του εκκλησιαστικού σώματος.

β) Αυτή η προσφορά της Θεολογίας προς την Εκκλησία δύναται να χαρακτηριστεί ως ιεραποστολικό και ευαγγελικό ήθος, το οποίο καλούνται οι Θεολόγοι να το αναφέρουν-προσφέρουν στον χώρο της ενορίας, η οποία αποτελεί διαχρονικά το ζωοποιό και βασικό κύτταρο της εκκλησιαστικής ζωής και την ορατή έκφραση του τρόπου ύπαρξης της Εκκλησίας ως «σώματος Χριστού» και ως ευχαριστιακής συνάξεως.

Η άμεση, λοιπόν, συνεργασία Θεολόγων και Κληρικών στον χώρο της ενορίας δίνει την δυνατότητα επίτευξης της Θεολογίας τόσο στην θεωρητική όσο και στην πρακτική της διάσταση. Το πρόβλημα γεννάται όταν οι Θεολόγοι ξεχνούν ότι χωρίς την Εκκλησία ο λόγος τους είναι μία απλή θρησκειολογική ή κοινωνιολογική διδασκαλία γι’ αυτό και έχει χαμηλότατο εκκλησιαστικό αποτύπωμα και όταν θεωρούν ότι μπορούν να έχουν μία ψευδαίσθηση αυτάρκειας και αυτονομίας της δράσης τους εκτός της Εκκλησίας. Για να αποφύγουμε τέτοιου είδους παρερμηνείες θα πρέπει η ενορία να γίνει το σημείο αναφοράς των Θεολόγων, οι οποίοι, με την απαραίτητη κατάρτιση και διάκριση, θα διατυπώνουν την αλήθεια της πίστης, αξιοποιώντας τα χαρίσματά τους και προσφέροντας την αυθεντική και ανόθευτη ερμηνεία της εις Χριστόν πίστεως, κυρίως ως περιεχόμενο και τρόπο ζωής και όχι ως απλή θεωρία. Είναι χαρακτηριστική η υπόδειξη του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού, ο οποίος τονίζει ότι η πίστη δεν είναι θεωρητική γνώση περί Θεού, αλλά τρόπος ζωής, ο οποίος επιβεβαιώνεται και υποδεικνύεται με την έμπρακτη αγάπη και την τήρηση των εντολών του Θεού (Κεφάλαια περί αγάπης Α΄, ιγ΄)3.

Με τον τρόπο αυτό η όλη κατηχητική αναφορά των Θεολόγων δεν εξαντλείται σε λόγια ή φράσεις αλλά φανερώνεται μέσα από μία προβολή προτύπων με σκοπό την μεταμόρφωση του ήθους των μελών της ενορίας, αφού ως γνωστόν επιβραβεύεται από τον Χριστό όχι μόνο ο ακροατής και ο διδάσκαλος αλλά κυρίως ο ποιητής των έργων του Θεού (Ματθ. 5, 19)4.

Αυτή η διάσταση του εκκλησιαστικού ήθους του Θεολόγου μέσα στην ενοριακή δράση και ζωή απαιτεί ο Θεολόγος να είναι πιστό μέλος του «σώματος του Χριστού», δηλαδή της Εκκλησίας, και όχι κάποιος στοχαστής, κοινωνιολόγος ή εμπειρικός επιστήμονας, γι΄ αυτό και η συγκεκριμένη στάση του ως μέλους της Εκκλησίας συνεπάγεται δύο υποχρεώσεις:

Ι) Να είναι εκφραστής της αυτοσυνειδησίας του εκκλησιαστικού σώματος, η οποία διατυπούται από τον επίσκοπο και την συνοδική λειτουργία της Εκκλησίας.

ΙΙ) Να καλλιεργεί και να μεταλαμπαδεύει όχι προσωπικές απόψεις ή αντιλήψεις αλλά την εκκλησιαστική εμπειρία, όπως αυτή επιβεβαιώνεται μέσα από την βιβλική, πατερική, κανονική και λειτουργική παράδοση, όχι ως μία επαναληπτικότητα όρων ή εκφράσεων αλλά κυρίως ως προβολή του βαθύτερου νοήματός τους, ως περιεχόμενο της πίστης και της παράδοσης ως ζωής. Ίσως είναι η δυσκολότερη διάσταση της προσφοράς του έργου του αλλά είναι απαραίτητη. Η συνεργασία και υπακοή προς τον επίσκοπο της τοπικής Εκκλησίας, τον και προεστώτα της Θείας Ευχαριστίας, και μέσω αυτού προς την Ιερά Σύνοδο, επιβάλλεται, προκειμένου να μην προβάλλονται λαθασμένες ερμηνείες και πρότυπα ζωής αλλά να υποδεικνύονται με σύγχρονη γλώσσα και σε αναφορά προς το πολιτισμικό περιβάλλον ό,τι η Εκκλησία διδάσκει συνοδικά.

Τότε μόνο ο Θεολόγος υπηρετεί εποικοδομητικά την Εκκλησία και την παρουσιάζει ως απαραίτητο παράγοντα πολιτισμού, άλλως συμβάλλει ώστε τόσο η Θεολογία, όσο και η Εκκλησία να περιθωριοποιούνται. Ο ρόλος του Θεολόγου στην ενοριακή ζωή είναι σημαντικός, όταν κατανοήσει την ενορία ως χώρο και τρόπο καλλιέργειας της παιδείας και του πολιτισμού και όχι ως ένα κλειστό σώμα ψυχολογικής και κοινωνικής ασφάλειας οπαδών, οι οποίοι περιχαρακώνονται σε ένα ασφαλές και στείρο περιβάλλον, ξεκομμένο από την σύγχρονη πραγματικότητα.

Η ενορία στην σύγχρονη πραγματικότητα, με τα χαρακτηριστικά που περιγράψαμε, υπόκειται σε «πειρασμούς» εξαιτίας του ανθρωποκεντρικού της χαρακτήρα με ό,τι αυτός συνεπάγεται γι’ αυτήν. Από την ενοριακή ζωή, δεν θα πρέπει να ξεχνούμε ότι διέρχονται όλα τα σύγχρονα κοινωνιολογικά, φιλοσοφικά και ιδεολογικά ρεύματα, τα οποία δημιουργούν συνθήκες διαλόγου και προβληματισμού αλλά και εκφαίνουν τραγικές προσωπικότητες φθοράς, απομόνωσης, απανθρωπιάς των ίδιων των μελών της. Απαιτείται, λοιπόν, ο Θεολόγος να έχει την απαραίτητη κατάρτιση, μέσα από την διαλεκτική και την διάκριση, ώστε να οδηγεί στην μόρφωση και να καθοδηγεί στην εν Χριστώ μεταμόρφωση των μελών της ενοριακής ζωής, με κριτήριο όμως πάντοτε την βιωματική εμπειρία της λειτουργικής ζωής, και συγχρόνως να προβάλλει αξίες και αρχές των αληθινών προτύπων ζωής, δηλαδή των αγίων της Εκκλησίας, και την θεολογική τους εμπειρία.

γ) Τέλος, ο Θεολόγος καλείται να συμβάλλει πρώτιστα στην διαμόρφωση ολοκληρωμένων εν Χριστώ προσωπικοτήτων ως κοινή ευθύνη και συνέργεια του Θεολόγου-διδασκάλου εν τη Εκκλησία και διά της Εκκλησίας, προς σωτηρία αυτών των προσώπων. Είναι η άλλη όψη και λειτουργία της κατηχητικής διδασκαλίας του, ως βιωματικής εμπειρίας και ως συνέχεια του Μαθήματος των Θρησκευτικών, αυτό άλλωστε είναι και το αίτημα των καιρών για μία Εκκλησία ζώσα, πραγματική και ουσιαστική και για μία Θεολογία παραγωγική, αποδοτική, δυναμική και παραδοσιακή, όχι όμως εκκοσμικευμένα εκσυγχρονιστική, γιατί άλλως κινδυνεύουμε είτε να αλλοιωθούμε ως προς το εκκλησιαστικώς ζήν, είτε να είμαστε ανακόλουθοι ως προς το περιεχόμενο του αληθώς διδάσκειν θεολογικώς.

Μπορούμε λοιπόν, να ισχυριστούμε, ότι το αναγκαίο και απαραίτητο του Θεολόγου στην εκκλησιαστική ζωή και δράση επιβεβαιώνεται όταν καταφέρει η θεολογική μαρτυρία των γνώσεών του να καταστεί τρόπος έκφρασης της εκκλησιαστικής εμπειρίας και ζωής σε ένα σύγχρονο κόσμο, σε ένα πλουραλιστικό και συγχρόνως επικίνδυνο περιβάλλον, καθιστάμενος με τον τρόπο αυτό παράγοντας ενός μεταμορφωτικού και ανακαινιστικού πολιτισμικού δεδομένου.

Αυτό επιτυγχάνεται με έναν «νέον ευαγγελισμό» αντί του «επανευαγγελισμού», η χρήση του οποίου θα μπορούσε να δώσει την εντύπωση μιάς απλής βελτίωσης ή διόρθωσης των ποιμαντικών πρακτικών του παρελθόντος. Η Εκκλησία σήμερα πρέπει να επιχειρήσει να προβάλλει εκ νέου το αιώνιο μήνυμα του Ευαγγελίου μέσα από μιά διαδικασία μύησης στην πίστη. Στόχος αυτής της πρότασης θα πρέπει να είναι η διαμόρφωση ώριμων χριστιανών, οι οποίοι θα έχουν επίγνωση ότι έχουν κληθεί να βιώσουν τον Χριστό μέσα στην εκκλησιαστική κοινότητα και να Τον τοποθετήσουν στο κέντρο της ύπαρξής τους.

Η επιλογή του όρου «νέος ευαγγελισμός» αποσκοπεί στο να υπογραμμίσει ότι η σημερινή ιστορική συγκυρία απαιτεί μιά νέα δυναμική, πρώτιστα στην αναγγελία του μηνύματος του «Ευαγγελίου Ιησού Χριστού» (Μάρκ. 1,1), με νέους τρόπους έκφρασης και διατύπωσης. Προϋποθέτει την αναζήτηση νέων θεωρητικών και πρακτικών μορφών κατήχησης, μέσα από τις οποίες το διαχρονικό μήνυμα του Ευαγγελίου θα μπορέσει να ακουστεί εκ νέου στο πλαίσιο ενός διαφορετικού κοινωνικού και πολιτισμικού περιβάλλοντος.

Δεν πρόκειται, επομένως, για μιά αρχή από το μηδέν. Η Εκκλησία οικοδομεί πάνω στα θεμέλια της παράδοσής Της, πραγματοποιώντας τις αναγκαίες αναπροσαρμογές και ανανεώσεις. Με αυτή την έννοια, ο «νέος ευαγγελισμός» αφορά τόσο την αναζωπύρωση του ιεραποστολικού ζήλου όσο και την ανανέωση των ποιμαντικών μεθόδων και των πολιτισμικών τρόπων έκφρασης της πίστης.

Τό κήρυγμα και η διδασκαλία του Ευαγγελίου δεν μπορούν να παραβλέπουν τα ανθρώπινα προβλήματα. Σε κάθε εποχή αναζητείται μία κοινή γλώσσα επικοινωνίας όχι όμως μία γλώσσα ομοιομορφίας. Αυτή η διάκριση προϋποθέτει την σύνδεση του κηρυγματικού και θεολογικού λόγου μας με το εκάστοτε πολιτισμικό περιβάλλον και τις ιστορικές ιδιαιτερότητες του χώρου και του χρόνου.

Σέ κάθε στιγμή της ιστορίας η Εκκλησία καλείται να αποκρυπτογραφήσει τα «νέα πολιτισμικά δεδομένα» υπό το φως του Ευαγγελίου και οι Θεολόγοι να παρέχουν τα μέσα, τις δυνατότητες και τα κριτήρια για την επίτευξη μιάς εποικοδομητικής και ωφέλιμης αποκρυπτογράφησης.

Σε μία εποχή που σημαδεύεται από αδικαιολόγητους πολέμους, έντονες κοινωνικές ανισότητες, μετακινήσεις πληθυσμών, πολιτισμικές συγκρούσεις και βαθιές υπαρξιακές αγωνίες, η Εκκλησία πρέπει να προβάλλει πρότυπα ενότητας και συμφιλίωσης. Να διδάσκει τον σεβασμό προς το πρόσωπο του ανθρώπου, την ιερότητα τελικά της οικογένειας, την αξία της θυσιαστικής αυτοπροσφοράς, την αναγκαιότητα της ειρήνης και την υπέρβαση του εγωκεντρισμού, ο οποίος δηλητηριάζει την κοινωνική ζωή και πάνω απ’ όλα την αγάπη ως σχέση.

Ελλογιμώτατε κε Πρόεδρε, Εκλεκτή Ομήγυρις.

Ο άνθρωπος βλέπει να χάνει όλα αυτά που νομίζει πως κέρδισε, ψάχνει να βρει καινούργια στηρίγματα και αναζητά νέους προσανατολισμούς στην ζωή του. Καθημερινά εμφανίζονται καινούργιες θρησκείες, που ευαγγελίζονται τους πιο απίθανους τρόπους σωτηρίας, οδηγώντας δεκάδες ανθρώπους στην καταστροφή, ακόμη και στην αυτοκτονία.

Οι άνθρωποι έχουν πάψει να πιστεύουν στον Ιησού Χριστό και πιστεύουν σε οτιδήποτε. Οι κοσμοϊστορικές αλλαγές του τέλους του 20ού μ.Χ. αιώνα κλόνισαν την εμπιστοσύνη εκατομμυρίων ανθρώπων στα διάφορα κοινωνικά συστήματα και έστρεψαν τις ελπίδες πολλών στην αναζήτηση μεταφυσικών λύσεων. Ακόμη και η Ορθοδοξία μοιάζει να έχασε το πραγματικό της νόημα, καθώς φαίνεται να εκφράζεται όλο και πιο συχνά μέσα από ψευδοπροφητείες, διαφόρων δήθεν γερόντων, για το τέλος του κόσμου, για την καταστροφή των εχθρών της Ελλάδος και άλλα παρόμοια σενάρια συνωμοσιολογίας ή χρησιμοποιείται ως πολιτικό σύνθημα. Έτσι και σήμερα φαίνεται να βρίσκει την εκπλήρωσή της η προφητεία του Ησαΐα: «Ο Κύριος λέει: Ο λαός αυτός έρχεται κοντά μου μόνο με τα λόγια και με τιμά μόνο με τα χείλη του∙η καρδία τους, όμως βρίσκεται πολύ μακριά από μένα∙ δεν ωφελεί που με λατρεύουν, αφού διδάσκουν εντολές και διδαχές που επινόησαν οι άνθρωποι» (Ησαΐας 29:13).

Η σημερινή εποχή είναι ταυτόχρονα η καλύτερη και η χειρότερη όλων. Είναι η καλύτερη εποχή, λόγω των επιτευγμάτων της, αλλά και η χειρότερη, λόγω των συνεπειών αυτών των επιτευγμάτων.

Σήμερα ως εκκλησιαστικό σώμα διερχόμεθα μία περίοδο ενός εκκοσμικευμένου ποιμαντικού ακτιβισμού, ο οποίος τείνει να καταπνίξει την μεταμορφωτική λειτουργία της εμπειρικής βίωσης της αλήθειας της πίστης με έργα αποκλειστικά και μόνο προνοιακού σκοπού, με κίνδυνο αλλοίωσης της ίδιας της ταυτότητας της Εκκλησίας.

Σε όλη αυτήν την προσπάθεια ο Θεολόγος φαίνεται ότι είναι και σημαντικός και απαραίτητος.

  1.  Εισήγηση του Μητροπολιτου Μεσσηνίας κ. Χρυσοστόμου στο ΣΤ΄ Διεθνές Θεολογικό Συνέδριο της Πανελλήνιας Ένωσης Θεολόγων (Αθήνα, Εταιρεία Φίλων του Λαού, 18-19 Σεπτεμβρίου 2026).
  2. . «Ελεύθερος γάρ ών εκ πάντων πάσιν εμαυτόν εδούλωσα, ίνα τους πλείονας κερδήσω·και εγενόμην τοίς Ιουδαίοις ως Ιουδαίος, ίνα Ιουδαίους κερδήσω·τοίς υπό νόμον ως υπό νόμον, μη ών αυτός υπό νόμον, ίνα τους υπό νόμον κερδήσω·τοίς ανόμοις ως άνομος, μη ών άνομος Θεώ, αλλ’ εννομος Χριστώ, ίνα κερδήσω ανόμοις εγενόμην τοίς ασθενέσιν ως ασθενής, ίνα τους ασθενείς κερδήσω τοίς πάσι γέγονα πάντα, ίνα πάντως τινάς σώσω. τούτο δε ποιώ διά το ευαγγέλιον, ίνα συγκοινωνός αυτού γένωμαι».
  3. . Ο αγαπών τον Θεόν, ου δύναται μη και πάντα άνθρωπον ως εαυτόν αγαπήσαι, ει και προς τα πάθη δυσχεραίνει των μήπω κεκαθαρμένων. Διό και την επιστροφήν αυτών βλέπων και την διόρθωσιν, αμετρήτω και ανεκλαλήτω χαίρει χαρά, PG 90, 964.
  4. . Ός εάν ούν λύση μίαν των εντολών τούτων των ελαχίστων, και διδάξη ούτω τους ανθρώπους, ελάχιστος κληθήσεται εν τη βασιλεία των ουρανών ός δ᾽ αν ποιήση και διδάξη, ούτος μέγας κληθήσεται εν τη βασιλεία των ουρανών.

Απόρρητο