Θρησκευτικό και Πολιτειακό αξίωμα του Αρχιεπισκόπου Κύπρου Μακαρίου Γ΄ – Αφιέρωμα στην “Κιβωτό της Ορθοδοξίας”

  • Δόγμα

Του π. Αθανασίου Καρυάμη στην “Κιβωτό της Ορθοδοξίας”

 Οι παράγοντες που έπαιξαν ρόλο στη διαμόρφωση του κατάλληλου κάθε φορά κλίματος για τον ενεργό ρόλο των ιεραρχών και των απλών πρεσβυτέρων στα εγκόσμια πολιτικά πράγματα, εστιάζονται όχι μόνο στις προκλήσεις της κάθε περιόδου, αλλά και στις ισχυρές εκκλησιαστικές προσωπικότητες, που εντόπισαν τα πολλά κενά στο τρόπο άσκησης της πολιτικής εξουσίας σε δύσκολους καιρούς από τους πολιτικούς άρχοντες στην εποχή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Μέσα σε αυτό το κλίμα, σε κάθε εποχή οι αντιδράσεις σε μια τέτοια εξέλιξη ήταν ταυτόχρονα θετικές και αρνητικές, Η εμπλοκή των εκκλησιαστικών ανδρών κάποιες φορές ήταν μονόδρομος, αφού οι καταστάσεις αναγκαστικά το επέτρεπαν ή το επέβαλαν από τον 19ο αιώνα τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Κύπρο. Tα μεγαλύτερα προβλήματα στις σχέσεις Εκκλησίας και κοσμικής εξουσίας είχαν την αφετηρία τους στην τάση των δύο αρχαιότερων θεσμών να πορεύονται ανταγωνιστικά. Κατά τη χιλιετή διάρκεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, υπήρξαν κάποιοι δυναμικοί ιεράρχες που είχαν εμπλοκή στα πολιτικά πράγματα της εποχής τους.  Στον Βυζάντιο υπήρχαν οι δύο αυτοί θεσμοί που τις ποιο πολλές φορές ταυτιζόταν, χωρίς να λείπουν οι φορές που  οι θεσμοί αυτοί βρέθηκαν σε οξεία αντιπαράθεση, ειδικά όταν κάποιοι κληρικοί αναμείχθηκαν έντονα με την πολιτική. Ο αυτοκράτορας ήταν ο εκπρόσωπος της κοσμικής εξουσίας ενώ ο Πατριάρχης ο εκπρόσωπος της εκκλησιαστικής εξουσίας και διαχειριζόταν και μετά την Άλωση το 1453 ολόκληρο το πολιτισμικό επίτευγμα του ελληνισμού σε μια αλλόθρησκη εχθρική αυτοκρατορία. Οι αρμοδιότητες αυτών των δύο θεσμών ήταν διακριτές. Στην εποχή του Βασιλείου Α΄ του Μακεδόνα (867 – 886) εκδόθηκε η Επαναγωγή (Εισαγωγή) της οποίας ο συντάκτης της πρέπει να ήταν ο Μέγας Φώτιος (858 – 867 και 877 – 886) όμως ποτέ δεν εφαρμόστηκε στην πράξη. Ο αυτοκράτορας είχε τη δύναμη να αλλάζει τα πρόσωπα στον πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινούπολης, αλλά δεν είχε το δικαίωμα να αξιολογεί τα δόγματα της Εκκλησίας και να επεμβαίνει, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο κάθε αυτοκράτορας πειθαρχούσε. Όπως ο Β. Κουκουσάς σημειώνει: «Το Βυζαντινό κράτος χρησιμοποιούσε, κατά καιρούς, ιεράρχες, κληρικούς και μοναχούς σε υψηλές πολιτικές θέσεις ή τους ανέθετε διπλωματικές αποστολές. Αυτό συνέβαινε διότι η Πολιτεία εκτιμούσε και αναγνώριζε το κύρος, τη δυναμική και την ισχύ της Εκκλησίας και των εκπροσώπων της εντός συνόρων. Από την άλλη πλευρά συναντάμε ιεράρχες και μοναχούς, οι οποίοι επεδίωκαν, και συχνά το κατόρθωναν, την εμπλοκή τους σε πολιτικά ζητήματα, παραβιάζοντας στην ουσία την πνευματική τους αποστολή» [1].
   Στην μακραίωνη ιστορία του ο χριστιανισμός σε Ανατολή και Δύση βίωσε σε διαφορετικές περιόδους  πολιτειοκρατικά συστήματα τα οποία παρουσιάζουν μια ποικιλία ως προς τις μορφές τους. Οι επικρατέστερες μορφές τους λοιπόν, αντικατοπτρίζουν τις ιστορικές συνθήκες και τα περιβάλλοντα που επικράτησαν και τα διαμόρφωσαν. Οι κυριότερες εκφάνσεις του είναι ο καισαροπαπισμός που όφειλε  την προέλευσή του στο Ρωμαϊκό κράτος και σε αυτό το σύστημα ο Ρωμαίος αυτοκράτορας είχε τη θρησκευτική μαζί με την πολιτική εξουσία και ήταν υπεύθυνος για όλες τις υποθέσεις πολιτικές και θρησκευτικές των υπηκόων του. Άλλες κύριες  μορφές είναι ο παποκαισαρισμός, ο κρατικισμός και τέλος το σύστημα της νόμω  κρατούσης Πολιτείας. Ο κρατικισμός εμφανίσθηκε στα δυτικά κράτη που επέλεξαν τον προτεσταντισμό. Επειδή ο ρωμαιοκαθολικισμός στηριζόταν στον παπισμό ως θεσμό, οι προτεστάντες στράφηκαν στον κρατικισμό. Σε αυτό το σύστημα το κράτος με τους αρμόδιους κρατικούς υπαλλήλους μεριμνούν για την επίλυση όλων των εκκλησιαστικών υποθέσεων[2].
     Ο αρχιεπίσκοπος Κύπρου Μακάριος Γ΄ κατηγορήθηκε από τους εκκλησιαστικούς και άλλους κύκλους στην Ελλάδα και στην Κύπρο ως  καισαροπαπιστής.  Ο καθηγητής της Θεολογικής Σχολής Αθηνών Κωνσταντίνος  Μουρατίδης σε γνωμοδότησή του αναφέρει ότι σε ολόκληρη τη διάρκεια της χιλιετούς Βυζαντινής Αυτοκρατορίας υπήρξε πλήρης διαφοροποίηση των δύο εξουσιών, ενώ καταγράφεται στο προοίμιο της ΣΤ΄ Νεαράς του Ιουστινιανού και την Επαναγωγή του νόμου. Επί αυτοκράτορα Ιωάννη Τσιμισκή  την ώρα που ανάγγειλε το θάνατο του Πατριάρχη Πολυεύκτου στους άλλους αρχιερείς ανάφερε για τις σχέσεις των δύο εξουσιών τα εξής: «Μίαν αρχήν εξεπίσταμαι, την ανωτάτην και πρώτην, ήτις εκ του μη όντος εις το είναι το του αοράτου κόσμου παρήγαγε σύστημα, δύο δε τας εν τώδε τω βίω γινώσκειν και τη κάτω περιφορά, ιερωσύνην και βασιλείαν, ων τη μεν, την των ψυχών επιμέλειαν, τη δε την των σωμάτων κυβέρνησιν ενεχείρισεν ο Δημιουργός, ως αν μη τούτων χωλεύσοιτο μέρος, άρτιον και ολόκληρον διασώζοιτο ( Λέοντος Διακόνου, Ιστορία, έκδ. ΒΟΝΝ 1828, σελ. 101 ΕΞ. ΚΑΙ PG117, 805A/Β)». Σύμφωνα με τον Κ. Μουρατίδη που επιχειρεί να κάνει το διαχωρισμό Εθναρχίας και κοσμικής εξουσίας, τονίζοντας ότι υπάρχει μεγάλη διαφορά στις δύο αυτές περιπτώσεις αφού ο Ποιμενάρχης – Εθνάρχης αναλαμβάνει αυτό το δύσκολο καθήκον ως θυσία, «ενώ η Προεδρία διασπά το ποίμνιον δια της κοσμικής εξουσίας και χάριν της κοσμικής εξουσίας»[3].
   Η αναστάτωση αυτή συντάραξε και το Ορθόδοξο πλήρωμα, αφού αναπτύχθηκε μια ολόκληρη επιστημονική αντιπαράθεση μεταξύ θεολογικών και νομικών κύκλων συνεπικουρούμενοι από δημοσιογράφους, τασσόμενοι όλοι αυτοί είτε με τη μία ή με την άλλη πλευρά, για να τεκμηριώσουν την ορθότητα των θέσεων τους και τις απόψεις τους για το ανοικτό αυτό θέμα. Στην Ελλάδα αλλά και στην Κύπρο, υπήρξε μεγάλη αρθρογραφία στον εκκλησιαστικό και πολιτικό Τύπο,  που αφορούσε σχεδόν όλους τους τομείς της Θεολογικής επιστήμης, όπως Εκκλησιαστική Ιστορία, Κανονικό Δίκαιο, Εκκλησιαστικό Δίκαιο, Χριστιανική Ηθική κ. α. όπως φαίνεται και από την  βιβλιοπαραγωγή από κληρικούς όλων των βαθμών, ακαδημαϊκών κύκλων και θεολόγων. Ο συσχετισμός των δυνάμεων μέσα στην ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος ήταν εύλογα ανιχνεύσιμος που διαμορφώθηκε στα εκκλησιαστικά πράγματα αντικατοπτρίζοντας τις τάσεις που επικρατούσαν μέσα και έξω από την ιεραρχία με τη συμμετοχή των Θεολογικών Σχολών σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, αλλά και από τις παραεκκλησιαστικές οργανώσεις που έριχνα λάδι στη φωτιά. Οι τάσεις αυτές είχαν να κάνουν και με τους συσχετισμούς των δύο παρατάξεων που σχηματίστηκαν εντός της Συνόδου. Μετά την πτώση της δικτατορίας των συνταγματαρχών θα εκδηλωθεί μία μεγάλη κρίση στο εσωτερικό της Εκκλησίας μεταξύ των ιεραρχών που θα κρατούσε από τη Μεταπολίτευση μέχρι το τέλος του 20ου αιώνα.  Ας μην ξεχνάμε ότι οι θρησκευτικές οργανώσεις στην Ελλάδα από την αρχή του 19ου   αιώνα πρωτοστατούσαν και στα πολιτικά γεγονότα, με αποκορύφωμα την ανάληψη επίσημα του αντικομμουνιστικού αγώνα στη χώρα, με την συνεργασία των ανακτόρων αμέσως μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η  προσπάθεια συνεχίστηκε μέσα από το σύλλογο επιστημόνων της Ζωής «ΑΚΤΙΝΕΣ» με σκοπό στο εγγύς μέλλον ιδρύσεως πολιτικού κόμματος από τον καθηγητή της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ Αλ. Τσιριντάνη και τέλος με την προώθηση του εκλεκτού της μέλους, του πρωθιερέα των ανακτόρων και καθηγητή του Κανονικού Δικαίου στη Θεολογική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης αρχιμανδρίτη  Ιερώνυμου Κοτσώνη ως προκαθημένου της Εκκλησίας της Ελλάδας. Η προσπάθειά τους ευοδώθηκε για την  πρώτη φάση της Επταετίας 1967 – 1973.  Όλα τα θρησκευτικά περιοδικά έντυπα της περιόδου ασχολήθηκαν για μεγάλο χρονικό διάστημα παρακολουθώντας τις εξελίξεις και στήριζαν την προσπάθεια των τριών Κυπρίων  μητροπολιτών που καθαίρεσαν τον Κύπρου Μακάριο. Οι κατηγορίες κατά του Μακαρίου Γ΄ θα μπορούσαμε να αναφέρουμε ότι συνοψίζονταν στις παραβίαση πλήθος Ιερών Κανόνων της Εκκλησίας. Οι ίδιοι οι αντίπαλοι του αρχιεπισκόπου Κύπρου πρόβαλαν μεταξύ άλλων τον ΣΤ΄ Αποστολικό κανόνα: «Επίσκοπος ή Πρεσβύτερος ή Διάκονος κοσμικάς φροντίδας μη αντιλαμβανέτω. Είδε μη καθαιρέσθω» τον  ΠΑ΄ Αποστολικό Κανόνα «Είπομεν, ότι ου χρη Επίσκοπον ή Πρεσβύτερον καθιέναι εαυτόν εις δημοσίας διοικήσεις, αλλά προσευκαιρείν ταις Εκκλησιαστικαίς χρείας ΄Ή πειθέσθω ουν τούτο μη ποιείν, ή καθαιρέσθω. Ουδείς γαρ δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν, κατά την Κυριακήν παρακέλυσιν» κ. α.[4].
     Η Μείζων Σύνοδος στην 6η συνεδρία της στις 14 Ιουλίου 1973 στο «Διασκεπτικόν» της αποφάσεώς της, απέρριψε την κατηγορία των τριών Κυπρίων συνοδικών αρχιερέων κατά του αρχιεπισκόπου περί του «ασυμβιβάστου της ταυτοχρόνου ασκήσεως καθηκόντων Αρχιεπισκόπου και Προέδρου της Πολιτείας» και δέχθηκε ότι κατ’ οικονομία ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ΄ δέχθηκε να κατέχει τον προεδρικό θώκο «υπό τας ενεστώτας εν Κύπρω περιστάσεις»[5].
   Ο καθηγητής της Θεολογικής Σχολής Γ. Κονιδάρης παρατηρούσε  ότι το πρόβλημα παρέμενε στην κυπριακή Εκκλησία, αφού καμία απόφαση εκκλησιαστικού δικαστηρίου δεν είναι έγκυρη, εάν δεν στηρίζεται στους Ιερούς Κανόνες οι οποίοι είναι ανώτεροι από το αυτοκέφαλο κάθε εκκλησιαστικού οργανισμού σε κάθε κράτος σε κάθε εποχή. Την αφετηρία αυτή αναγνώριζε και ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας της Κύπρου στο 1ο άρθρο. Ο Καταστατικός Χάρτης στο 14ο άρθρο του αναφέρει ότι για την Εκκλησία της Κύπρου ως πρωτοβάθμιο δικαστήριο για αρχιερείς, αρμόδια  είναι η τοπική Σύνοδος αποτελούμενη από τους τέσσερεις ιεράρχες με την εξής σειρά: αρχιεπίσκοπος Κύπρου, Πάφου, Κιτίου και Κυρηνείας. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο καθορίζεται από οκτώ μέλη από τους τρεις εναπομείναντες ιεράρχες και πέντε αρχιερείς από τις όμορες Ορθόδοξες Εκκλησίες, χωρίς όμως περαιτέρω διευκρινήσεις για τον τρόπο επιλογής κ.λπ. Όμως, οι τρεις Κύπριοι αρχιερείς που ψήφισαν την πρώτη φορά, λογικά δεν θα αλλάξουν την ψήφο τους τη δεύτερη φορά και εδώ είναι ένα άλυτο ζήτημα αφού ουσιαστικά αφαιρεί τρεις νέες ψήφους που θα έπρεπε να προέλθουν από επισκόπους που δεν ήταν στην σύνθεση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Τους πρεσβυτέρους και διακόνους τους δίκαζαν σε δευτεροβάθμιο βαθμό τα τέσσερα μέλη της Ιεράς Συνόδου. Το σημαντικό στοιχείο στην περίπτωση αυτή, είναι  ο 12ος Κανόνας της εν Καρθαγένης Συνόδου ο οποίος αναφέρει ότι τον κατηγορούμενο επίσκοπο κρίνουν δώδεκα δικαστές αρχιερείς, χωρίς ο πρόεδρος του δικαστηρίου να έχει για ευνόητους λόγους ψήφο. Το πρόβλημα με τον ισχύοντα Κ. Χ. είναι ότι τα δύο άρθρα που αναφέραμε δυστυχώς είναι αντικανονικά. Όπως ο Γ. Κονιδάρης γράφει: «Βαρυσήμαντον δια την Εκκλησίαν της Κύπρου είναι γεγονός, ότι εν τη ερμηνεία του ΙΒ΄ Κανόνος της Καρθαγένης ο Βαλσαμών περιέλαβε την χαρακτηριστικήν περίπτωσιν καθαιρέσεως του επισκόπου Κύπρου Αμαθούντος Ιωάννου υπό Εκκλησιαστικού Δικαστηρίου, προεδρευομένου υπό του Αρχιεπισκόπου Κύπρου Ιωάννου και ένδεκα επισκόπων, ουχί δε 12. Ταύτα εγένετο επί Πατριαρχείας Λουκά του Χρυσοβέργη (1157 – 1170). Τότε εισήχθη η υπόθεσις «δια σημειώματος» εις το «βασιλικόν βήμα» ήτοι την Πατριαρχικήν Σύνοδον, παρούσης και της Συγκλήτου του Βυζαντινού κράτους [ …] και εθεωρήθη η απόφασις άκυρος «δια το μη τον αρχιεπίσκοπον επέκεινα είναι της δωδεκάδος των επισκόπων, αλλά ταύτη συνεπάγεσθαι»[6].
 
[1] Βασίλειος Κουκουσάς, Κληρικοί και πολιτική στο Βυζάντιο. Με βάση τις πηγές, εκδόσεις Ostracon Θεσσαλονίκη 2014, σελ. 9 – 11. Βλ. Βασίλειος Κουκουσάς, Σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας στο Βυζάντιο. Από την περίοδο της Μακεδονικής Δυναστείας έως την απελευθέρωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους (867 – 1261), εκδόσεις Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 2010, σελ. 61 – 63.
[2]   Νίκος Ζαχαρόπουλος, Ιστορία των σχέσεων Εκκλησίας – Πολιτείας στην Ελλάδα. Εισαγωγή, τχ. Α΄, Θεσσαλονίκη 1985, χ. ε., σελ. 73 – 74.
[3] Κωνσταντίνος Μουρατίδης, Αι νομοκανονικαί συνέπειαι εκ της ασκήσεως υπό του αρχιεπισκόπου Κύπρου Μακαρίου κοσμικής εξούσίας (Γνωμοδότησις), εκδόσεις Ορθοδόξου Τύπου, Αθήναι 1974, σελ. 9 – 15.
 
[4] Επιφ.  Θεοδωρόπουλου (αρχιμ.), Άρθρα Μελέται Επιστολαί, τ. ΣΤ΄, Ωρωπός 2020, χ. ε., σελ. 296 – 298.
[5] Σπυρίδωνος  Μπιλάλη (αρχιμ), Ο Παποκαισαρισμός εις την Εκκλησίαν της Κύπρου. Ιστορικοκανονική Θεώρησις του Παποκαισαρισμού του Μακαρίου, εκδόσεις Ορθόδοξος Τύπος, Αθήναι 1974, σελ. 143.
[6] Γεράσιμου Κονιδάρη, Περί το πρόβλημα των κανονικών δικαστηρίων δι’ επισκόπους εν τη Εκκλησία της Κύπρου. (Αι αντικανονικαί και αντιφατικαί διατάξεις του Καταστατικού Χάρτη του 1914 και η κανονική δεοντολογία). Μελέτη ιστορικοκανονική, συγκριτική και δεοντολογική ως συμβολή εις το Καν. Δίκαιον και την Εκκλησιαστικήν Ιστορίαν Κύπρου Ελλάδας και Αλεξανδρείας, Εν Αθήναις 1972 / 1974, χ. ε., σελ. 69 – 72.

Απόρρητο