ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ: Περί ενδυμασίας

  • Δόγμα

Μια μάνα ήρθε μια μέρα με κάτι νύ­χια μέ­χρι εκεί, σαν το γε­ρά­κι, βαμ­μέ­να κόκ­κι­να, και μου λέει: «Έχω το παι­δί μου άρ­ρω­στο βα­ριά. Να κά­νεις προ­σευ­χή, Πά­τερ! Κάνω και εγώ προ­σευ­χή, αλλά…» «Τι προ­σευ­χή κά­νεις; της λέω. Εσύ γρα­τζου­νάς τον Χρι­στό μ΄ αυτά τα νύ­χια! Κόψε πρώ­τα τα νύ­χια, να γί­νει καλά το παι­δί. […]

Μια μάνα ήρθε μια μέρα με κάτι νύ­χια μέ­χρι εκεί, σαν το γε­ρά­κι, βαμ­μέ­να κόκ­κι­να, και μου λέει: «Έχω το παι­δί μου άρ­ρω­στο βα­ριά. Να κά­νεις προ­σευ­χή, Πά­τερ! Κάνω και εγώ προ­σευ­χή, αλλά…» «Τι προ­σευ­χή κά­νεις; της λέω. Εσύ γρα­τζου­νάς τον Χρι­στό μ΄ αυτά τα νύ­χια! Κόψε πρώ­τα τα νύ­χια, να γί­νει καλά το παι­δί. Για την υγεία του παι­διού σου, του­λά­χι­στον να κό­ψεις τα νύ­χια και να πε­τά­ξεις τις μπο­γιές». «Να τα βάψω άσπρα, Πά­τερ;» «Εγώ σου λέω να ξε­βά­ψεις τα νύ­χια και να τα κό­ψεις· να κά­νεις μια θυ­σία για την υγεία του παι­διού σου. Τί εί­ναι αυτά; Αν ήταν, ο Θεός θα σε έκα­νε με νύ­χια κόκ­κι­να». «Να τα βάψω άσπρα, Πά­τερ;» Άντε τώρα!… «Καλά θα πας και εσύ και το παι­δί σου…», είπα από μέσα μου. Τα παι­διά, πε­ρισ­σό­τε­ρο τα κρυο­λο­γεί η μη­τέ­ρα, όταν δεν εί­ναι ντυ­μέ­νη με την σε­μνό­τη­τα και προ­σπα­θεί ακό­μη και να «μα­δά­ει» τα παι­διά της.

Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης

Απόρρητο